φρέσκα ανέκδοτα

Ταξιδεύει ένας με το αυτοκίνητό του στην εξοχή, και κατά λάθος το ρίχνει σε ένα βαθύ χαντάκι.
Για καλή του τύχη από εκεί περνάει ένας αγρότης με το άλογο του, τον Ντορή.
Ζητάει ο άνδρας βοήθεια, και ο αγρότης λέει ότι ο Ντορής θα μπορέσει να τραβήξει το αυτοκίνητο.
Δένουν τον Ντορή στο αμάξι, και φωνάζει ο αγρότης:
- Τράβα, Ψαρή, τράβα!
Ο Ντορής δεν κινείται.
Μετά φωνάζει:
- Έλα, Νέλλυ, τράβα!
Πάλι ο Ντορής δεν κινείται.
- Τώρα Φρεντ, τράβα δυνατά!
Ο Ντορής στέκεται ακόμα ακίνητος.
- Ωραία, λέει ο αγρότης. Τώρα τράβα, Ντορή!
Αμέσως ο Ντορής τραβάει, και σε λίγο το αυτοκίνητο είναι έξω από το χαντάκι.
Ο άνδρας ευχαριστεί τον αγρότη, αλλά είναι και πολύ περίεργος.
- Μα γιατί, ρωτάει, φωνάξατε τρεις φορές το άλογό σας με λάθος όνομα;
- Α, ο Ντορής είναι τυφλός. Και αν νόμιζε ότι είναι ο μόνος που τραβάει, ούτε καν θα προσπαθούσε!
Ήταν μια φορά κάποιος που έκανε περίπατο στο δάσος και θαύμαζε τη φύση. Βρισκόταν σε κατάσταση πλήρους ηρεμίας όπου ξαφνικά τον πιάνει ένα φοβερό κόψιμο. Κρατιόταν όσο μπορούσε και σκεφτότανε ότι ήταν αμαρτία να τα κάνει στ ο δάσος και να λερώσει ένα τόσο όμορφο μέρος. Στο τέλος όμως δεν άντεξε, σκάβει γρήγορα-γρήγορα μία τρύπα κάθεται πάνω της και ξαλαφρώνει.
Εκεί που βγάζει το χαρτομάντιλο για να σκουπιστεί βλέπει να περνάει από μπροστά του ένα παπάκι λερωμένο με σκατά.
- Πωπώ! λέει ο τύπος, τι έπαθε το κακόμοιρο. Βλέπει ότι έχει άλλα δύο χαρτομάντιλα οπότε αποφασίζει και το καθαρίζει.
Εκεί που πάει να βγάλει το ένα από τα δύο χαρτομάντιλα που του είχαν απομείνει για να σκουπιστεί ξαναβλέπει και άλλο παπάκι μέσα στο σκατό. Σκέφτεται ότι έχει ακόμη ένα χαρτομάντιλο για να σκουπιστεί ο ίδιος και είναι κρίμα να το αφήσει έτσι οπότε το καθαρίζει και αυτό.
Μένοντας τώρα με το τελευταίο χαρτομάντιλο στο χέρι πάει να σκουπιστεί... Και τσουπ! και άλλο παπάκι περνάει από μπροστά του γεμάτο και αυτό σκατά. Θυσιάζει και το τελευταίο του χαρτομάντιλο γιατί πολύ το λυπήθηκε. Σηκώνεται τέλος πάντων, σκουπίζεται με λίγο χώμα και κάτι φύλλα που βρήκε εκεί γύρω πάει να βάλει το παντελόνι του και ακούει πίσω από τους θάμνους μία φωνή να του λέει.
- Ει, ψιτ φίλε μήπως έχεις κάνα χαρτομάντιλο να σκουπιστώ γιατί μου τελειώσανε τα παπάκια;!
Ήταν μια ξανθιά που ήθελε να αγοράσει ένα φούρνο μικροκυμάτων. Πάει λοιπόν σε ένα μαγαζί και λέει:
- Θα ήθελα αυτόν τον φούρνο, παρακαλώ.
Πωλητής:
- Δεν πουλάμε σε ξανθιές.
Πάει η ξανθιά και βάφει τα μαλλιά της μπλε. Ξαναπηγαίνει σε εκείνο το μαγαζί και λέει:
- Θέλω αυτόν τον φούρνο, παρακαλώ.
Πωλητής:
- Δεν πουλάμε σε ξανθιές.
Απογοητευμένη η ξανθιά πάει και βάφει τα μαλλιά της κόκκινα. Πηγαίνει για τρίτη φορά σε εκείνο το μαγαζί και λέει:
- Θα ήθελα να αγοράσω αυτόν το φούρνο μικροκυμάτων.
Πωλητής:
- Δεν πουλάμε σε ξανθιές.
Αγανακτισμένη η ξανθιά του λέει:
- Πώς καταλάβατε ότι είμαι ξανθιά; Μήπως δεν έπιασε η βαφή;
- Όχι, δεν φταίει αυτό. Αυτός δεν είναι φούρνος, είναι τηλεόραση!