φρέσκα ανέκδοτα

Δάσκαλος: Για πείτε μου παιδιά ποιο είναι το γρηγορότερο πράγμα στον κόσμο;".
Αννούλα:
"Το φως κύριε!"
Δάσκαλος:
"Μπράβο Αννούλα, μας το εξηγείς;"
Αννούλα:
"Γιατί τρέχει με 300.000 χιλιόμετρα κύριε!"
Δάσκαλος:
"Μπράβο Αννούλα!"
Πετάγεται η Μαρία από διπλά και λέει:
- "Όχι κύριε η σκέψη είναι το ποιο γρήγορο πράγμα στον κόσμο!"
Δάσκαλος:
"Μπράβο Μαρία, μας το εξηγείς;"
Μαρία:
"Γιατί όταν σκεφτούμε κάτι τότε έχουμε κατευθείαν την εικόνα στο μυαλό μας!"
Δάσκαλος:
"Μπράβο παιδί μου!"
Πετάγετε και ο Τοτός από δίπλα και λέει φωνάζοντας:
- "Όχι κύριε λάθος το είπανε! Το ποιο γρήγορο πράγμα στον κόσμο είναι η δυσκοιλιότητα!"
Δάσκαλος:
"Μπορείς να μου το εξηγήσεις γιατί πρώτη φωρά ακούω κάτι τέτοιο;"
Τοτός:
"Μάλιστα κύριε! Εγώ μια φορά που είχα δυσκοιλιότητα ούτε το φως πρόλαβα να ανάψω ούτε να το σκεφτώ καλά καλά δεν πρόλαβα και χέστηκα!"
Ένας Έλληνας πεθαίνει και φτάνει στη ρεσεψιόν της Κόλασης.
Ο υπάλληλος του ανακοινώνει ότι επειδή είναι υπήκοος χώρας μέλους της Ευρωπαϊκής Ενωσης, μπορεί να διαλέξει μία από τις κολάσεις των χωρών-μελών. Σκέφτεται λίγο και αποφασίζει να πάει στη Γερμανική. Οργανωμένη χώρα σου λέει, τόσα χρόνια στην Ελλάδα τι κατάλαβα... μου βγάλανε το λάδι. Τουλάχιστον, ας πάρω μυρωδιά του τι σημαίνει Ευρώπη, έστω και στην κόλαση.
Φτάνει λοιπόν μπροστά στην πύλη της γερμανικής κολάσης. Μαύρο μάρμαρο, καλογυαλισμένο, σιδερένια πύλη και ψηλά γράφει με μεγάλα γράμματα ΚΟΛΑΣΗ στα γερμανικά. Χτυπάει... Του ανοίγει ένας άψογα ντυμένος υπάλληλος και τον ρωτά τι θέλει.
- Να δω πώς είναι, του απαντά εκείνος.
- Ούτε να το σκέφτεστε, του απαντά ο υπάλληλος! Όλη την ημέρα μας δέρνουνε με κάτι τεράστια μαστίγια και το βράδυ μας βάζουν σε κάτι τεράστια βαρέλια γεμάτα σκατά! Φρίκη! Φρίκη!
Όπου φύγει-φύγει ο ρωμιός... Δοκιμάζει τις υπόλοιπες κολάσεις, τα ίδια. Έτσι απογοητευμένος, καταφεύγει στην έσχατη λύση, την ελληνική κόλαση!
Φτάνει λοιπόν έξω από την πύλη. Μία πύλη εγκαταλειμμένη, βρώμικη, όπου στο ψηλότερο σημείο της υπάρχει με μεγάλα φωσφορίζοντα γράμματα η λέξη ΚΟΛΑΣΗ. Το Κ και το Λ φυσικά δεν ανάβουν. Έτσι η επιγραφή γράφει Ο ΑΣΗ.
- Ελληνική ανοργανωσιά... Μουρμουρίζει...
Όσο πλησιάζει, ακούει κάτι περίεργους θορύβους... Μοιάζουν με μουσική. Πλησιάζει περισσότερο. Η μουσική πλέον ακούγεται ολοκάθαρα. Μπουζούκια, μπαγλαμάδες κλπ. Χτυπάει... Του ανοίγει ένας τύπος κρατώντας μία μπουκάλα στο χέρι, εντελώς φέσι, και τον ρωτά τι θέλει.
- Ήρθα να δω πώς είναι, του λέει και βάζει το κεφάλι του μέσα... Τραπέζια, κάπνα, κάτι γκόμενες χορεύουν πάνω στα τραπέζια τσιφτετέλια, νταούλια... Γενικώς, μπάχαλο.
Τρελαίνεται ο τύπος...
- Καλά ρε φίλε, τι γίνεται εδώ; ρωτά.
- Aσε φίλε, χάλια του λέει ο μεθυσμένος. Η κατάσταση είναι δραματική εδώ πέρα. Μας δέρνουν όλη μέρα με κάτι τεράστια μαστίγια και το βράδυ μας βάζουν σε κάτι τεράστια βαρέλια με σκατά.
- Πλάκα μου κάνεις, απαντάει ο πεθαμένος. Εδώ πίνετε και γλεντάτε...
- Εεε, ξέρεις πώς είναι εδώ στην Ελλάδα. Τη μία δεν έχουμε σκατά, την άλλη χαλάνε τα μαστίγια...
Συζητάνε δύο φίλες:
- Ασε εχω μεγάλο πρόβλημα! Είμαι 26 χρονών έχω κάνει 7 σχέσεις και δεν έχω ολοκληρώσει με κανέναν.
- Γιατί; ρωτάει γεμάτη απορία η άλλη.
- Παιδί μου, το πράμα μου έχει μια μυρωδιά και ξενερώνουν όλοι πάνω στο καλύτερο. Λένε ότι μυρίζει κρεμμυδίλα...
Την κοιτάει χαμογελαστή η φίλη της και της λέει χαλαρή:
- Λοιπόν έχω τη λύση! Έχω ένα φίλο ο οποίος δεν έχει την αίσθηση της όσφρησης, ούτε της γεύσης οπότε δεν θα καταλάβει τίποτα... Πάρε το τηλέφωνό του, κανόνισε να βγείτε και πάρε με να μου πείς τί έγινε!
Πράγματι παίρνει η κοπέλα τον τύπο τηλέφωνο, πάνε για φαγητό μετά για ποτό, και στο τέλος καταλήγουν στο σπίτι της... Αρχίζουν τις αγκαλιές, τα φιλιά, γδύνονται, ξαπλώνουν στον καναπέ, ο τύπος έχει αρχίσει να τη γλύφει από το λαιμό, κατεβαίνει, κατεβαίνει, κατεβαίνει, φτάνει στο επίμαχο σημείο και εκεί που η κοπέλα είναι έτοιμη να δεχτεί το προσκύνημα, ο τύπος πετάγεται απο τον καναπέ.
- Μήπως μυρίζει το πράμα σου κρεμυδίλα; την ρωτάει.
Αυτή τον κοιτάζει γεμάτη απογοήτευση και απορία:
- Πώς το κατάλαβες, αφού δεν έχεις γεύση ούτε όσφρηση...
- Δακρύσαν τα μάτια μου...
Πάνε δυό φίλοι, ο Μήτσος και ο Κώστας, στο βουνό για ορειβασία και πέφτουν σε μια χιονοθύελλα τρομερή.
Για καλή τους τύχη πετυχαίνουν εκεί κοντά σε ένα χωριό ένα σπίτι και ζητούν καταφύγιο για να περάσουν την νύχτα. Τους προκύπτει εκεί πέρα μια ωραία χήρα και τους λέει ότι για λόγους κουτσομπολιού δεν μπορούν να μείνουν στο σπίτι, αλλά στον στάβλο που είναι άδειος και καθαρός.
Φυσικά οι τύποι δέχονται, άλλωστε είχαν και τον κατάλληλο εξοπλισμό: υπνόσακκο, κάριματ, θερμικά εσώρουχα, ρούχα κλπ. Βολεύονται λοιπόν την νύχτα και γυρίζουν μετά στην Αθήνα. Μετά από εννιά μήνες έρχεται ένας δικηγόρος στον Κώστα σταλμένος από την χήρα, του λέει κάτι και παθαίνει ζημιά! Τηλεφωνεί λοιπόν στον Μήτσο να ρωτήσει:
- Έλα ρε Μήτσο, θυμάσαι την ωραία χήρα που μας φιλοξένησε;
- Φυσικά, γιατί ρωτάς;
- Μήπως ρε το βράδυ που κοιμόμουνα πήγες στο σπίτι της και την πήδηξες;
- Μμμ, ναι, δεν μπορούσα να συγκρατηθώ.
- Μάλιστα, μήπως της έδωσες και το δικό μου όνομα για δικό σου;
- Ναι, ρε συγγνώμη, ελπίζω να μην σε πειράζει.
- Όχι, καθόλου γιατί πέθανε και μου άφησε όλη την περιουσία της!
Ένας τύπος που δεν αισθάνεται πολύ καλά, πάει στο γιατρό, που του λέει ότι αν δεν αλλάξει τρόπο ζωής, δεν θα ζήσει για πολύ.
Όταν είπε στο γιατρό το πρόγραμμα της ημέρας του, ο γιατρός του είπε ότι, αντί να παίρνει το τραίνο, κάθε μέρα, για να πάει στη δουλειά του, θα έπρεπε να πηγαίνει με το σπόρ αυτοκίνητό του, με ανοικτή τη σκεπή, για να παίρνει καθαρό αέρα.
Αυτό έκανε ο ασθενής, αλλά δεν είδε βελτίωση.
Τότε ο γιατρός του σύστησε να αφήσει το αυτοκίνητο και να πάρει
Ποδήλατο. Ο τύπος διαμαρτύρεται ότι είναι μεγάλη απόσταση, ο γιατρός επιμένει και, τελικά, πάιρνει ποδήλατο. Αλλά καμιά βελτίωση πάλι.
Τότε ο γιατρός του είπε να πάρει ένα στεφάνι βαρελιού κι ένα ξυλάκι και να κυλάει το τσέρκι, κάθε πρωί, μέχρι το γραφείο του και μετά πίσω στο σπίτι, το βράδυ. Διαμαρτύρεται ο ασθενής, φωνάζει, αλλά στο τέλος πείθεται στο τέλος κι αγοράζει το τσέρκι.
- Πώς αισθάνεσαι; ρωτάει ο γιατρός.
- Περίφημα, λέει αυτός και συνεχίζει να τρέχει με το τσέρκι κάθε πρωί και κάθε βράδυ.
Κάποτε όμως, βρήκε το τσέρκι στραβωμένο και στραπατσαρισμένο, εκεί που το είχε παρκάρει, στο υπόγειο γκαράζ.
- Κάποιος έκανε όπισθεν και δεν το είδε. Δεν είναι δα και καμιά μεγάλη ζημιά, προσπαθεί να τον ησυχάσει ο γκαραζιέρης. Η ασφάλεια θα πληρώσει.
- Η ασφάλεια; Δεν είναι μεγάλη ζημιά; Μούτζωσε την ασφάλεια! Εγώ πώς θα πάω σπίτι μου τώρα, μου λες;
Ένας τύπος πάνω σε ένα αερόστατο αντιλαμβάνεται κάποια στιγμή ότι χάθηκε. Αρχίζει λοιπόν να κατεβάζει το αερόστατο προς την γη όπου συναντάει μια γυναίκα.
Με συγχωρείτε, λέει στην γυναίκα, μπορείτε να με βοηθήσετε; Υποσχέθηκα σε ένα φίλο ότι θα πάω να τον συναντήσω πριν από μια ώρα αλλά δεν ξέρω που βρίσκομαι
Η γυναίκα από κάτω του απαντά:
- «Βρίσκεστε πάνω σε ένα αερόστατο σε ύψος 30 ποδών από το έδαφος μεταξύ του 40 και 41 παραλλήλου και 59 και 60 ανατολικού μεσημβρινού».
- «Μα εσείς πρέπει να είστε τεχνικός» λέει ο άνδρας από το αερόστατο.
- «Ναι είναι αλήθεια» απαντάει η γυναίκα «αλλά εσείς πως το ξέρετε»;
- «Είναι απλό» απαντάει ο άνδρας «ότι μου είπατε είναι τεχνικά σωστό, αλλά εγώ δεν έχω ιδέα τι να κάνω με αυτές τις πληροφορίες που μου δώσατε και το γεγονός είναι ότι έχω χαθεί. Πρέπει να πω ότι μέχρι τώρα δεν με βοηθήσατε καθόλου»
Η γυναίκα τότε του λέει:
- «Εσείς πρέπει να είστε ένας διευθυντής»
- «Ναι είναι αλήθεια» απαντάει αυτός «αλλά εσείς πως το ξέρετε»;
- «Είναι απλό» απαντάει αυτή «εσείς δεν ξέρετε που είστε και που πάτε και ανεβήκατε εκεί πάνω χάρη σε μια ποσότητα αέρα κοπανιστού. Υποσχεθήκατε κάτι για το οποίο δεν είχατε ιδέα πως να το τηρήσετε και περιμένετε από τον κόσμο που σας περιβάλλει να είναι σε θέση να λύσει τα προβλήματά σας. Και το γεγονός είναι ότι εσείς βρίσκεστε στο ίδιο σημείο που βρισκόσασταν πριν συναντηθούμε αλλά τώρα για κάποιο λόγο γι αυτό φταίω εγώ»