Οι πόντιοι Κωστίκας και Γιωρίκας αποφασίζουν να ανοίξουν ένα κρεοπωλείο. Ανοίγουν λοιπόν το μαγαζί και περιμένουν την πελατεία.
Λέει ο Γιωρίκας στον Κωστίκα:
- Ρε συ Κωστίκα, Δε θα ήταν καλύτερα να κάνουμε μια προπόνηση για να δούμε πως θα μιλάμε στους πελάτες;
- Δίκιο έχεις ,απαντάει ο Κωστίκας.
-ʼκου τι θα κάνουμε, εσύ θα βγεις έξω και θα ξαναμπείς για να παραγγείλεις σαν να είσαι πελάτης, εντάξει;
- Εντάξει, απαντά ο Κωστίκας και βγαίνει έξω.
Ξαναμπαίνει μετά από δυο λεπτά και λέει:
- Καλημέρα.
- Καλημέρα, πως μπορώ να σας εξυπηρετήσω;
- Θα ήθελα μια πορτοκαλάδα, απαντά ο Κωστίκας.
- Τι πορτοκαλάδα ρε βλάκα, κρεοπωλείο είμαστε όχι καφενείο. Βγες έξω και ξαναδοκίμασε.
Πράγματι βγαίνει έξω και ξαναμπαίνει.
- Καλημέρα σας.
- Καλημέρα σας, τι θα θέλατε;
- Θα ήθελα μια πορτοκαλάδα.
Ο Γιωρίκας σταλμένος τελείως αρχίζει να τον βρίζει.
- Τι λες, μωρέ πανηλίθιε, βλάκα τόσο κόπανος είσαι; Δεν γίνεται έτσι δουλειά, λοιπόν θα κάνεις εσύ τον καταστηματάρχη και εγώ τον πελάτη.
Βγαίνει έξω ο Γιωρίκας και ξαναμπαίνει μετά από λίγο.
- Καλημέρα σας, θα ήθελα μισό κιλό κιμά.
- Τα μπουκάλια τα έφερες;
Είναι ένας Γάλλος,ένας Βέλγος και ένας Πόντιος και τους κυνηγάνε οι Γερμανοί. Πάνε λοιπόν και κρύβονται μέσα σε 3 πηγάδια.
Πάει ένας Γερμανός σε αυτό που είναι ο Βέλγος και φωνάζει:
- Είναι κανείς μέσα;
Έξυπνος ο Βέλγος κάνει τον αντίλαλο και φωνάζει:
- Είναι κανείς μέσα;
Λέει ο Γερμανός:
- Μπα,στο δάσος θα είναι. Επαναλαμβάνει και ο Βέλγος:
- Μπα,στο δάσος θα είναι.
Πάει μετά ο Γερμανός σε αυτό που είναι ο Γάλλος και φωνάζει:
- Είναι κανείς μέσα;
Έξυπνος ο Γάλλος κάνει τον αντίλαλο και φωνάζει:
- Είναι κανείς μέσα;
Λέει ο Γερμανός:
- Μπα,στο δάσος θα είναι. Επαναλαμβάνει και ο Γάλλος:
- Μπα,στο δάσος θα είναι.
Πάει ο Γερμανός και σε αυτό που είναι ο Πόντιος και φωνάζει:
- Είναι κανείς μέσα;
Απαντάει ο Πόντιος:
- Είναι κανείς μέσα;
Λέει ο Γερμανός:
- Να ρίξουμε μια χειροβομβίδα να δούμε...
Και απαντάει ο Πόντιος:
- Μπα,στο δάσος θα είναι.
Μία μέρα σε ένα στρατόπεδο κάπου στο πουθενά ο διοικητής της Μονάδας ειδοποιείται από το ΥΠΕΘ ότι ο υπουργός Κος Aκης Τσοχατζόπουλος θα περάσει για έλεγχο την επόμενη μέρα Σάββατο αιφνιδίως!
Πανικόβλητος ο διοικητής βγαίνει έξω και καλεί προσκλητήριο να δει ποιος έχει μείνει μέσα για το Σαββατοκύριακο για να βάλει κάνα φαντάρο της προκοπής σωματαρά στην Πύλη να υποδεχθεί τον κ. Τσοχατζόπουλο...
Τι να δει... όλοι χάλια, άρρωστοι, άπλυτοι, ξερακιανοί, μαστουρωμένοι εκτός ενός γίγαντα που είναι στην εντέλεια!
- Έλα δω παιδί, μου πως λέγεσαι;
- Στρατιώτης Πεζικού Γιωρίκας Τζιτζιρίδης κύριε διοικητά!
- Εύγε νέε μου... Αύριο πρωί πρωί εσύ θα πάς στην πύλη να την φυλάς και να με ειδοποιήσεις όταν φτάσει ο Τσοχατζόπουλος...
- Μάλιστα κύριε διοικητά!... Την άλλη μέρα 7 το πρωί ο Γιωρίκας στην εντέλεια στην πύλη άγρυπνος σκοπός! Κατά τις 7.30 χτυπάει το τηλέφωνο.
- Πυλη - μαλιστα;
- Έλα Γιωρίκα παιδί μου ο διοικητής είμαι! Ήρθε ο Τσοχατζόπουλος;
- Οχι κυριε διοικητα!
- Καλά θα σε ξαναπάρω...
Κατά τις 8.30 ξαναχτυπαει το τηλέφωνο...
- Μαλιστα;
- Έλα Γιωρίκα παιδί μου ο διοικητής είμαι πάλι! Ήρθε ο Τσοχατζόπουλος;
- Όχι ακόμα κυριε διοικητά!
- Καλά θα σε ξαναπάρω...
Κατά τις 10.30 χτυπάει πάλι το τηλέφωνο...
- Ναι ποιος είναι;
- Έλα Γιωρίκα παιδί μου ο διοικητής είμαι και πάλι. Τι γίνεται; Ήρθε ο Τσοχατζόπουλος;
- Τίποτα ακόμα κύριε διοικητά!
- Καλά θα σε ξαναπάρω...
Κατά τις 12.30 για μια ακόμα φορά χτυπαει το τηλέφωνο... Ο Γιωρίκας ψιλοζαλισμένος από τον ήλιο απαντάει...
- Εμπρός;
- Έλα ρε Γιωρίκα ο Διοικητής είμαι το κέρατό μου! Ήρθε ο Τσοχατζόπουλος;
- Μπααααααα όχι... κυριε Διοικητά!
- Καλά...
Κατά τις 3.30 o διοικητής ξαναπαίρνει τηλέφωνο. Ο Γιωρίκας κομμάτια τον έχει ψιλοπάρει τον υπνάκο...
- Ζζζζζζζζ... ναιιιιιιι;
- Έλα ! Ηρθε αυτός ο Τσοχατζόπουλος;
- Eμμμμμ μπαααααααα κύριε Διοικητά!
- Καλά θα σε ξαναπάρω...
Πάνω που κοιμότανε όρθιος ξαφνικά κατά τις 4 το μεσημέρι σκάει μια αυτοκινητάρα και σταματάει μπροστά στην πόρτα...
- ΖΖζζζζ παρακαλώ τι θέλετε; λέει ο Γιωρίκας στον οδηγό...
- Έλα νέος ήρθε ο Τσοχατζόπουλος, του λέει ο οδηγός...
- Που είναι ρε; λέει ο Γιωρίκας...
- Πίσω ρε μεγάλε, του λέει ο οδηγός.
Πάει ο Γιωρίκας χτυπάει το τζάμι, ανοίγει ο Τσοχατζόπουλος...
- Δε μου λες, λέει ο Γιωρίκας, εσύ είσαι ο Τσοχατζόπουλος;
- Ναι, λέει ο Τσοχατζόπουλος, εγώ είμαι, θέλεις κάτι;
- Βγές ρε μαλ*** από το αυτοκίνητο και πήγαινε άλλαξε γιατί σε ψάχνει ο διοικητής από το πρωί και θα σε γαμ*** !
Ένας βλάχος ενώ κυκλοφορούσε κοντά σε ένα σχολείο στην Αθήνα, άκουσε τον δάσκαλο να λέει στους μαθητές:
- Μάθετε ρε μοσχάρια γράμματα για να γίνετε άνθρωποι!
Τρελάθηκε ο βλάχος. Δεν το ήξερα λέει ότι όταν μάθουν τα μοσχάρια γράμματα γίνονται άνθρωποι...
Μια και δυο πηγαίνει στο χωριό του και αφού παίρνει ένα μοσχάρι από το κτήμα του, γυρνάει στο σχολείο. Πηγαίνει στον επιστάτη και του λέει ότι θέλει να αφήσει το μοσχαράκι του να μάθει γράμματα για να γίνει άνθρωπος και πότε πρέπει να έρθει να το πάρει.
Ο επιστάτης πονηρά σκεπτόμενος του λέει να έρθει σε τρία χρόνια να το πάρει.
Πραγματικά ο βλάχος μετά από τρία χρόνια, συνεπής στο ραντεβού του, πάει στο σχολείο. Συναντάει ένα καινούργιο επιστάτη και τον ρωτάει για την τύχη του μόσχου του.
- Παρακαλώ ήρθα να πάρω τον μόσχο μου.
(Συμπτωματικά τον διευθυντή του σχολείου τον έλεγαν Μόσχο)
- Τον Κ. Μόσχο; ρωτάει ο επιστάτης.
- Όοπα! Κύριος; το μοσχαράκι μου;
- Δεν σας καταλαβαίνω του λέει ο επιστάτης, αλλά αν θέλετε τον Κύριο Μόσχο περάστε στην τρίτη πόρτα δεξιά.
Πηγαίνει λοιπόν ο βλάχος μας συγκινημένος και βλέπει ένα κουστουμαρισμένο και κομψό κύριο.
- Μοσχαράκι μου! του λέει, τι κάνεις; με θυμάσαι;
- Σας παρακαλώ κύριε... του λέει ο διευθυντής.
- Μοσχαράκι μου δεν με θυμάσαι που σε έφερα από το χωριό, έμαθες γράμματα και έγινες άνθρωπος, σε μένα το χρωστάς.
- Περάστε έξω κύριε αλλιώς θα φωνάξω την αστυνομία.
Εξωργισμένος ο βλάχος φεύγει και σε μια εβδομάδα επιστρέφει με μια αγελάδα στο σχολείο.
Νευριασμένος ανοίγει την πόρτα του διευθυντή κρατώντας τον από τα πετά και δείχνοντας του την αγελάδα του λέει:
- Καλά ρε πούστη, εμένα δεν με θυμάσαι, την μάνα σου ρε δεν την θυμάσαι;
Έγινε κάποτε ένας διαγωνισμός τοξοβολίας στον οποίο έχουν φτάσει στον τελικό ένας Άγγλος, ένας Γερμανός και ένας Πόντιος. Ο στόχος ήταν να πετύχουν ένα μήλο το οποίο ήταν πάνω στο κεφάλι ενός ανθρώπου.
Πρώτος ρίχνει ο Άγγλος ο οποίος πετυχαίνει το μήλο και το κόβει στα δύο. Τότε γυρνάει πίσω και λέει στους άλλους:
- «I am Robin Hood» (Είμαι ο Ρομπέν των Δασών) και όλοι τον χειροκροτούν.
Έρχεται η σειρά του Γερμανού, ο οποίος σημαδεύει σωστά και πετυχαίνει το μήλο πάνω στο κεφάλι, γυρνάει στο κοινό και λέει όλο καμάρι:
- «I am Wilhelm Tell» (Είμαι ο Γουλιέλμος Τέλος) και όλοι τον χειροκροτούν.
Έρχεται και η σειρά του Πόντιου, ο οποίος σημαδεύει, ρίχνει το βέλος αλλά αστοχεί και πετυχαίνει το κεφάλι αντί για το μήλο. Τότε γυρνάει ο Πόντιος προς το έκπληκτο κοινό και τους λέει:
- «I am…… sorry»