Πήγε ο Πόμπος να εξομολογηθεί:
- Πάτερ μου, αμάρτησα.
- Τι έκανες, παιδί μου;
- Έκανα σχέση με μία κοπέλα. Πήγα να την δω σπίτι της, και η μάνα της έλειπε για ψώνια, ο κύρης της ήταν στην δουλειά και η αδερφή της ήταν στα καταστήματα. Είμασταν μόνοι μας. Και έξω έβρεχε πολύ... Ε, και το κάναμε...
- Τι λες ρε; Μια βδομάδα νηστεία, και να μην το ξανακάνεις.
Την άλλη βδομάδα ξαναπάει ο Πόμπος.
- Πάτερ μου, αμάρτησα.
- Τι έκαμες πάλι, ρε;
- Ε, πήγα να δώ την κοπέλα στο σπίτι της, και έλειπε. Και η μάνα της έλειπε για ψώνια, ο κύρης της ήταν στην δουλειά. Είμασταν μόνοι μας με την αδερφή της. Και έξω έβρεχε πολύ... Ε, και το κάναμε...
- Τι έκανες λέει; Κωλόπαιδο. Δύο βδομάδες νηστεία, βρε! Και να μην το ξανακάνεις.
Μετά από τις δύο βδομάδες ξαναπάει ο Πόμπος.
- Πάτερ μου, αμάρτησα.
- Τι έκαμες πάλι, ρε;
- Ε, πήγα να δώ την κοπέλα στο σπίτι της, και έλειπε. Και η αδερφή της έλειπε και ο κύρης της ήταν στην δουλειά. Είμασταν μόνοι μας με την μάνα της. Και έξω έβρεχε πολύ... Ε, και το κάναμε...
- Τι έκανες λέει; Δεν ντρέπεσαι καθόλου; Ένα μήνα νηστεία, βρε! Και να μην το ξανακάνεις!
Σε ένα μήνα ξαναπάει ο Πόμπος.
- Πάτερ μου, αμάρτησα.
- Τι έκαμες πάλι, σκύλου γέννα;
- Ε, πήγα να δώ την κοπέλα στο σπίτι της, και έλειπε. Και η μάνα της έλειπε για ψώνια, και η αδερφή της έλειπε. Είμασταν μόνοι μας με τον κύρη της. Και έξω έβρεχε πολύ... Ε, και το κάναμε...
- Ρε κωλόπαιδο! Αρχίδι! Δεν μου έρχονται λέξεις να σε περιγράψω! Φύγε να μην σε βλέπω!
- Μα που να πάω, παπά μου; Είμαστε και μόνοι μας... Και έξω βρέχει πολύ...
Κάποτε συναντήθηκαν 3 ιερείς, ένας χριστιανός ορθόδοξος, ένας μουσουλμάνος και ένας καθολικός, όπου συζητούσαν για τον τρόπο που μοιράζουν τα λεφτά της εκκλησίας.
Αρχίζει πρώτος ο καθολικός και λέει:
- Εμείς οι καθολικοί, απλώνουμε ένα κόκκινο μακρί χαλί, τραβάμε μια γραμμή κάπου σε αυτό, και σκορπίζουμε το κουτί με τα λεφτά της εκκλησίας πάνω του.
Όσα λεφτα περάσουν την γραμμή είναι του Θεού τα υπόλοιπα δικά μας! Μετά λέει και ο μουσουλμάνος τι κάνουν με τα λεφτά:
- Εμείς πηγαίνουμε σε ένα χωράφι, ανοίγουμε μια τρύπα χάμω και ρίχνουμε τα λεφτά απο το κουτί στο χώρο γύρο απο την τρύπα, όσα μπούνε στην τρύπα είναι του Θεού, τα υπόλοιπα δικά μας!
Μετά έρχεται και και η σειρά του χριστιανού ιερέα:
- Εμείς πηγαίνουμε σε ένα ανοιχτό μέρος, παίρνουμε το κουτί με τα λεφτά και τα ρίχνουμε ψηλά στον αέρα. Όσα προλάβει να πιάσει ο Θεός είναι δικά του, τα υπόλοιπα δικά μας!
Ήταν ο Πελέ, ο Μαραντόνα και ο Κατσουράνης σε ένα αεροπλάνο. Ξαφνικά κάτι συνέβηκε στις μηχανές και το αεροπλάνο έπεσε στην Αφρική.
Τους βρίσκει ένας Αφρικανός και τους πάει στον αρχηγό τους.
- Ποιοί είστε; ρωτάει ο αρχηγός.
- Είμαστε διάσημοι ποδοσφαιριστές, λένε αυτοί.
- Καλά, λέει ο αρχηγός, πείτε μου τα ονόματά σας, και αν σας ξέρουμε θα γλιτώσετε. Αλλιώς κατευθείαν στην κρεμάλα!
Πρώτος πάει ο Πελέ.
- Πελέ! Βραζιλιάνος άσσος του ποδοσφαίρου.
Καμία ένδειξη αναγνώρισης από τους ιθαγενείς, και τον κρεμάνε!
Ο Μαραντόνα ήταν επόμενος και λέει με αυτοπεποίθηση:
- Μαραντόνα!
Τον κοιτάν χωρίς αντίδραση.
- Διαμάντι του ποδοσφαίρου! συνεχίζει ο Μαραντόνα.
Πάλι ανέκφραστοι οι μαύροι...
- Ναρκωτικά! Αργεντινή!
Οι ιθαγενείς τίποτε! Δεν τον ήξεραν και τον κρέμασαν και αυτόν. Τελευταίος φοβισμένος προχωράει προς την κρεμάλα ο Κατσουράνης.
Του φωνάζει ο αρχηγός:
- Ε, που πας;
- Ε, αν δεν ήξερες τον Πελέ και τον Μαραντόνα, εμένα θα ξέρεις; Κώστας Κατσουράνης, ΑΕΚΑΡΑ!
- Ω, φίλε μου! απαντά ο αρχηγός και τον αγκαλιάζει. Ο Έμερσον είναι ξαδερφός μου!
O... Κούκος.
Τις προάλλες ειχα βγει με "τα κοριτσια". Υποσχέθηκα στον άντρα μου οτι θα είμαι σπίτι τα μεσάνυχτα, όμως με καλή παρέα και μπολικες μαργαρίτες, η ώρα περνάει χωρίς να το καταλάβεις.
Έτσι, εντελώς λιώμα έφτασα στο σπίτι κατα τις 3 το πρωί. Με το που κλείνω την πόρτα, ακούω το ρολόι με τον Κούκο να χτυπάει την ώρα... Αμέσως συμπλήρωσα άλλα 9 "κου-κου" και πήγα ευχαριστημένη για ύπνο.
Το πρωί, ο άντρας μου με ρώτησε τι ώρα ήρθα και φυσικά του είπα "τα μεσάνυχτα".
- Α, ωραία, πέρασες καλά; Σήμερα θα πρέπει να πάω να πάρω ένα άλλο ρολόι με κούκο, γιατί αυτό που έχουμε χάλασε...
- Μπα, τον ρώτησα, τι έπαθε αυτό;
- Να, χτες το βράδυ ο κούκος χτύπησε τρείς φορές, είπε "σκατά, την γαμήσαμε", χτύπησε άλλες τέσσερεις, καθάρισε τον λαιμό του, χτύπησε άλλες τρείς, έβηξε, χτύπησε άλλες δύο, σκόνταψε επάνω στο τραπεζάκι και έκλασε!