φρέσκα ανέκδοτα

Είναι ένας μανάβης και ακούει μια φωνή από ψηλά:
"Πούλα το μανάβικο για 200.000 ευρώ.".
Παραξενεύεται αυτός γιατί δεν πίστευε στον θεό, αλλά βάζει το μαγαζί για πούλημα και το πουλάει σε έναν τύπο ακριβώς 200.000 ευρώ.
Ακούει πάλι την φωνή από ψηλά:
"Πήγαινε στο Λας Βέγκας και παίξε 21".
Πάει σε ένα καζίνο στο Λας Βέγκας, αρχίζει να παίζει και ακούει:
"Πόνταρέ τα όλα."
Με φόβο το κάνει και αυτό. Κρυφοκοιτάζει τα χαρτιά του γκρουπιέρη και βλέπει ότι έχει 16, ενώ αυτός έχει 17.
Χαίρεται που κέρδισε και δεν θα χάσει τα λεφτά του, αλλά ακούει πάλι την φωνή:
"Τράβα και άλλο χαρτί."
"Μα τον νικάω κατά ένα νούμερο."
"Τράβα άλλο ένα χαρτί."
Τραβάει αυτός και τί βλέπει; Ασσος. Ανακουφίζεται.
"Τράβα άλλο ένα χαρτί", λέει πάλι η φωνή.
"Μα τί λες τώρα; Αφού νικάω και έτσι."
"Τράβα άλλο ένα χαρτί,"
Ξανατραβάει, πάλι άσσος!
Ακούει πάλι την φωνή:
"Τράβα ένα χαρτί ακόμα!"
"Είσαι σίγουρος;"
"Τράβα ένα χαρτί!"
Τραβάει, άσσος.
"Τράβα ένα χαρτί ακόμα!"
Τρέμει το χέρι του, τραβάει ένα ακόμα χαρτί. Κι αυτό άσσος!
Πετάγεται πάνω καταχαρούμενος και ακούει πάλι την φωνή:
"Απίστευτο!"
Ο άνθρωπος νοίκιασε ένα σπίτι και στ η βδομάδα πάνω τηλεφωνεί στο σπιτονοικοκύρη.
"Έλα να δεις τα χάλια του σπιτιού.", του λέει. Καταφθάνει ο σπιτονοικοκύρης. "Τι πρόβλημα υπάρχει;", ρωτάει. "Παρατήρησε.", του λέει ο άνθρωπος και βγάζει απ το ψυγείο ένα κομμάτι τυρί, το οποίο και ακουμπάει κοντά σε μια ρωγμή ενός τοίχου. Σε μισό λεπτό προβάλλει ένα ποντικάκι, οσμίζεται το τυρί, το τρώει κι εξαφανίζεται. "Ε, εντάξει,", λέει ο ιδιοκτήτης, "και στα πιο καθαρά σπίτια θα βρεις κανένα ποντικάκι!".
"Περίμενε.", του λέει ο νοικάρης και ακουμπάει κοντά στη σχισμή ένα μεγαλύτερο κομμάτι τυρί. Σε λίγο βγαίνουν πέντε-έξι ποντίκια, πλακώνουν το τυρί, το τρώνε και ξαναφεύγουν. "Εντάξει,", λέει λίγο ντροπιασμένος ο ιδιοκτήτης, "το ποντικάκι θα βρήκε ταίρι και θα κάναν μερικά μικρά. Δεν είναι τίποτα σπουδαίο.".
"Περίμενε.", ξαναλέει ο νοικάρης και αφήνει κοντά στον τοίχο όλο το κεφάλι το τυρί. Σε λίγο αρχίζουν να ξεχύνονται απ τη ρωγμή δεκάδες ποντίκια και να κατατρώνε το τυρί και μαζί τους πετάγεται κι ένα ψάρι, που πέφτει στο πάτωμα και σπαρταράει. "Απίστευτο!", κάνει ο σπιτονοικοκύρης. "Ένα ψάρι!".
"ʼσε,", λέει ο νοικάρης, "για την υγρασία θα σου πω μετά!".