φρέσκα ανέκδοτα

Ο σύζυγος ετοιμάζεται να φύγει ταξίδι και πάει σε ένα κατάστημα που πουλάει σκύλους φύλακες για να αγοράσει έναν με σκοπό να προσέχει την γυναίκα του όσο λείπει.
- Βλέπει ένα που κοστίζει 100.000 και ο πωλητής του εξηγεί:
- Αυτό που βλέπετε είναι Ντόπερμαν, εντοπίζει τον κλέφτη τον ρίχνει κάτω και τον κρατάει εκεί μέχρι να έρθει η αστυνομία.
- Ο σύζυγος όμως θέλει κάτι καλύτερο και ο πωλητής συνεχίζει:
- Το άλλο πιο κάτω είναι λυκόσκυλο, κοστίζει 200.000, εντοπίζει τον κλέφτη τον ρίχνει κάτω, τον δένει και φωνάζει και την αστυνομία μόνο του.
- Ο πελάτης όμως θέλει κάτι καλύτερο και το μάτι του πάει σε ένα κανίς που κοστίζει 500.000.
- Αυτό το μικρό γιατί είναι τόσο ακριβό; ρωτάει.
- Γιατί ξέρει καράτε!
- Αδύνατον, μπορείτε να μου κάνετε μία επίδειξη;
- Βεβαίως.. "Τραπέζι καράτε" φωνάζει, ορμάει ο σκύλος στο τραπέζι και το κάνει κομμάτια.
- "Πόρτα καράτε" φωνάζει και μετά από λίγο και πάει η πόρτα.
- Ενθουσιασμένος ο σύζυγος τον πάει στην γυναίκα του η οποία την άλλη μέρα φέρνει στο σπίτι τον εραστή της ο οποίος γελάει όταν ακούει ότι αυτός ο σκύλος είναι φύλακας.
- Μην τον βλέπεις έτσι μικρό, ξέρει καράτε.
- Ποιο, αυτό το κουτάβι; Αρχίδια καράτε ξέρει.
Η έκπληξη.
Στο σχολείο τα παιδιά γράφανε έκθεση για το πως περάσανε τις διακοπές του καλοκαιριού. Ο Τοτός λοιπόν γράφει:
"Το καλοκαίρι πήγαμε στο κτήμα του παππού μου στη Λεσβο. Ο παππούς μου έχει δύο αγελάδες, μια μαύρη και μια άσπρη κι ενα ταύρο. Μια μέρα ο ταύρος πήδηξε τη μαύρη αγελάδα..."
- Τοτέ, τι πράγματα είναι αυτά. Να μην ξαναγράψεις τέτοια πράγματα, λέει η δασκάλα.
Μετά απο λίγο καιρό,τα παιδιά γράφουνε έκθεση για το πως περάσανε τις διακοπές των Χριστουγέννων.
Γράφει ο Τοτός:
"Το χειμώνα πήγαμε στο κτήμα του παππού μου στη Λέσβο. Ο παππούς μου έχει δύο αγελάδες, μια μαύρη και μια άσπρη κι ένα ταυρο. Μια μέρα ο ταύρος πήδηξε τη μαύρη αγελάδα..."
- Τοτέ, γιατί ξαναέγραψες αυτή τη λέξη στην έκθεση σου; Θα μπορούσες να γράψεις ο ταύρος έκανε μια έκπληξη στη μαύρη αγελάδα.
Μετά απο λίγο καιρό, η έκθεση είχε θέμα πως πέρασα τις διακοπές του Πάσχα.
Γράφει ο Τοτός:
"Το Πάσχα πήγαμε στο κτήμα του παππού μου στη Λέσβο. Ο παππούς μου έχει δυο αγελάδες, μια άσπρη και μια μαύρη κι ένα ταύρο. Μια μέρα ο ταύρος έκανε μια έκπληξη στη μαύρη αγελάδα... πήδηξε την άσπρη!"
Μία κοπέλα φορώντας μια στενή δερμάτινη φούστα περίμενε στην στάση του λεωφορείου.
Το λεωφορείο έφτασε και πήγε να ανέβει.
Αμέσως κατάλαβε ότι η φούστα ήταν πολύ στενή.
Αμήχανη έβαλε το χέρι πίσω και προσπάθησε να κατεβάσει λίγο το φερμουάρ, για να μπορέσει να ανέβει το σκαλί.
Δεν τα κατάφερε όμως και ξαναβάζει το χέρι πίσω να το κατεβάσει λίγο ακόμα.
Ένας σωματώδης τύπος, που στεκόταν πίσω από την αμήχανη γυναίκα στην ουρά, την πιάνει από την μέση, και την ανεβάζει στο λεωφορείο.
Φυσικά η γυναίκα εξοργίστηκε και γύρισε να τον βρίσει:
- Μα είναι δυνατόν; Πως τολμάτε να με αγγίζετε!; Ούτε καν γνωριζόμαστε!
Στο οποίο ο τύπος απάντησε:
- Τι να σας πω, κοπέλα μου... Κανονικά θα συμφωνούσα μαζί σας, αλλά αφού μου ξεκουμπώνατε το φερμουάρ, θεώρησα και εγώ ότι είμαστε φίλοι...
Ήταν τρεις γιατροί ένας Γερμανός, ένας Ιταλός και ένας Έλληνας.
Μια μέρα που έγινε διεθνές συμβούλιο γιατρών συναντήθηκαν όλοι μαζί και ήθελαν να αποδείξουν ο ένας στον άλλο ποιος είναι ο καλύτερος γιατρός. Σηκώνεται ο Ιταλός και λέει, εγώ μπορώ να κάνω έναν που έχει καταρράκτη εντελώς καλά σε ένα μήνα. Σιγά το κατόρθωμα του έλεγαν οι άλλοι δύο και γελούσαν ειρωνικά. Σηκώνεται ο Γερμανός και λέει εγώ μπορώ να κάνω έναν που είναι εντελώς τυφλός καλά σε 15 μέρες. Σιγά το κατόρθωμα του είπε ο Έλληνας . Και λένε στον Έλληνα εσύ που κοροϊδεύεις τι μπορείς να κάνεις? Εγώ τους λέει μπορώ να κάνω έναν που είναι τυφλός καλά σε ένα δευτερόλεπτο. Γελούσαν οι άλλοι δύο και του λένε αυτό που λες δεν γίνεται. Κατά σύμπτωση εκείνη τη στιγμή περνούσε ένας τυφλός και τον φωνάξανε. Λένε λοιπόν στον Έλληνα να τον κάνει καλά. Τον βάζει ο Έλληνας στην καρέκλα και του λέει να κατεβάσει το παντελόνι του. Μετά του βάζει τα αρχίδια στα μάτια και τον ρωτάει βλέπεις τίποτα? Και λέει ο τυφλός, αρχίδια βλέπω.
Δύο τύποι και ένας πόντιος που μόλις έχουνε φάει ισόβια βρίσκονται στο ίδιο κελί και συζητάνε για το πώς θα περάσουν τον καιρό τους στη στενή.
Εγώ λέει ο πρώτος έχω φέρει μαζί μου το γιογιό μου θα παίζω λίγο με αυτό θα περνάει ο καιρός.
Τι μας λες ρε φίλε του λέει ο δεύτερος, με ένα πραγματάκι που πηγαίνει πάνω κάτω θα περάσεις όλη σου τη ζωή; εγώ έχω φέρει μαζί μια μίνι τραπουλίτσα, θα παίζουμε καμμιά πρεφούλα ή ότι άλλο γουστάρετε και έτσι θα τη βγάλουμε.
Και ο πόντιος: Καλά ρε πάτε καλά και οι δύο; Θα βγάλετε μια ζωή παίζοντας χαρτιά και γιογιό;
- Γιατί ρε φίλε, του λένε οι άλλοι εσύ πώς θα τη βγάλεις;
- Εγώ ρε λέει έχω φέρει μαζί μου μια κούτα ταμπόν.
- Και τι θα το κάνεις ρε μεγάλε το ταμπόν εδώ μέσα;
- Τι θα το κάνω; Να ρε διαβάστε εδώ. Μ αυτό μπορείς να κάνεις κολύμβηση, ιππασία, ορειβασία και ότι άλλο γουστάρεις...