φρέσκα ανέκδοτα

Ένας κύριος προχωρημένης ηλικίας αφήνει τη δουλειά του για να ασχοληθεί με το αγαπημένο του σπορ:
Το τένις. Παίζει συνεχώς, από το πρωί ως το βράδυ, γράφεται σε όλους τους συλλόγους και συμμετέχει σε όλα τα τουρνουά νικώντας ακόμα και παίκτες πολύ νεότερούς του. Κάποια μέρα συναντά στο κλαμπ ένα διάσημο μέντιουμ και αποφασίζει να ρωτήσει τι θα συναντήσει στην άλλη μεριά και, κυρίως να θα μπορεί και εκεί να παίζει τένις.
Πηγαίνει λοιπόν και ρωτάει:
"Σας παρακαλώ, ελάτε, αν μπορείτε, σε επαφή με τα πνεύματα και πείτε μου: πώς περνάνε τον καιρό τους στην άλλη μεριά;"
Το μέντιουμ κλείνει τα μάτια και αυτοσυγκεντρώνεται:
"Λοιπόν, σας έχω καλά νέα. Μου λένε ότι υπάρχουν πολλά γήπεδα του τένις".
"Τι ωραία! Αλλά ρωτήστε, είναι από πλαστικό ή από τσιμέντο;"
"Μου λένε ότι το υλικό είναι άγνωστο σ εμάς, είναι όμως εκπληκτικό γιατί έχει
Φοβερή ελαστικότητα".
Ο τενίστας κοντεύει να τρελαθεί απ τη χαρά του.
"Σας παρακαλώ, ρωτήστε. οι μπάλες πώς είναι; Κίτρινες ή άσπρες;"
"Οι μπάλες έχουν όλα τα χρώματα και οι άγγελοι κρατάνε το σκορ".
"Ρωτήστε επίσης αν έχουν τουρνουά."
Εδώ το μέντιουμ σοβαρεύει και του λέει:
"Λοιπόν σας έχω και καλά και άσχημα νέα."
"Πείτε πρώτα τα καλά".
"Διοργανώνουν τουρνουά κάθε βδομάδα. Καμιά φορά και πιο συχνά".
"Μα αυτό είναι καταπληκτικό! Και ποια είναι τα άσχημα νέα;"
"Είστε γραμμένος στο τουρνουά του επόμενου Σαββάτου".
Μια μέρα, μετά από σχεδόν μια αιωνιότητα στον κήπο της Εδέμ, φωνάζει ο Αδάμ στο Θεό, "Κύριε, έχω ένα πρόβλημα".
- "Ποιο είναι το πρόβλημα, Αδάμ;", ρωτάει ο Θεός.
- "Κύριε, γνωρίζω ότι με έπλασες και με φρόντισες και με περιέβαλες μ" αυτό τον πανέμορφο κήπο και όλα αυτά τα υπέροχα ζώα, αλλά δεν είμαι ευτυχισμένος."
- "Και γιατί συμβαίνει αυτό, Αδάμ;" έρχεται η ερώτηση από τα ουράνια.
- "Κύριε, γνωρίζω ότι δημιούργησες αυτό το μέρος για μένα, με όλο αυτό το νόστιμο φαγητό και όλα αυτά τα χαριτωμένα πουλιά να μου κελαηδούν, αλλά αισθάνομαι μοναξιά."
- "Τότε Αδάμ, σου έχω την τέλεια λύση. Θα δημιουργήσω μια "γυναίκα" για σένα."
- "Τι είναι "γυναίκα", Κύριε;"
- "Αυτή η "γυναίκα" θα είναι το πιο έξυπνο, ευαίσθητο, όμορφο και γεμάτο φροντίδα πλάσμα απ" όσα έχω φτιάξει. Θα είναι τόσο έξυπνη που θα μπορεί να καταλαβαίνει τι θέλεις πριν να το θελήσεις. Θα είναι τόσο ευαίσθητη και γεμάτη φροντίδα που θα γνωρίζει την κάθε σου διάθεση και το πως να σε κάνει ευτυχισμένο. Η ομορφιά της θα συναγωνίζεται αυτήν του ουρανού και της γης. Θα φροντίζει χωρίς αντιρρήσεις για κάθε σου ανάγκη και επιθυμία. Θα είναι ο τέλειος σύντροφος για σένα.", απάντησε η φωνή εξ ουρανών.
- "Ακούγεται υπέροχη", απαντά ο Αδάμ.
- "Θα είναι, αλλά θα σου κοστίσει κάτι, Αδάμ.", του ανακοινώνει ο Θεός.
- "Και πόσο θα μου κοστίσει αυτή η "γυναίκα" Κύριε;", ρώτησε ο Αδάμ.
- "Θα σου κοστίσει το δεξί σου χέρι, το δεξί σου πόδι, ένα μάτι, ένα αυτί, και τον αριστερό όρχι." Ο Αδάμ το σκέφτεται για λίγο, με ένα ύφος βαθιάς σκέψης και ανησυχίας λέει στο Θεό:
- "Χμμμ! Τι θα μπορούσα να πάρω για ένα πλευρό;"
Μια ξανθιά, μια μελαχρινή και μια κοκκινομάλλα δουλεύουν σε ένα γραφείο όπου η διευθύντρια είναι γυναίκα. Κάθε μέρα η διευθύντρια φεύγει νωρίς, οπότε κάποια μέρα λέει η μελαχρινή:
- Ρε κορίτσια, δε φεύγουμε κι εμείς νωρίς αύριο; Έτσι κι αλλιώς δε θα το καταλάβει!
Πράγματι την άλλη μέρα φεύγει η διευθύντρια και αμέσως μετά φεύγουν κι αυτές.
Η μελαχρινή πάει στο σπίτι της και καταπιάνεται με τον κήπο της, η κοκκινομάλλα πηγαίνει σε ένα μπαρ και η ξανθιά πάει και αυτή στο σπίτι της όπου όμως βρίσκει τον άντρα της να κάνει έρωτα με τη διευθύντρια.
Σιγά-σιγά και χωρίς να την καταλάβουν η ξανθιά φεύγει από το σπίτι και γυρίζει πίσω την ώρα που σχολάει κάθε μέρα.
Την άλλη μέρα λέει η μελαχρινή στην ξανθιά:
- Ωραία ήταν χθες! Να το ξανακάνουμε.
- Όχι, όχιιιι! Εμένα παρά λίγο να με πιάσουν!
Ήταν μια γιαγιά και ένας παππούς που δεν είχαν παιδιά.
Μια μέρα διάβασαν στην εφημερίδα ότι σε ένα σχολείο μπαίνεις μοσχάρι και βγαίνεις άνθρωπος. Βέβαια η εφημερίδα εννοούσε ότι μπαίνεις αγράμματος και βγαίνεις πανέξυπνος, ο γέρος και η γιαγιά όμως το κατάλαβαν στην κυριολεξία. Έτσι παίρνει ο παππούς το μοσχάρι από την αγελάδα, πάει στο σχολείο και λέει:
- «Σας δίνω το μοσχάρι μου να το κάνετε άνθρωπο και θα έρθω να το πάρω σε 6 χρόνια», έτσι ευχαριστημένος πάει σπίτι. Στο μεταξύ στο σχολείο σφάζουν το μοσχάρι και το τρώνε. Μετά 6 χρόνια ο παππούς πάει στο σχολείο και σκέφτεται πως να φωνάξει το παιδί του αφού τώρα πια ήταν άνθρωπος. Μετά από σκέψη λέει ότι θέλει τον κύριο Μόσχα. Εν το μεταξύ, υπήρχε εκεί ένας καθηγητής με αυτό το όνομα. Τότε ο φύλακας του λέει:
- «A, θέλετε τον καθηγητή Μόσχα.» Τότε ο παππούς παινεύεται από μέσα του. «Α, για δες το παιδί μου όχι μόνο μεγάλωσε αλλά έγινε και καθηγητής κιόλας.» Έρχεται ο καθηγητής και ο γέρος ανοίγει τα χέρια του και λέει:
- «Παιδί μου, έλα να σε αγκαλιάσω.»
Ο καθηγητής απορημένος λέει:
- «Τι λέτε κύριε, εγώ δεν είμαι ο γιος σας.»
- « Γιε μου δε με θυμάσαι, ο πατέρας σου είμαι»
- «Συγνώμη κύριε λάθος κάνετε.»
Ο παππούς στενοχωρημένος πάει σπίτι. Στο δρόμο όμως του ρχεται μια ιδέα. Παίρνει την αγελάδα και πάει ξανά στο σχολείο, ζητά πάλι τον κύριο Μόσχα και του λέει δείχνοντας την αγελάδα.
- «Εμένα δε με θυμάσαι, τουλάχιστον την μάνα σου τη θυμάσαι!»
Κάποτε δύο φίλοι ξαναβρίσκονται μετά από πολλά χρόνια. Έχουν ήδη γίνει πατεράδες κι έχουν κόρες της παντρειάς. Μετά λοιπόν από τα πρώτα τι κάνεις, παντρεύτηκες, κλπ. αρχίζει ο διάλογος:
- Τι γίνεται έχεις παιδιά;
- Αμέ έχω μία κόρη 23 ετών λέει αυτός.
- Παντρεμένη; Ρωτάει ο άλλος.
- Α! Που να στα λέω. Έγινε ένας γάμος κάτσε καλά. Τρεις μέρες γλεντούσαμε και χορεύαμε. Έπρεπε να ήσουν εκεί.
- Μπράβο, μπράβο, λέει ο άλλος.
- Αλλά δυστυχώς χώρισε μέσα σ ένα χρόνο λέει ο πατέρας.
- Τι κρίμα! λέει ο άλλος.
- Α! σε έξι μήνες ξαναπαντρεύτηκε. Λέει ο πατέρας. Έγινε ένας γάμος ιστορικός. Κράτησε μία βδομάδα. Καιρό είχε να δει ο κόσμος τέτοιο γλέντι.
- Σώπα λέει ο άλλος. Τουλάχιστον πρόκοψε; Ρωτάει.
- Μπα σε έξι μήνες ξανά χώρισε.
- Κρίμα ρε παιδί μου.
- Α! Κανένα πρόβλημα. Ξαναπαντρεύτηκε. Κι έγινε ένας γάμος που κράτησε δέκα μέρες. Εκεί να ήσουν να έβλεπες γλέντια. Ο κόσμος ακόμα μιλάει. Και συνεχίζει: Αλήθεια εσύ έχεις παιδιά;
- Ναι έχω μία κόρη. Λέει ο δεύτερος.
- Και τι δουλειά κάνει; Ρωτάει ο άλλος.
- Ε! και η δικιά μου που***α έγινε αλλά δεν το γλεντήσαμε τόσο!