Γυρίζει ο Μητσάρας από τη δουλειά και ο 2χρονος γιος του του λέει:
- Να σου πω ποια νούμερα θα κερδίσουν στο λόττο; 4,37,29,31,11 και 40.
Τα παίζει ο Μητσάρας στο Λόττο και πιάνει 6άρι. Τρελλαίνεται από χαρά. Την άλλη μέρα λέει ο γιος του:
Να σου πω ποιες ομάδες θα κερδίσουν στο Προπό;
Του λέει τις ομάδες, παίζει ο Μητσάρας Προπό και κερδίζει! Πάει όλο χαρά την άλλη μέρα στο μικρό και του λέει:
- Έχεις τίποτα να μου προβλέψεις;
- Ναι, λέει το παιδί. Αύριο το μεσημέρι θα πεθάνει ο πατέρας μου.
Στενοχώρια ο Μητσάρας, πήγε να σκάσει. Τι να κάνει όμως, πάει κι αγοράζει ένα φέρετρο και νοικιάζει κι ένα τάφο και περιμένει ως το μεσημέρι. Περνάνε 2 ώρες κι έρχεται η γυναίκα του στο σπίτι. Τη βλέπει ο Μητσάρας να κλαίει και τη ρωτάει:
- Τι έγινε βρε γυναίκα, γιατί κλαις;
Και κείνη απαντάει:
- ʼστα, Μήτσο μου, πέθανε ο κουμπάρος!
Ήταν λοιπόν ο Μήτσος ο οποίος είχε εργοστάσιο που κατασκεύαζε καρφιά με το όνομα "Μητσάρας". Επειδή οι πωλήσεις ήταν πολύ χαμηλές, αποφάσισε να πάει σε μια διαφημιστική εταιρία.
- Εντάξει κύριε Μήτσο, του λέει ο υπάλληλος, η διαφήμισή σας θα προβληθεί μετά το ματς Ολυμπιακός - Παναθηναικός.
- Πράγματι, η διαφήμιση άρχισε. Ήταν η κάμερα μέσα σε ένα δασάκι. Προχωρά η κάμερα 200 μέτρα και βρίσκει ενα λόφο. Προχωρά ακόμα λίγο και φαίνονται τρεις σταυροί. Ζουμάρει στο μεσαίο σταυρό και έδειχνε το Χριστό σταυρωμένο. Αμέσως μετά δείχνει μια λεζάντα "Ο Χριστός σταυρώθηκε με καρφιά Μητσάρας."
Μετά απο αυτό το σποτ, όπως ήταν φυσικό, οι πωλήσεις των καρφιών "Μητσάρας" εκτοξεύστηκαν στα ύψη. Αλλά ο Χριστόδουλος αντέδρασε αμέσως, έκανε συλλαλητήρια, ύψωσε το λάβαρο της επανάστασης, ξεσήκωσε τον κόσμο, και τελικά οι πώλήσεις ξαναέπεσαν.
Έξαλλος πάει ο Μήτσος στη διαφημιστική εταιρία και ζητά εξηγήσεις.
- Ηρέμησε φίλε, μην κάνεις έτσι, θα σου κάνω νέα διαφήμιση. Λοιπόν, άνοιξε την τηλεόραση μετα το πρώτο ημίχρονο του ντέρμπυ Ολυμπιακός - ΑΕΚ και η τελευταία διαφήμιση θα είναι η δική σου.
- Όντως, ή διαφήμιση ξεκίνησε. Ήτανε η κάμερα μέσα σε ένα δασάκι. Προχωρά 200 μέτρα και δέιχνει ένα λόφο. Προχωρά ακόμα λίγο και βρίσκει ενα σταυρό κενό. Ζουμάρει, και δείχνει το Χριστό να τρέχει και να τον ακολουθεί μια ομάδα λεγεωνάριοι. Κάνει και ο ένας λεγεωνάριος στον άλλον:
- "Καλά ρε βλάκα.. Δε σου `πα να χρησιμοποιήσεις καρφιά Μητσάρας;"
01. Αν δεν μπορείς να τελείωσεις την εργασία σου σε 24 ώρες, να δούλεψεις διπλή βάρδια.
02. Ποτέ μην γίνεσαι αναντικατάστατος, αν είσαι δεν θα προαχθείς.
03. Έπειτα από κάθε αύξηση, κάθε επόμενο μήνα θα έχεις λιγότερα χρήματα από ότι είχες πριν.
04. Μπορείς να μετακινείσαι στον χώρο εργασίας μόνο όταν κρατάς ένα ντοσιέ.
05. Όταν οι μέτοχοι-διευθυντές μιλάνε για αύξηση παραγωγικότητας ποτέ δεν ισχύει για αυτούς.
06. Τα λάθη είναι ανθρώπινα, να τα συγχωρούμε, δεν είναι κανόνας μας.
07. Αν δεν το πετύχεις με την πρώτη, ξαναδοκίμασε. Τελικά παράτησε το. Δεν χρειάζεται να γίνεις ηλίθιος.
08. Ένα ελαφρό κτύπημα στην πλάτη απέχει μερικά εκατοστά του μέτρου μακριά από μια κλωτσιά στον πισινό σου.
09. Αν είσαι καλός στη δουλειά σου, θα έχεις όλη τη δουλειά μόνο σου, αν είσαι πολύ καλός και έξυπνος, σίγουρα ξέρεις πως να την αποφύγεις.
10. Αν δεν είσαι σίγουρος για το τι πρέπει να κάνεις, να βαδίζεις γρήγορα και να προσποιείσαι ότι σκέφτεσαι.
11. Ακόμη και αν τα κάνεις όλα, ποτέ δεν είναι αρκετά.
12. Να έχεις για πρωινό ένα ζωντανό βάτραχο, και να εύχεσαι ότι στο υπόλοιπο της ημέρας τίποτα δεν θα πάει στραβά.
13. Αν δεν τελειώνεις την δουλειά το τελευταίο λεπτό, δεν τελειώνεις την δουλειά σου.
Το σκηνικό είναι λίγο έως πολύ γνωστό, ιδιαίτερα στους νέους.
Ένας τύπος είχε από μικρός λόξα με τις μηχανές. Ονειρευόταν λοιπόν κάποια μέρα να οδηγεί την δικιά του Harley Davidson, ενώ όπως ήταν φυσικό, το δωμάτιό του ήταν γεμάτο με αφίσες. Harley με τοπία, Harley με γκόμενες, Harley χωρίς γκόμενες.. κάθε συνδυασμός με απαραίτητο συστατικό την Harley.
Αφού λοιπόν έχει κάνει αιματηρές οικονομίες και έχει τρίψει δεκάδες τζιν στην καρέκλα του γραφείου που δούλευε, καταφέρνει να μαζέψει το ποσό για να πάρει την ακριβότερη Harley που κυκλοφορεί. Μια και δυο, πηγαίνει στην τράπεζα και σηκώνει τα λεφτά μέχρι τελευταίας δεκάρας και τρέχει στο κατάστημα. Δεν χρειάστηκε πολύς χρόνος για τη συναλλαγή, μιας και την μηχανή την είχε σταμπάρει από καιρό. Έτσι, αφού κανονίζει τις λεπτομέρειες καβαλάει την Harley και ετοιμάζεται να πάει σπίτι για να κάνει έκπληξη στους δικούς του.
Πριν ξεκινήσει την μηχανή τον προλαβαίνει ο πωλητής και του λέει:
- Να σας ρωτήσω κάτι πριν φύγετε.. τη μηχανή θα την έχετε κάτω από υπόστεγο, ή σε ανοικτό χώρο;
- Σε ανοικτό χώρο, απαντάει ο τύπος, γιατί;
- Ξέρετε, καλό θα ήταν τότε όταν βρέχει να την αλλοίφετε με βαζελίνη ώστε να μην σπάσει το χρώμα της.
- Α, σας ευχαριστώ πολύ, θα το έχω υπόψη μου, λέει και φεύγει για το σπίτι.
Στο σπίτι του εν τω μεταξύ, η αρραβωνιαστικιά του, η αδερφή του, η μητέρα του και ο πατέρας του, έχουν μόλις τελειώσει το μεσημεριανό τους και έχουν μαζέψει μία στοίβα πιάτα στο νεροχύτη για πλύσιμο. Κλασσικά όμως, κανένας δεν προθυμοποιείται να τα πλύνει, έτσι έχουν συμφωνήσει ότι όποιος μιλήσει πρώτος θα πλύνει τα πιάτα.
Μετά από κανα 20λεπτο, σκάει μύτη ο τύπος με τη Harley. Τρέχει γρήγορα μέσα στο σπίτι και φωνάζει όλος χαρά την αραβωνιαστικά του.
- Ελένηηη... που είσαι;
Εμφανίζεται η Ελένη σιωπηλή!
- Αγάπη μου, επιτέλους το όνειρό μου γίνεται πραγματικότητα!.. Πήρα την πολυπόθητη Harley!
Η Ελένη όμως δεν απαντάει, παρά μόνο χαμογελάει με υπονοούμενο. Ο τύπος παραξενεύεται και ξαναδοκιμάζει..
- Γλυκιά μου.. πήρα Harley.. δεν έχεις να πεις τίποτα;
Εξακολουθεί όμως εκείνη να μην λέει τίποτα! Ο τύπος την κοιτάει ξανά, και της λέει...
- Αα.. κατάλαβα, θέλεις να το γιορτάσουμε κατάλληλα ε; Πονηρούλα... και την πιάνει, την γδύνει και της ρίχνει ένα καλό επιεόρτιο γαμήσι. Παρ όλα αυτά, η Ελένη δεν έβγαλε μιλιά. Έτσι ο τύπος πάει και βρίσκει την αδερφή του.
- Λία, της λέει, επιτέλους μετά από τόσα χρόνια έχω τη δική μου Harley Davidson!
Προς μεγάλη έκπληξη του τύπου, ούτε η Λία βγάζει μιλιά! Εκείνη τη στιγμή, έχουν μαζευτεί όλοι στο σαλόνι..
- Μα βρε Λιάκι, ούτε εσύ έχεις να πεις τίποτα...; .. you know.. Harley?
Η Λία όμως αγρόν ηγόραζε... ο τύπος την κοιτάει και αυτή με περίεργο ύφος και της λέει..
- Αχα.. βλέπω ότι γουστάρεις και εσύ κόλπα.. δεν βαριέσαι.. σήμερα είμαι πολύ χαρούμενος και δεν καταλαβαίνω τίποτα..
Έτσι, αρπάζει την αδερφή του, και της πετάει τα ματια και αυτής έξω.. Αφού λοιπόν τελειώνει και με την Λία, μαζεύει τα παντελόνια του και πάει στην μάνα του.
- Μάνα!.. επιτέλους τα όνειρά μου δεν είναι μόνο αφίσες!.. Εχω έξω την Harley!
Για ακόμα μια φορά, ο τύπος μένει άναυδος.. ούτε καν η μητέρα του μίλησε..
- Βλέπω ότι την έχετε δει περίεργα εδω μέσα, της λέει ο τύπος, αλλά η γριά η κότα έχει το ζουμί..
Έτσι, αρπάζει και τη μάνα του και της δίνει να καταλάβει τη διαφορά 25άρη και 55άρη!.. Αφού τελειώνει και με την μάνα του, και αφού δεν έχει ακούσει ούτε επιφώνημα, γυρνάει στον πατέρα του.
- Που σαι ρε γέρο; Θυμάσαι που τα λέγαμε για τις μηχανές; Πλέον θα σε πηγαίνω βόλτα με την καλύτερη μηχανή που κυκλοφορεί..
Ούτε όμως και ο πατέρας του μιλάει... ο τύπος συνεχίζει..
- Ρε πατέρα.. τί πάθατε όλοι σήμερα;
Μιλιά ο πατέρας.. ξαφνικά ακούγονται βροντές απ έξω. Ο τύπος κοιτάει από το παράθυρο και βλέπει ότι ο καιρός είναι κλειστός και ετοιμάζεται βροχή. Σκέφτεται λοιπόν φωναχτά..
- Ωχ.. πάω να φέρω τη βαζελίνη...
Και ο πατέρας...
- Μη μη! Θα πλυνω εγω τα πιατα
"Η ακόλουθη είναι μια πραγματική ιστορία από την υπηρεσία τεχνικής εξυπηρέτησης πελατών της εταιρείας Word Perfect (ηλεκτρονικοί υπολογιστές).
Είναι αυτονόητο ότι ο υπάλληλος απολύθηκε, παρ όλα αυτά ο ίδιος έχει κάνει αγωγή για αναίτια απόλυση.
Ο διάλογος προέρχεται από τη μαγνητοφώνηση που οδήγησε στην απόλυση:
"Τεχνική εξυπηρέτηση Word Perfect, πως μπορώ να σας βοηθήσω;
"Ναι, ξέρετε, έχω πρόβλημα με το Word Perfect."
"Τι είδους πρόβλημα;"
"Να, καθώς δακτυλογραφούσα, ξαφνικά όλες οι λέξεις χάθηκαν."
"Χάθηκαν;"
"Εξαφανίστηκαν."
"Μμμ. Τι σας δείχνει η οθόνη τώρα;"
"Τίποτα."
"Τίποτα;"
"Είναι κενή. Δεν δέχεται οτιδήποτε και να γράψω."
"Είστε ακόμα μέσα στο Word Perfect ή έχετε βγει;"
"Πως μπορώ να το καταλάβω;"
"Βλέπετε το σήμα C: στην οθόνη;" (Ελεύθερη μετάφραση του "Can you see the
C: prompt on the screen?")
"Τι σημασία έχει η οθόνη;" (Ελεύθερη μετάφραση του "Whats a sea-prompt?")
"Ξεχάστε το. Μπορείτε να κινήσετε τον δρομέα (cursor) στην οθόνη;"
"Δεν υπάρχει δρομέας. Σας είπα, δεν δέχεται οτιδήποτε και να γράψω!"
"Έχει ένδειξη λειτουργίας το μόνιτορ σας;"
"Τι είναι μόνιτορ;"
"Είναι το πράγμα με την οθόνη που μοιάζει με τηλεόραση. Μήπως έχει ένα
Μικρό λαμπάκι που σας λέει πότε είναι αναμμένο;"
"Δεν ξέρω."
"Τότε κοιτάξτε πίσω από το μόνιτορ και βρείτε από που βγαίνει το καλώδιο.
Μπορείτε να το δείτε;"
"Ναι, νομίζω."
"Ωραία. Ακολουθήστε το καλώδιο μέχρι το φις και πέστε μου αν είναι
Συνδεδεμένο στην πρίζα."
"... Ναι, είναι."
"Όταν κοιτούσατε πίσω από το μόνιτορ, προσέξατε αν έβγαιναν δύο καλώδια
Και όχι μόνο ένα;"
"Όχι."
"Τέλος πάντων, βγαίνουν. Θα ήθελα να κοιτάξετε και να βρείτε το άλλο
Καλώδιο."
"Εντάξει, το βρήκα."
"Ακολουθήστε το και πέστε μου αν είναι καλά συνδεδεμένο στο πίσω μέρος του
Υπολογιστή σας."
"Δεν μπορώ να φτάσω εκεί."
"Καλά. Τουλάχιστον μπορείτε απλώς να δείτε αν είναι;"
"Όχι."
"Ακόμα κι αν πατήσετε πάνω σε κάτι και τεντωθείτε λίγο;"
"Δεν μπορώ να δω, όχι γιατί δεν φτάνω, αλλά γιατί είναι σκοτάδι."
"Σκοτάδι;"
"Ναι. Το φως του γραφείου είναι σβηστό και το μόνο φως που έχω έρχεται από
Το παράθυρο."
"Τότε ανάψτε το φως."
"Δεν μπορώ."
"Γιατί όχι;"
"Γιατί υπάρχει διακοπή ρεύματος."
"Διακοπή... Διακοπή ρεύματος; Αχά! Λοιπόν, το βρήκαμε. Έχετε ακόμα τα
Κουτιά, τα βιβλία, και τα υπόλοιπα υλικά συσκευασίας του υπολογιστή σας;"
"Βέβαια, τα κρατάω στην ντουλάπα."
"Ωραία. Φέρτε τα, αποσυνδέστε το σύστημα σας και συσκευάστε το όπως ήταν
Όταν το πήρατε. Μετά επιστρέψτε το στο κατάστημα απ όπου το πήρατε."
"Αλήθεια; Είναι τόσο σοβαρό;"
"Δυστυχώς ναι."
"Καλά, αφού είναι έτσι. Και τι θα τους πω;"
"Πέστε τους ότι με την μαλακία που σας δέρνει, δεν μπορείτε να έχετε υπολογιστή
Είναι ένας τύπος με μηχανάκι που ξεκινάει να περάσει τα σύνορα με μια μαύρη σακούλα. Φτάνοντας, τον σταματούν και τον ρωτούν:
- Τι έχεις στη σακούλα αρχηγέ;
- Χώμα!
- Καλά, καλά, άνοιξε τη σακούλα μεγάλε...
Ανοίγει τη σακούλα ο τύπος και τι να δουν, ... Χώμα!
- Αφού σας το είπα ρε παιδιά, χώμα κουβαλάω.
- Συγγνώμη κύριε, αλλά και εμείς τη δουλειά μας κάνουμε, λέει ο τελωνειακός. Περάστε!
Η κατάσταση αυτή συνεχιζόταν μήνες, που λέτε, ε, κάποια στιγμή λένε ..
- Ρε σεις, μπας και μας δουλεύει ο τύπος με το μηχανάκι; Κάτσε και όταν θα ξανάρθει θα του ζητήσουμε δείγμα από το χώμα!
Όντως, όταν έρχεται :
- Σταμάτα! ʼνοιξε τη σακούλα!
- Τι έγινε ρε παιδιά; Τι πάθατε;
- Θα πάρουμε δείγμα από το χώμα, και θα το στείλουμε για ανάλυση.
- Καλώς, καλώς.
Την άλλη μέρα, έρχεται ο τύπος:
- Χίλια συγγνώμη κύριε είχατε δίκιο, δεν βρέθηκε καμιά παράνομη ουσία στο δείγμα.
- Αφού σας το είπα ρε παιδιά, είμαι καθαρός!
- Δεν θα ξαναγίνει, περάστε, του λένε.
Περνουσαν τα χρόνια, ε, κάποια στιγμή τον σταματάει ένας από τους υπάλληλους και του λέει:
- ʼκου φίλε, εγώ σε 2 βδομάδες παίρνω σύνταξη, δε θα σε καρφώσω αλλά θα μου πεις ειλικρινά, κάνεις λαθρεμπόριο;
- ... Ναι!
- Και τι περνάς;
- Μηχανάκια!
Ήταν δυο συμμαθητές που είχαν κανονίσει να συναντιούνται κάθε δέκα χρόνια μετά την αποφοίτησή τους από το Γυμνάσιο.
Την πρώτη φορά που συναντώνται:
(Αγκαλιάζονται με δάκρυα κλπ)
- Τι κάνεις βρε; Πώς τα πας; Μια χαρά σε βλέπω.
- Ε, να, δε λέω, καλά τα κατάφερα. Τελείωσα σπουδές στα Οικονομικά, έκανα κι ένα MBA, και βρήκα χρηματοδότες για να φτιάξω μια δική μου εταιρεία.
Πάει πολύ καλά, κι έχω πολλά σχέδια να την επεκτείνω. Μένω σε μια βίλα στη Γλυφάδα. Εσύ όμως; Δε σε βλέπω και τόσο καλά.
- Ασε. Βράσ΄ τα. Δούλεψα λίγο από δω κι από κει και μετά πήγα στρατό.
Εκεί απόκτησα και την κακή συνήθεια του ποτού. Από τότε που απολύθηκα προσπαθώ χωρίς αποτέλεσμα να βρω καμιά καλή δουλειά, αλλά δε στεριώνω πουθενά. Είμαι αρκετά απογοητευμένος. Και πίνω, πίνω, πίνω...
Μετά από δέκα χρόνια ξανασυναντώνται:
- Ώπα! Τι γίνεσαι βρε παλιόφιλε; Τι βλέπω; Δαχτυλίδι είναι αυτό;
- Ε, ναι. Παντρεύτηκα ξέρεις. Θυμάσαι εκείνη τη συμμαθήτριά μας που έγινε μετά μοντέλο; Κάπου συναντηθήκαμε και ξαναφούντωσε ο παλιός έρωτάς μας.
Έχω και τρία παιδιά. Κι οι δουλειές, δε λέω πάνε πολύ καλά. Τώρα είμαι επικεφαλής ενός τεράστιου ομίλου επιχειρήσεων, του μεγαλύτερου της χώρας. Συναντιέμαι συχνά με υπουργούς για δουλειές και γνωρίζω προσωπικά και τον πρωθυπουργό. Έχω καμιά δεκαριά βίλες τώρα, αλλά μένω και αρκετά στα ξενοδοχεία μου, καθώς ταξιδεύω πολύ. Εσύ πώς πας;
- Ας τα. Από το κακό στο χειρότερο. Είμαι πέντε χρόνια τώρα άνεργος. Οι γυναίκες δε γυρίζουν ούτε να με κοιτάξουν. Πήρα και δεκαπέντε κιλά. Το μόνο που με ευχαριστεί για να ξεχνιέμαι και λίγο είναι το ποτό. Και πίνω, πίνω, πίνω...
Μετά από δέκα χρόνια ξανασυναντώνται:
- Ωωω! Τον αγαπητό. Μα τι βλέπω; Πώς είσαι έτσι ντυμένος; Αρχοντας σωστός! Και πούρο!
- Ε, ναι! Βλέπεις, τα πράγματα πάνε όλο και καλύτερα. Ο όμιλός επιχειρήσεών μου είναι τώρα μια από τις μεγαλύτερες πολυεθνικές.
Νταραβερίζομαι με όλους τους μεγάλους του κόσμου, τον πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών, τον σύντροφο επικεφαλής της Ρωσίας, τους Ευρωπαίους πρωθυπουργούς και βασιλιάδες. Αυτό τον καιρό σχεδιάζουμε τη συγχώνευση της Κόκα Κόλα και των μεγαλύτερων εταιριών πετρελαίου και αυτοκινήτων διεθνώς! (Σκύβει στο αυτί του άλλου) Αγόρασα και τον όμιλο του Рlаyвоy και ... Καταλαβαίνεις! (Κλείνει το μάτι). Αλλά εσένα σε βλέπω χάλια.
- Δε λες τίποτα! Τα χρόνια περνάνε και ακόμα από δουλειά τίποτα.
Έφτασα να ζω με ελεημοσύνες. Μένω σε μια εγκαταλειμμένη τρώγλη. Και πίνω, πίνω, πίνω, όλο και περισσότερο...
Μετά από δέκα χρόνια ξανασυναντώνται:
- Τι γίνεσαι βρε; Μα, πως είσαι έτσι; Τι γίναν τα μεγαλεία σου;
- Ας τα να πάνε! Με συντάραξε ένα τεράστιο σκάνδαλο. Με ρήμαξε κυριολεκτικά, καταστράφηκα. Μου τα φάγανε όλα οι δικηγόροι στα δικαστήρια και οι γιατροί, γιατί βλέπεις από τη στενοχώρια μου έπαθα τρία εμφράγματα και καρκίνο του προστάτη. Με παράτησαν όλοι, ακόμα και η γυναίκα μου, αφού μου απέσπασε ως διατροφή τα τελευταία μου λεφτά.
Βρίσκομαι στο έσχατο στάδιο. Έφτασα να παρακαλάω να πεθάνω... Εσένα όμως σε βλέπω μια χαρά.
- Ναι, βλέπεις, αποφάσισα τελικά να κόψω το ποτό. Τώρα ζω σχετικά ήσυχα αποτραβηγμένος στο ιδιόκτητό νησί μου και διοργανώνω που και που κανένα παρτάκι με μικρούλες ή κανένα ταξιδάκι στην Ελβετία.
- Μα καλά; Που βρήκες τα λεφτά;
- Ε, να μωρέ... Πούλησα τα μπουκάλια!
Γελάει καλύτερα όποιος έχει καλύτερα δόντια.
Των φρονίμων τα παιδιά, πριν πεινάσουν δεν πεινούσαν.
Όπου λαλούν πολλοί κοκόροι δεν μπορείς να κοιμηθείς.
Κύλησε ο τέτζερης και χύθηκε η σούπα.
Δώσε αέρα στον χωριάτη όταν κάνει καταδύσεις.
Στου κουνγκ-φού την πόρτα υπάρχει μία τρύπα από κλωτσιά.
Όποιος βαριέται να ζυμώσει παίρνει έτοιμο ψωμί.
Όποιος βιάζεται φτάνει γρηγορότερα.
Μη μιλάς, μη γελάς, κινδυνεύει η Ελλάς.
Από την πόλη έρχομαι και πάω στο χωριό.
Όποιος δεν έχει μυαλό, είναι άμυαλος.
Ένα μήλο την ημέρα δεν μπορεί να σε χορτάσει.
Όπου ακούς πολλά κεράσια, εκεί υπάρχει κερασιά.
Παπούτσι από τον τόπο σου κι ας είναι και γοβάκι.
Μια του κλέφτη, δυο του κλέφτη, πάνε τα λεφτά των συνταξιούχων.
Κάλλιο πέντε και στο χέρι, από το να σου βάζουν χέρι.
Όσα δεν φτάνει η αλεπού δεν τα φτάνει κι η νυφίτσα.
Το καλό το παληκάρι βοηθάει την μαμά του.
Δουλειά δεν είχε ο διάολος και γράφτηκε στον Ο. Α. Ε. Δ.
Η γριά κότα θα ψοφήσει όπου να ναι.
Ο γέρος ή από πέσιμο θα πάει ή από Θηβών.
Κάνε το καλό και δώσε το σε μένα.
Σαν (Sun) θέλει η νύφη κι ο γαμπρός, Ντέιλυ Μίρρορ (Daily mirror) θέλει ο πεθερός.
Η πολλή δουλειά απαιτεί υπερωρίες.
Όποιος νυχτοπερπατεί κοιμάται ξημερώματα.
Γύρο-γύρο όλοι, εγώ προτιμώ μπιφτέκι.
Από μικρό κι από τρελλό μαθαίνεις παραμύθια.
Στερνή μου γνώση επιτέλους ήρθες.
Έλα μπάρμπα μου να σου δείξω το INTERNET.
Μπρος γκρεμός και πίσω δρόμος.
Η αρχή είναι το ήμισυ του αρχιμανδρίτη.
Χάνει η μάνα το παιδί και το παιδί τη βρίσκει.
Φύλαγε τα ρούχα σου βάζοντας ναφθαλίνη.
Μάρτυς γδάρτης θα σε στείλει φυλακή.
Πήγε για μαλλί (της γριάς) και βγήκε με ποπ-κορν.
Ή στραβός είναι ο γιαλός ή ίσιος.
Κάποιο λάκκο έχει ο δρόμος.
Χέσε μέσα Πολυχρόνη, γιατί δεν μπορώ να καθαρίζω άλλο.
Κι αν είσαι και παπάς μάλλον στον Παράδεισο θα πας.
Μάτια που δεν βλέπονται χρειάζονται επειγόντως λίφτιγκ.
Όταν λείπει η γάτα έχεις οικονομία στα friskies.
Όποιος ανακατεύεται με τα πίτουρα ας τρώει καλαμπόκι.
Είπε ο γάιδαρος τον πετεινό κοκόρι.
Οι πόντιοι Κωστίκας και Γιωρίκας αποφασίζουν να ανοίξουν ένα κρεοπωλείο. Ανοίγουν λοιπόν το μαγαζί και περιμένουν την πελατεία.
Λέει ο Γιωρίκας στον Κωστίκα:
- Ρε συ Κωστίκα, Δε θα ήταν καλύτερα να κάνουμε μια προπόνηση για να δούμε πως θα μιλάμε στους πελάτες;
- Δίκιο έχεις ,απαντάει ο Κωστίκας.
-ʼκου τι θα κάνουμε, εσύ θα βγεις έξω και θα ξαναμπείς για να παραγγείλεις σαν να είσαι πελάτης, εντάξει;
- Εντάξει, απαντά ο Κωστίκας και βγαίνει έξω.
Ξαναμπαίνει μετά από δυο λεπτά και λέει:
- Καλημέρα.
- Καλημέρα, πως μπορώ να σας εξυπηρετήσω;
- Θα ήθελα μια πορτοκαλάδα, απαντά ο Κωστίκας.
- Τι πορτοκαλάδα ρε βλάκα, κρεοπωλείο είμαστε όχι καφενείο. Βγες έξω και ξαναδοκίμασε.
Πράγματι βγαίνει έξω και ξαναμπαίνει.
- Καλημέρα σας.
- Καλημέρα σας, τι θα θέλατε;
- Θα ήθελα μια πορτοκαλάδα.
Ο Γιωρίκας σταλμένος τελείως αρχίζει να τον βρίζει.
- Τι λες, μωρέ πανηλίθιε, βλάκα τόσο κόπανος είσαι; Δεν γίνεται έτσι δουλειά, λοιπόν θα κάνεις εσύ τον καταστηματάρχη και εγώ τον πελάτη.
Βγαίνει έξω ο Γιωρίκας και ξαναμπαίνει μετά από λίγο.
- Καλημέρα σας, θα ήθελα μισό κιλό κιμά.
- Τα μπουκάλια τα έφερες;