φρέσκα ανέκδοτα

Ένας άντρας μπαίνει σε ένα μπαρ κρατώντας μία μικρή χελώνα. Το ένα μάτι της χελώνας είναι μαύρο με μπλε αποχρώσεις, δυο πόδια της είναι καλυμμένα με γάζες και το κέλυφος της είναι συγκολλημένο με ταινία. Ο μπάρμαν ρωτάει τον άντρα:
- Τι έπαθε η χελώνα σου;
- Τίποτα, απαντάει ο άντρας. Αυτή η χελώνα είναι πολύ γρήγορη. Πάρε το σκύλο σου και βάλτον να σταθεί στο τέλος του μπαρ. Μετά πήγαινε στην άλλη άκρη του μπαρ και φώναξέ τον. Βάζω στοίχημα 500 ευρώ, ότι πριν φτάσει σε εσένα ο σκύλος σου, η χελώνα μου θα είναι ήδη εκεί.
Ο μπάρμαν, σκεπτόμενος ότι θα κερδίσει ένα σίγουρο στοίχημα, συμφωνεί. Πάει στην άλλη άκρη του μπαρ, και με το τρία καλεί τον σκύλο του. Ξαφνικά ο άντρας σηκώνει τη χελώνα και την πετάει με δύναμη. Εκείνη διασχίζει το μπαρ στον αέρα, παραλίγο πετυχαίνοντας τον μπάρμαν και συγκρούεται με τον τοίχο.
- Ε, δεν στο είπα ότι θα φτάσει πριν από το σκύλο σου;
Ήταν ο Γιωρίκας και ο Κωστίκας, και πήγανε στη Αφρική για σαφάρι. Εκεί που προχωρούσαν βλέπουν ένα ξέφωτο. Κάνει ο Γιωρίκας:
- Κωστίκα, εδώ θα κάνουμε το σπίτι μας και αφού το φτιάξουμε θα πάμε για κυνήγι. Την άλλη μέρα ξυπνά ο Γιωρίκας και κάνει στον Κωστίκα που κοιμάται:
- Ξύπνα Κωστίκα, πάμε για κυνήγι. Ο Κωστίκας το σκέφτηκε καλύτερα και του λέει ότι άλλαξε γνώμη και δεν θα πάει. Στο τέλος πάει ο Γιωρίκας μόνος του. Εκεί που προχωράει πετάγεται ένα λιοντάρι μπροστά του. Το κοιτάει ο Γιωρίκας αγριεμένος, τον κοιτάει και το λιοντάρι και εκεί που άρχισε να βρυχάται το λιοντάρι ο Γιωρίκας το βάζει στα πόδια. Τρέχει ο Γιωρίκας και από πίσω του το λιοντάρι... Όταν έφτασε στο τέλος ο Γιωρίκας στο σπίτι του, φωνάζει:
- Κωστίκα άνοιξε την πόρτα. Ανοίγει ο Κωστίκας και εκείνη την στιγμή ορμά το λιοντάρι να πιάσει τον Γιωρίκα. Σκύβει ο Γιωρίκας και μπαίνει το λιοντάρι μέσα στο σπίτι. Κλείνει ο Γιωρίκας την πόρτα και κάνει στον Κωστίκα:
- Γδάρε αυτό. Πάω να φέρω άλλο.