φρέσκα ανέκδοτα

Πάει ένας νέος στον ιερέα για εξομολόγηση.
Οπότε, τον ρωτάει ο παπάς.
- Τέκνον μου, τι αμαρτίες έκανες;
- Ε, να, του λέει, προχθές το βράδυ, ψιλόβρεχε και είχα πάει στο σπίτι της θειας μου ε, και όπως καθόμασταν εκεί... το κάναμε...
Έξαλλος ο παπάς του λέει.
- Το κάνατε; Αυτό είναι μεγάλη αμαρτία... Κάνε 40 μετάνοιες και κάνε 5 μέρες νηστεία και ο Θεός θα σε συγχωρέσει...
Μετά από μια εβδομάδα, ξαναέρχεται ο ίδιος νέος στον παπα.
Οπότε, τον ρωτάει ο παπάς.
- Τέκνον μου, τι αμαρτίες έκανες;
- Ε, να, του λέει, προχθές το βράδυ, ψιλόβρεχε και είχα πάει στο σπίτι της αδερφής μου ε, και όπως καθόμασταν εκεί... το κάναμε...
Έξαλλος ο παπάς του λέει:
- Το κάνατε; Αυτό είναι τεράστια αμαρτία... κάνε 100 μετάνοιες και κάνε 10 μέρες νηστεία και ίσως ο Θεός θα σε συγχωρέσει!
Μετά από μια εβδομάδα, ξαναέρχεται ο ίδιος νέος στον παπα.
Οπότε, τον ρωτάει ο παπάς:
- Τέκνον μου, τι αμαρτίες έκανες πάλι;
- Ε, να, του λέει, προχθές το βράδυ, ψιλόβρεχε και είχα πάει στο σπίτι της μάνας μου ε, και όπως καθόμασταν εκεί... το κάναμε...
Εκεί ο παπάς τρελαίνεται και του λέει:
- Ακου παιδί μου... αυτό είναι ασυγχώρητη αμαρτία, αδύνατον να σε συγχωρέσει ο Θεός!
- Έλα βρε πάτερ, κάτι θα βρεις εσύ...
- Μα δεν γίνεται τίποτα σου λέω, η αμαρτία σου είναι τόσο μεγάλη που δεν συγχωρείται με τίποτα!
- Πάτερ... πρόσεχε γιατί έξω ψιλοβρέχει...
Αθήνα, κατακαλόκαιρο.
Καύσωνας 42 βαθμοί. Ούτε φύλλο δεν κουνιέται, όλα βράζουν. Ο κύριος Παπαδόπουλος, σε μια μονοκατοικία στην Νέα Σμύρνη, βγάζει τη μέρα του κάτω από το κρύο ντους για να μην λιποθυμήσει. Ξάφνου, χτυπάει το κουδούνι του. Ανοίγει βρεμένος με την πετσέτα και βλέπει έξω από την πόρτα του το βυτίο που μοιράζει πετρέλαιο για το καλοριφέρ.
- Ο κύριος Παπαδόπουλος; τον ρωτά ο οδηγός. Φέραμε το πετρέλαιο.
- Ποιο πετρέλαιο, άνθρωπέ μου; Είσαι σοβαρός; Ποιος σου είπε να φέρεις με αυτόν τον καύσωνα πετρέλαιο;.
- Εσείς, κύριε Παπαδόπουλε! Μας τηλεφωνήσατε σήμερα το πρωί!
- Εγώ;!... Σας μοιάζω για τρελός;, ουρλιάζει ο Παπαδόπουλος και μια υποψία τον κυριεύει.
Γυρνάει και κοιτάει τον παπαγάλο του, που σκύβει το κεφάλι ένοχα και το χώνει μέσα στα φτερά του.
"Ώστε, εσύ το κανες, πουλάκι μου...", σκέφτεται.
- Πόσους τόνους φέρατε;, ρωτάει τον οδηγό.
- Τριάντα μας ζητήσατε!
- Τριάντα τόνους πετρέλαιο! Μα δεν χωράνε στη δεξαμενή! Καλά, βάλτε όσο πάρει, εγώ θα πεθάνω, δεν μπορώ, πάω να μπω κάτω από το νερό να συνέλθω.
Και πάει προς το μπάνιο, μηνύοντας στο πουλί "εσένα θα σε κανονίσω αργότερα".
Όταν όλα τελείωσαν και το βυτίο έφυγε, ο κύριος Παπαδόπουλος βγαίνει, βουτάει τον παπαγάλο, τον κολλάει στον τοίχο, του ανοίγει τη μια φτερούγα, την καρφώνει, του ανοίγει την άλλη, την καρφώνει και τρέχει να ξαναμπεί κάτω από το ντους.
Γυρίζει στο πλάι το κεφάλι του ο παπαγάλος και βλέπει τον Εσταυρωμένο.
- Έι, ψιτ, εσύ!, του λέει. Πόσον καιρό είσαι εκεί;
- Ουου, απαντάει ο Χριστός. Ίσαμε δυο χιλιάδες χρόνια!
- Δυο χιλιάδες χρόνια;!, τρελαίνεται ο παπαγάλος. Καλά, άνθρωπέ μου, πόσο πετρέλαιο παράγγειλες εσύ;!
Ένα ζευγάρι παντρεμένο είκοσι ολόκληρα χρόνια ξαπλωμένοι στο κρεβάτι τους κουβεντιάζουν.
- "Αντρα μου λέει η γυναίκα αν πεθάνω θα ξαναπαντρευτείς;"
- "Δε νομίζω!" απαντάει εκείνος.
- "Δηλαδή είσαι εναντίον του γάμου;", λέει η γυναίκα.
- "Όχι!", αποκρίνεται εκείνος.
- "Αρα του λέει θα ξαναπαντρευτείς ε;"
- "Ε μάλλον", λέει και εκείνος!
- "Και τι, " του λέει, "θα κοιμάσαι με αυτήν στο ίδιο κρεβάτι που κοιμάσαι μαζί μου;"
- "Ε μάλλον, " λέει αυτός;
- "Και θα ακούει και τους δίσκους μου αυτή;"
- "Ε μάλλον" λέει αυτός;
- "Και θα φοράει και τα ρούχα μου;"
- "Ε μάλλον", λέει αυτός;
- "Και τι θα φοράει και τις γόβες μου;"
- "Όχι αγάπη μου αυτή φοράει 39!", αποκρίνεται εκείνος.
Ο απελπισμένος καθηγητής στέλνει στο γυμνασιάρχη δυό ταραξίες μαθητές της τάξης.
- Τι έκανες εσύ, παιδί μου; ρωτάει ο γυμνασιάρχης τον πρώτο.
- Τίποτα, κύριε γυμνασιάρχα. Πήρα το τετράδιό του διπλανού μου.
- Τρείς μέρες αποβολή. Πήγαινε, τον διακόπτει ο γυμνασιάρχης. Εσύ τι έκανες; απευθύνεται στον δεύτερο μαθητή.
- Τίποτα, κύριε. Πέταξα μόνο το σφουγγαράκι απο το παράθυρο.
- Καλά, δεν ειναι τόσο σημαντικό. Πήγαινε τώρα.
Πέντε μέρες μετά ο καθηγητής στέλνει ξανά τον ίδιο μαθητή στον γυμνασιάρχη.
- Τί έκανες αυτή τη φορά; ρωτάει ο γυμνασιάρχης.
- Πέταξα το σφουγγαράκι από το παράθυρο.
- Και σε ξαναστείλανε για αυτό; Νομίζουν ότι δεν έχω τίποτε καλύτερο να κάνω; Φύγε παιδί μου!
Και τότε εισβάλλει στο γραφείο ένας εξαγριωμένος κύριος.
- Ποιός είστε, κύριε; τον ρωτάει ο γυμνασιάρχης. Και πως ορμάτε έτσι στο γραφείο μου;
- Ποιός είμαι ρωτάτε; Ο πατέρας του Σφουγγαράκη είμαι!
(Α=Ανδρας Γ=Γυναίκα).
A: Έχουμε συναντηθεί κάπου εμείς;
Γ: Ναι, γι αυτό δεν πηγαίνω πια εκεί.
Α: Νομίζω ότι σε έχω δει κάπου.
Γ: Ναι, είμαι η νοσοκόμα στο νοσοκομείο αφροδισίων νοσημάτων.
Α: Είναι αυτή η θέση κενή;
Γ: Ναι και αυτή που κάθομαι εγώ θα είναι επίσης κενή αν καθίσεις εδώ.
Α: Λοιπόν, θέλεις να έλθεις στο σπίτι μου;
Γ: Μμμμ, δεν ξέρω. Χωράνε δύο άνθρωποι κάτω από την ίδια πέτρα;
A: Σπίτι σου ή σπίτι μου;
Γ: Και στα δύο. Εσύ σπίτι σου και εγώ στο δικό μου.
Α: θα ήθελα να σου τηλεφωνήσω. Ποιο είναι το τηλέφωνό σου;
Γ: Είναι στον κατάλογο.
Α: Ναι αλλά δεν ξέρω το όνομά σου.
Γ: Και αυτό είναι στον κατάλογο.
Α: Μωρό μου, πώς σου αρέσουν τα αυγά σου το πρωί;
Γ: Αγονιμοποίητα (!)
Α: Έλα λοιπόν, αφού για τον ίδιο λόγο ήρθαμε σε αυτό το μπαρ σήμερα.
Γ: Σωστά, ας βρούμε λοιπόν καμία γκόμενα.
Α: Είμαι εδώ για να ικανοποιήσω όλες σου τις ερωτικές φαντασιώσεις.
Γ: Μη μου πεις... Έχεις έναν γάιδαρο και έναν Μεγάλο Δανό;
Α: Ξέρω πώς να σε ευχαριστήσω, μωρό μου.
Γ: Τότε ευχαρίστησε με, αφήνoντάς με μόνη μου.
Α: Θέλω να σου δωρίσω τον εαυτό μου.
Γ: Συγγνώμη, αλλά δεν δέχομαι φτηνιάρικα δώρα
Α: Μπορώ να μαντέψω ότι με θέλεις.
Γ: Ωωωωω, ναι, έχεις δίκιο. Σε θέλω... φευγάτο.
Α: Αν σε δω ποτέ γυμνή, θα πεθάνω ευτυχισμένος.
Γ: Ναι αλλά αν σε δω ποτέ εγώ γυμνό, θα πεθάνω από τα γέλια.
Α: Το σώμα σου είναι σαν ιερός ναός για μένα.
Γ: Λυπάμαι, αλλά δεν έχει λειτουργία σήμερα.
Α: Θα μπορούσα να σου δώσω τα πάντα.
Γ: Ωραία, ας ξεκινήσουμε από τον τραπεζικό σου λογαριασμό.
Α: Θα μπορούσα να πάω ακόμη και στο τέλος του κόσμου για χάρη σου.
Γ: Ναι, αλλά θα μπορούσες να μείνεις εκεί για πάντα;
Ένας διαρρήκτης κάνει την είσοδο του σε ένα σπίτι πλουσίων την ημέρα που ήταν σίγουρος πως όλοι έλειπαν. Τη στιγμή που ανοίγει το χρηματοκιβώτιο ακούγεται μια φωνή να του λέει:
- Εγώ και ο Ιησούς σε βλέπουμε και θα σε τιμωρήσουμε! Γυρνά το κεφάλι, μα τίποτα. Έπειτα ξανακούει την ίδια φράση, γυρνά και βλέπει ένα παπαγάλο.
- Εσύ ήσουν και με κοψοχόλιασες, του λέει.
- Ναι εγώ είμαι ο Πραξιτέλης!
- Μα καλά είναι όνομα αυτό για παπαγάλο;
- Γιατί είναι όνομα για ντόπερμαν το Ιησούς;!