Περπατούσε ένας στον δρόμο και τον παρακαλάει μία τυφλή, ωραία γυναίκα, να την περάσει στο απέναντι πεζοδρόμιο.
Την περνά αυτός απέναντι:
- Έκανες που έκανες το καλό, λέει η τυφλή, δεν με πας και παρακάτω;
- Αντε, να σε πάω, λέει ο φίλος μας κοιτώντας το ρολόι του, μιας και τον περίμενε η γυναίκα του.
- Έκανες που έκανες το καλό, δεν με πας και μέχρι το σπίτι μου;
- Ε, να σε πάω.
- Έκανες που έκανες το καλό, δεν με ανεβάζεις και πάνω;
- Ε, να σε ανεβάσω, ξαναλέει κοιτώντας το ρολόι του.
- Έκανες που έκανες το καλό, δεν με γδύνεις κιόλας;
- Ε, να σε γδύσω...
- Έκανες που έκανες το καλό, δεν με πηδάς κιόλας γιατί έχω να πάω με άνδρα 3 χρόνια;
- Ε, να σε πηδήξω...
Τελικά φτάνει στο ραντεβού με την γυναίκα του με καθυστέρηση 2 ωρών.
- Που ήσουνα, ρωτάει η γυναίκα, και με έστησες να σε περιμένω δύο ώρες;
- Ασε βρε γυναίκα, που να στα λέω... Μου έτυχε μία τυφλή στον δρόμο...
Είναι που λέτε μια ξανθιά, μια μελαχρινή και μια κοκκινομάλλα, οι οποίες έχουν ναυαγήσει σε ένα ερημονήσι. Η απέναντι ακτή απέχει 100 μίλια, πολύ μεγάλη απόσταση.
Αλλά, μια και δεν έχουν καθόλου φαγητό και νερό πρέπει να προσπαθήσουν να τη διασχίσουν αλλιώς θα πεθάνουν. Κανονίζουν, λοιπόν να φύγει μια από αυτές και να πάει να φέρει βοήθεια. Ξεκινάει λοιπόν η κοκκινομάλλα, η οποία κάνει δέκα μίλια, νιώθει ότι δεν μπορεί να τα καταφέρει και γυρίζει πίσω. Μετά αποφασίζουν να δοκιμάσει η μελαχρινή, η οποία ήταν σε καλύτερη φυσική κατάσταση. Πράγματι, έκανε 15 μίλια, αλλά κουράστηκε και αυτή και γύρισε πίσω. Έτσι, απέμεινε η ξανθιά. Βλέποντας ότι είναι η μόνη ελπίδα που είχαν, η ξανθιά ξεκίνησε με όλες της τις δυνάμεις, έκανε 95 μίλια, και ξεθεωμένη είπε:
- Αποκλείεται να τα καταφέρω.
Και γύρισε πίσω.
Ένας Κύπριος, ένας Κουβανός και ένας Σκωτσέζος μια μέρα κάθονταν σε ένα εστιατόριο στην κορυφή ενός ουρανοξύστη.
Ο Σκωτσέζος παράγγειλε μια μπουκάλα μεγάλη ουίσκι 20 λίτρων πίνει 1-2 γουλιές και την πετάει από το παράθυρο. Ο Κύπριος του φωνάζει Ρε κουμπάρε γιατί το πέταξες, στην Κύπρο η μπουκάλα είναι 20 λίρες και αυτός απαντά ... Ότι το έχουν σαν το νερό στην Σκωτία
Ο Κουβανός παράγγειλε ένα πούρο 50 εκ ρουφάει μια δυο φορές τον καπνό και τον πετάει από το παράθυρο. Ξανά το ίδιο του φωνάζει Ρε κουμπάρε γιατί το πέταξες, στην Κύπρο το πούρο αυτό είναι 15 λίρες και αυτός απαντά ... Ότι το έχουν σαν τους στύλους (πασσάλους) της ηλεκτρικής στην κουβά
Ο Κύπριος σκεφτόταν τι να κάνει, τι να κάνει και ξαφνικά έρχεται ένα γκαρσόνι από την Σρι Λάνκα τον αρπάζει και τον πετάει από το παράθυρο, ο Κουβανός και ο Σκωτσέζος άρχισαν να φωνάζουν, τι έκανες ρε κουμπάρε και ο Κύπριος ατάραχα τους λέει ρε κουμπάρε εμείς τούτους έχουμε τους όπως τους λυμπούρους (μυρμήγκια) στην Κύπρο.
Πάει ο Νόντας να αγοράσει αγελάδες.
Νόντας: Έχετε Αγελάδες για πούλημα ;
Βοσκός: Έχω κάτι μαύρες καταπληκτικές.
Νόντας: Και οι άσπρες εκεί πιο κάτω;
Βοσκός: Και αυτές καταπληκτικές είναι.
Νόντας: Ωραία, όμως επειδή δεν έχω πολύ χρόνο, χρειάζονται πολύ ώρα για βοσκή...
Βοσκός: Τίποτα φίλε μου, οι μαύρες αγελάδες ούτε ένα τέταρτο.
Νόντας: Και οι άσπρες;
Βοσκός: Και οι άσπρες, ούτε ένα τέταρτο.
Νόντας: Τόσο λίγο; Αρα θα έχουν πολύ λίγο γάλα.
Βοσκός: Τι είπες τώρα ρε φιλαράκο; Οι μαύρες αγελάδες βγάζουν κουβάδες γάλα. Όρεξη να έχεις να αρμέγεις.
Νόντας: Και οι άσπρες;
Βοσκός: Και οι άσπρες, πολύ γάλα.
Νόντας: Από γεννητούρια καλά;
Βοσκός: Οι μαύρες αγελάδες πιάνουν με το μάτι. Πολλά γεννητούρια!
Νόντας: Και οι άσπρες;
Βοσκός: Και οι άσπρες, πολλά... πολλά...
Νόντας: Από κρέας; Έχουν καλό κρέας;
Βοσκός: Κρέας; Όχι και κρέας! ΛΟΥΚΟΥΜΙ! Οι μαύρες αγελάδες έχουν το καλύτερο κρέας που έχεις φάει!
Νόντας: Και οι άσπρες;
Βοσκός: Και οι άσπρες, ΛΟΥΚΟΥΜΙ!
Νόντας: Ωραία θα αγοράσω μαύ ρες αγελάδες. Αλλά λύσε μου μια απορία: Γιατί τόση εμμονή με τις μαύρες αγελάδες;
Βοσκός: Έχεις δίκιο φίλε μου. Έχω εμμονή με τις μαύρες αγελάδες, γιατί οι μαύρες αγελάδες είναι δικές μου!
Νόντας: Και οι άσπρες;
Βοσκός: Και οι άσπρες, δικές μου είναι!