Skip to main content
Γιατί απέλυσα τη γραμματέα μου!
Προσέξτε μην σας συμβεί...
Πριν από δύο εβδομάδες ήταν τα 45α γενέθλια μου και δεν αισθανόμουν ιδιαίτερα καλά γι αυτό. Κατέβηκα να πάρω το πρωινό μου ξέροντας
Ότι η γυναίκα μου θα μου έφτιαχνε το κέφι με τις ευχές της και ίσως και με κάποιο δώρο.
Όχι μόνο δεν μου ευχήθηκε, δεν είπε ούτε "καλημέρα"! "Καλά να πάθεις, που θελες και παντρειές", σκέφτηκα. Παρηγορήθηκα όμως γιατί φανταζόμουνα ότι τα παιδιά θα το θυμόντουσαν. Τα παιδιά όμως κατέβηκαν για πρωινό και δεν είπαν λέξη.
Όταν έφτασα στο γραφείο, ήμουν τελείως πεσμένος και απογοητευμένος.
Καθώς έμπαινα, η γραμματέας μου η Τζάνετ μου είπε, "Καλημέρα κύριε διευθυντά, Ευτυχισμένα Γενέθλια." Αισθάνθηκα καλύτερα, κάποιος τουλάχιστον με θυμήθηκε. Δούλεψα μέχρι το μεσημέρι. Κάποια στιγμή, η Τζάνετ μου χτύπησε την πόρτα και είπε, "Ξέρετε, Έξω έχει υπέροχο καιρό και μια και είναι τα γενέθλια σας, τι θα λέγατε να πηγαίναμε για γεύμα οι δυο μας;"
"Αυτό είναι η καλύτερη ιδέα που άκουσα σήμερα. Πάμε". Πήγαμε για φαγητό. Δεν πήγαμε εκεί που τρώγαμε συνήθως αλλά σε ένα μικρό απομονωμένο μέρος στην εξοχή. Πήραμε δύο μαρτίνι και απολαύσαμε φοβερά το γεύμα μας. Κατά την επιστροφή μου είπε, "Μια τόσο όμορφη μέρα δεν χρειάζεται να επιστρέψουμε στο γραφείο, έτσι;"
"Υποθέτω πως όχι" απάντησα εγώ. "Πάμε στο διαμέρισμά μου", μου είπε εκείνη. Φτάνοντας στο διαμέρισμα μου είπε, "Κύριε διευθυντά, αν δεν σας πειράζει, θα πάω στο υπνοδωμάτιο να βάλω κάτι πιο άνετο."
"Βεβαίως", απάντησα ενθουσιασμένος.
Πήγε στο δωμάτιο και, μετά από κανένα πεντάλεπτο, βγήκε κρατώντας μια τούρτα γενεθλίων, ακολουθούμενη από τη γυναίκα μου, τα παιδιά, και ντουζίνες ολόκληρες από οικογενειακούς φίλους. Όλοι τραγουδούσαν το τραγουδάκι των γενεθλίων... και εγώ καθόμουν εκεί, στον καναπέ... θεόγυμνος.
Ένα ζευγάρι, ήταν νιόπαντρο, μόλις δύο εβδομάδων. Ο σύζυγος, αν και πολύ ερωτευμένος, ανυπομονούσε να πάει στην πόλη και να διασκεδάσει με τους παλιούς του φίλους, και λέει στη νέα γυναίκα του:
- "Γλύκα, θα γυρίσω αμέσως."
- "Που πας λουκουμάκι μου;", ρώτησε η γυναίκα του.
- "Πάω σε ένα μπαρ, κούκλα μου για μια μπύρα."
Τότε η γυναίκα του, του λέει:
- "Θέλεις μπύρα αγάπη μου;"
Πάει στο ψυγείο, ανοίγει την πόρτα, και του δείχνει 25 διαφορετικά είδη μπύρας, από 12 διαφορετικές χώρες Γερμανία, Ολλανδία, Ιαπωνία, Ινδία, κ. Λ. Π. Ο σύζυγος δεν ξέρει τι να κάνει, και το μόνο πράγμα που μπορεί να σκεφτεί είναι:
- "Ναι, τρελιάρα μου αλλά το μπαρ, ξέρεις, έχει το παγωμένο ποτήρι."
Δεν πρόλαβε να τελειώσει την πρόταση του, όταν η γυναίκα του τον διακόπτει, και του λέει:
- "Θέλεις παγωμένο ποτήρι, γλυκούλη μου;"
Πάει στην κατάψυξη και βγάζει ένα τεράστιο ποτήρι μπύρας, τόσο παγωμένο που κρύωνε που το κρατούσε.
Ο σύζυγος, έδειχνε λιγάκι χλωμός, και λέει:
- "Αγαπούλα μου, στο μπαρ όμως έχουν αυτά τα ορεκτικά, που είναι αληθινά νοστιμότατα. Δε θα αργήσω. Θα γυρίσω αμέσως. Στο υπόσχομαι. Εντάξει;"
- "Θέλεις ορεκτικά τσακπινογαργαλιάρη μου;" λέει η γυναίκα.
Ανοίγει τον φούρνο, και βγάζει έξω 15 πιάτα διαφορετικών ορεκτικών φτερούγες κοτόπουλου, χοιρινό κρέας, κ. Λ. Π.
- "Μα γλυκό μου αγριομανουλομάνουλο, στο μπαρ φωνάζουν, άσχημα λόγια και τέτοια..."
- "Θέλεις άσχημα λόγια μελομακάρονό μου; Ορίστε πιες τη γαμημένη μπύρα σου και φάε τα γαμημένα σνακς σου, γιατί δεν πρόκειται να πας πουθενά το `πιασες μαλάκα."
Ήταν τρεις φίλες, η Αννα, η Βαρβάρα και η Γωγώ. Αυτές λοιπόν οι τρεις φίλες, πήγαιναν κάθε απόγευμα για καφέ. Ένα απόγευμα λοιπόν λέει η Αννα:
- Κορίτσια, δεν θα πιστέψετε τι μου συνέβη χθες. Ήρθε ο Ανδρέας αργά από την δουλειά του, κατασκοτωμένος από την κούραση και του λέω:
"Πήγαινε μωρό μου να κάνεις ένα κρύο μπάνιο κι έλα εδώ, να σε ξεκουράσω εγώ."
Kι έτσι έγινε. Mέχρι να βγει από το μπάνιο, εγώ είχα φορέσει ότι πιο πρόστυχο εσώρουχο είχα και τον περίμενα. Μόλις βγήκε, του τραβάω την πετσέτα του, τα πιάνω και του λέω:
"Mωρό μου, τι κρύα αρχίδια είναι αυτά που έχεις; Έλα εδώ να σου τα ζεστάνω εγώ." Kι έγινε κορίτσια της τρελής μέχρι το πρωί!
- Θα το δοκιμάσω κι εγώ, λέει η Βαρβάρα.
Την επόμενη μέρα λοιπόν, βρίσκονται πάλι οι τρεις φίλες και κατενθουσιασμένη η Βαρβάρα τους λέει:
- Αννα είχες απόλυτο δίκιο. Έκανα ακριβώς το ίδιο και είχε... φοβερά αποτελέσματα. Ήρθε χθες ο Βασίλης από τη δουλειά, ψόφιος από την κούραση. Και του είπα:
"Πήγαινε μωρό μου να κάνεις ένα κρύο μπάνιο κι έλα εδώ σε εμένα να σε ξεκουράσω."
Mέχρι να βγει από το μπάνιο, φόρεσα ότι πιο πρόστυχο βρήκα μπροστά μου και μόλις βγαίνει από το μπάνιο, του τραβάω την πετσέτα, του τα πιάνω και του λέω:
"Mωρό μου, τι κρύα αρχίδια είναι αυτά που έχεις; Έλα εδώ να σου τα ζεστάνω."
Kι έγινε της κόλασης μέχρι το πρωί.
Tότε, σκέφτηκε και η Γωγώ:
- Γιατί μόνο αυτές; Θα δοκιμάσω κι εγώ!
Την επόμενη μέρα λοιπόν, θα ξαναβρίσκονταν οι τρεις φίλες. Η Γωγώ όμως είχε περιέργως αργήσει. Κάποια στιγμή, μετά από πάρα πολύ ώρα, έρχεται η Γωγώ, μαύρη από το ξύλο, γεμάτη μελανιές και γδαρσίματα.
- Τι έπαθες καλέ; τη ρωτάνε οι φίλες της.
- Να, πριν λίγο που ήρθε ο Γιάννης από την δουλειά, πεθαμένος από την κούραση, του λέω:
"Πήγαινε μωρό μου να κάνεις ένα κρύο μπάνιο και έλα μετά εδώ σε εμένα να σε ξεκουράσω."
Eν τo μεταξύ, φόρεσα ότι πιο πρόστυχο είχα στο σπίτι.
- Ε, ωραία και μετά τι έγινε;
- Μόλις βγήκε από το μπάνιο, πάω κοντά του, του τραβάω την πετσέτα και του λέω:
"Mωρό μου, γιατί έχεις ζεστά αρχίδια; O Ανδρέας και ο Βασίλης τα είχαν κρύα!"
Συμμετοχή σε τηλεπαιχνίδι.
- Παρουσιαστής: Θα σας κάνω τρεις ερωτήσεις αν απαντήσετε σωστά θα κερδίσετε 3,000,000 δρχ. Ξεκινάμε... 1 Ερώτηση: Τί είναι αυτό που κάνει νιαου-νιαου στα κεραμίδια; -Παίχτης.: Είναι μια Γάτα.
- Παρουσιαστής: Λυπάμαι χάσατε, ήταν μαύρη η γάτα.
- Παίχτης:! -Παρουσιαστής: Ερώτηση 2η. Τι είναι αυτό που έχει μηχανή μπροστά, βαγόνια πίσω, κάνει τσαφ-τσουφ και τρέχει σε ράγες; -Παίχτης: Είναι ένα τραίνο Κύριε..
- Παρουσιαστής: Λυπάμαι χάσατε, ήταν εμπορικό το τραίνο.
- Παίχτης:! -Παρουσιαστής: Τι είναι αυτό που έχει μηχανή, τιμόνι, 4 ρόδες και περπατά στον δρόμο; -Παίχτης: Αυτοκίνητο Κύριε...
- Παρουσιαστής: Λυπάμαι Κύριε χάσατε ήταν φορτηγό αυτοκίνητο. Δεν κερδίσατε μίαν άλλη φορά.
- Παίχτηs: Κύριε παρουσιαστά θα ήθελα να σας κάνω και εγώ μια μόνο ερώτηση και εάν κερδίσετε θα σας δώσω 10,000,000δρχ -Παρουσιαστής: Δέχομαι! -Παίχτης: Τι είναι αυτό που είναι ανάμεσα σε δυο γυναικεία πόδια, έχει χειλάκια και γύρω-γύρω τρίχες; -Παρουσιαστής: M**νί Κύριε.
- Παίχτης: Λυπάμαι φίλε έχασες ήταν της μάνας σου το Μ**νί
Ενα ζευγαρι εχει μολις κανει ερωτα για πρωτη φορα στην κρεβατοκαμαρα της γυναικας και ξαπλωνουν κι οι δυο εξαντλημενοι κι αγκαλιασμενοι..
Σε καποια στιγμη τα ματια του νεαρου πεφτουν πανω στην κορνιζα που βρισκεται στο κομοδινο.
Ειναι μια φωτογραφια ενος αντρα αρρενωπου , με γενεια και πονηρο χαμογελο.
" Δεν πιστευω να εισαι παντρεμενη..." κανει ο νεαρος "
Και να ειναι o αντρας σου αυτος? "
" Οχι , χαζουλι, δεν ειναι ο αντρας μου , δεν ειμαι παντρεμενη " του απαντα εκεινη.
" Τοτε καποιος ιδιαιτερος γκομενος ? " ξαναρωταει εκεινος διστακτικα.
" Οχι , οχι , που παει ο νους σου..."
" Αδερφος , πατερας σου , θειος ? "
" Τς , τς , τς... Μαντεψε ξανα " τον τσιγλαει εκεινη.
" Μμμμ... Καποιος φιλος σου αγαπημενος τοτε? " αναρωτιεται πλεον ευλογα ο νεαρος.
" Οχι βρε χαζούλι, εγω ειμαι, πριν την εγχειρηση! "
Ήταν μια φορά ένα ζιγκολό που την είχε πενήντα (50) πόντους και χρέωνε με τον πόντο. Ο κάθε πόντος πήγενε 10.000 δρχ. Δηλαδή σου έβαζε 30 πόντους, πλήρωνες 30.000. Αν σου έβαζε 40 πόντους, πλήρωνες 40.000 δρχ. κ. Ο. Κ. Ήταν λοιπόν μια κοπέλα που τον γούσταρε πολύ αλλά δεν είχε λεφτά. Τόσες φορές τον είχε παρακαλέσει αλλά εκείνος ήταν ανένδωτος:
"Τζάμπα δε γ**ώ". Το βάζει λοιπόν σκοπό η κοπέλα, και αρχίζει να κάνει οικονομίες. Όταν είχε μαζέψει 10.000 πάει και τον βρίσκει, του δίνει τα λεφτά, "παίρνεις δέκα πόντους με αυτά τα χρήματα".
"Εντάξει" του λέει αυτή, συμβιβάζεται αφού δεν είχε άλλα λεφτα. Πάνε λοιπόν, για να το κάνουν.
Γδύνετε η κοπέλα, βγάζει ο τύπος τη μαλαπέρδα. Μετράει δέκα πόντους και βάζει σημάδι με το μαρκαδόρο, και τσουπ της τη βάζει. Δέκα πόντους, ούτε χιλιοστό παραπάνω. Εκει λοιπόν που το κάνανε, τρώει μια γλίστρα ο τυπάς, και τη βάζει κατά λάθος μέσα όλη!
"ΑΑΧΧ ! Το μο**ί μου!" ουρλιάζει η λεγάμενη! "Ποιό μου** σου μωρέ... εδώ πάθαμε 40.000 ζημιά..!"
Η Πεντάμορφη και το Πέος.
Ο κώλος τους πάει πολύ
Πάνω κάτω κι οπισθίως
Πρωκτικό ένστικτο
Μπες μπες στον ποπό της Μπαμπέτ
Η κυρία κι ο σκύλος
Παγκόσμιος πισοχώστης
Εφιάλτης στο δρόμο με τα πέη
Παραλλαγές σε έναν κώλο
O Παλούκι Λουκ στην άγρια στύση
Ο γάντζος του πειρατή
Πρωκτέιλ
Το φιλί της γυναίκας αρπάχτρας
Οι βυζομπάστερς
Ολική οπισθοφορά
Ταρζάν, η ψωλή της ζούγκλας
Αγάπη μου, μεγέθυνα την ψωλή μου
Σας παρακαλώ, αλλάξτε μου τα φώτα
Ο κύκλος των διεστραμμένων εραστών Το σκληρό πουλί της νιότης
Το σκληρό πουλί της νιότης
Ο Ρομπέν των πρωκτών
Εδωάρδ ο Πεοχέρης
Το πορτρέτο του Δόριαν Πέη
Buttman
Ο κύκλος των τουρλωμένων πισινών
Ο οδηγός της ανώμαλης Νταίζη
Η κοκκινομουνίτσα κι οι 7 νάνοι του Χίσνεϊ
Ινδιάνα Ξόαν: η μεγάλη τρύπα
Γαμημένος τη 4η Ιουλίου
Φονικό Πέος
Το ακρωτήρι του Κώλου
Ο μαύρος που τον έλεγαν άλογο (με τον Aλούλου Μπουτουζάνκου, 28 πόντοι)
Ο Πούτσος που δε λύγισε ποτέ
Κατούρα να φύγουμε
Ο ζηλιάρης σκύλος
Τετραπλό Σάντουιτς
Τα Βυζιά Δολοφόνοι
Κώλιγουντ
Παλαμάρι kid
Οι 8 μεγάλοι Μήτσοι
Ο τροχός της στύσης
Ραντεβού στα διπλά
Δόκτωρ Κωλόμπο
Αυτός αυτή και το έμβολο
Ciaο Παρθένα
Τόλμη κι Αιμομιξία
Από μπροστά παρθένα κι από πίσω μπαίνουν τρένα
Aεροκωλομαχίες
Τα κορίτσια που απ τον κώλο παίρνουνε τον κόσμο όλο
Οπισθοδρομική Συμφωνία
Κωλαράκια στον κατήφορο
Εδώ... Κωλοχανείο
Πάρτα Λέτα και κάντα Ομελέτα
Ο ζηλιάρης σκύλος
Θέλεις στρίμωγμα;
Πρόστυχη αναλ-γησία
Πίσω, μαύρη και λυσσάρα!
Σκύψε Ευλογημένη!
Ο Φαλλός στην χώρα των Αιδοίων
Μπαίνε-τον : ενωμένα χρώματα του σεξ
Ανώμαλη γιαγιά, άτακτη εγγονή
Τσι-μπουκωμένοι
Οι κυρίες θέλουν κλαρίνα
Ο Τρυποκαθαριστής
Τα τσιμπούκια του διανοούμενου
Δρακωλιάρες
Αδελφές Καραμαζ-ώχ
Ο Λεσβίες της Αμαρτίας
Γάλα παρτούζεν η μικρή Ολλανδέζα
Θέλεις να στον πνίξω στα βυζιά μου;
Οπίσθιο έμφραγμα
Να η Σούζι, που χει κώλο σαν καρπούζι
Οι καυλονοσοκόμες
Ο Βούρδουλας και τα βάρδουλα
Ασπρο Λούκι, μαύρο Παλούκι
Αφηνιασμένα καπούλια
Οι Σεξοθεραπευτές
Σχολή οθωμανικού Δικαίου
Συγχώρεσε με που πονώ
Γιατί τόσος ντόρος για την χέριγκερ; (το μπουκάλι παίζει ρόλο...)
Από δαχτυλίδι μου τον έκανες βραχιόλι
Ιντεραράπικαν, μεγάλη και σίγουρη
Αποχυμωτής μουλινέξ
Μωρό μου καλησπέρα, με πηδούσαν όλη μέρα
Πρίμα Κωλαρίνα
Έγια μόλα, έγια λέσα, βάλε και τις μπάλες μέσα
Απόρθητες του κωλογιού
Η πεοβατούσα
Ξαναμμένες καλόγριες
Ομάδα οπίσθιας κρούσεως
Ερωτική Ολυμπιάδα: τελικά
Τα μπούτια μου είναι πιο καυτά κι από τις σφαίρες
Οι τρεις χαρχάλες
Το παλαμάρι του βαρκάρη
Ανοιξε από πίσω
Η κωλοτρυπιδίτσα και ο κακός ψώλος
Που έψαχνε να βρει φαγητό για να ταΐσει τα μικρά στη φωλιά.
Έψαχνε από `δω, έψαχνε από `κεί, δεν έβρισκε τίποτα. Ώσπου κάποια στιγμή συναντάει ένα γάιδαρο σ` ένα λιβάδι να βόσκει. Εξαντλημένος όπως ήταν ο λύκος χωρίς να έχει κουράγιο να κυνηγήσει, πλησιάζει το γάιδαρο και προσπαθεί να τον πείσει να πάει μαζί του στη φωλιά για να φάνε τα λυκόπουλα.
- "Έχω 10 μικρά που πεινάνε, έχουν να φάνε 5 μέρες τώρα, θα μου ψοφήσουν, σε παρακαλώ βοήθησε με, κάντο για τα μικρά."
- "Μα τι λες ρε λύκε;" του λέει.
- "Σε παρακαλώ," του ξαναλέει, "σε ικετεύω..."
Τέλος πάντων με τα πολλά, τον πείθει και ξεκινούν για τη φωλιά.
Στο δρόμο που πηγαίνουν, συναντούν ένα ποτάμι. Μπαίνει ο λύκος μέσα, ο γάιδαρος κάθεται και δεν κουνιέται.
- "Έλα πάμε," του λέει.
- "Κοίτα," του λέει ο γάιδαρος, "να έρθω αλλά αν μπω στο νερό και βραχεί ο πούτσος μου θα ξινίσει το κρέας και δεν θα κάνει να με φάτε μετά."
- "Και τι θα κάνουμε ρε γάιδαρε;" του λέει ο λύκος.
- "Μπορούμε να κάνουμε το εξής, κάτσε να ανέβω πάνω σου, να στον βάλω και θα με κουβαλήσεις στην άλλη όχθη."
Σκέφτεται λίγη ώρα ο λύκος, σκέφτεται τα λυκόπουλα που πεινάνε και τελικά το αποφασίζει. ανεβαίνει ο γάιδαρος πάνω στον λύκο, του τον φοράει κανονικά και περνάνε στην απέναντι όχθη. Με το που κατεβαίνει ο γάιδαρος του λέει ο λύκος:
- "Πατά!"
- "Τι;" του λέει ο γάιδαρος.
- "Φύγε ρε σου λέω."
- "Τι λες ρε λύκε;" του ξαναλέει. "Και τα λυκόπουλα;"
- "Βρε φύγε, του λέει, δεν σε χρειάζομαι. Θα βρω τίποτα άλλο να τους δώσω να φάνε."
- "Καλά ρε λύκο, αλλά γιατί; αφού συμφωνήσαμε..."
- "Ναι, του λέει συμφωνήσαμε, ξέρεις όμως πόσα ποτάμια έχουμε να περάσουμε ακόμα μέχρι να φτάσουμε στη φωλιά;"
Μια φορά, ήταν ένας Κρητικός που έδωσε εξετάσεις και πέρασε στο πανεπιστήμιο της Αθήνας.
Ο πατέρας του, για να τον συγχαρεί, του αγόρασε ένα μεγάλο Κρητικό μαχαίρι. Το πήρε λοιπόν μαζί του, όμως μετά από κάμποσο καιρό το πούλησε.
Μια μέρα, ανέβηκε ο πατέρας του στην Αθήνα και του ζήτησε να του δώσει λίγο το μαχαίρι. Και εκείνος του εξήγησε:
- "Δεν το `χω, το πούλησα."
- "Γιάντα ωρέ;", τον ρώτησε ο πατέρας του.
- "Για να πάρω αυτό το ρολόι...", απάντησε, "έχει χρονόμετρο, ξυπνητήρι, είναι αδιάβροχο..."
- "Και αν ωρέ κοπέλι, σου πει κανένας "γαμώ της μάνας σου το μουνί", τί θα του πεις; Δύο παρά τέταρτο;"