φρέσκα ανέκδοτα

Η σκηνή είναι κλασική. Βραδάκι, εκείνος γύρω στα 45 είναι αραχτός στη τηλεόραση και βλέπει το ματς. Εκείνη σιδερώνει πίσω του.
Δίπλα στη πολυθρόνα, στο τραπεζάκι, ένα μπολ με στραγάλια και ένα ποτήρι ουίσκι με πάγο, που κατεβαίνει αργά-αργά όσο η ώρα περνάει, καταλήγοντας στο λαρύγγι του ποδοσφαιρόφιλου φίλου μας. Έχει μια χούφτα στραγάλια στο χέρι και κάθε τόσο πετάει ένα στον αέρα και μια κίνηση σαν το λιοντάρι της MGM, το πιάνει με το στόμα του και το μασουλάει αφηρημένα. Ξαφνικά ακούγεται το κλειδί στην εξώπορτα.
- Το παιδί, τσιρίζει με ανακούφιση η μαμά γυρνώντας το κεφάλι προς την πόρτα.
Γυρίζει τρομαγμένος και ο πατέρας, βγαίνοντας από την αγωνιστική του χαύνωση, με αποτέλεσμα το στραγάλι αντί για το στόμα να του μπει μέσα στ αφτί!
- Τι φωνάζεις γαμ*** σαν υστερική και μου μπήκε αυτή η μαλα*** μεσ τ αφτί;
Και βάζοντας το μικρό του δάχτυλο προσπαθεί να βγάλει το στραγάλι, το οποίο όμως πεισματικά χώνεται ακόμα πιο βαθιά. Αρχίζει να τον λούζει κρύος ιδρώτας και σκέφτεται νοσοκομεία και τέτοια.
Στο μεταξύ έχει ανοίξει η εξώπορτα και έχει μπει η κόρη του ζευγαριού, ένα έξαλλο πιπίνι γύρω στα 17, ακολουθούμενη από τον νεαρό συνοδό της με μοντέρνο ξυρισμένο-γυαλοχαρτισμένο κεφάλι.
- Μαμά, μπαμπά αυτός είναι ο Χάρης, πετάει η μικρή μασουλώντας θορυβωδώς την Trident της.
Σε λίγο το πρόβλημα με το στραγάλι γίνεται το κεντρικό θέμα συζήτησης.
- Αφήστε με να σας βοηθήσω, λέει ο Χάρης και χώνοντας δυο δάχτυλα στα ρουθούνια του πατέρα τον παρακινεί να φυσήξει δυνατά. Με τα πολλά και αφού η φάτσα του φίλου μας έχει γίνει σαν παντζάρι από το ζόρι, ακούγεται ένα «πλοπ» και το στραγάλι κατρακυλάει στο πάτωμα.
- Μπράβο, μπράβο παιδί μου-ακούγεται η μαμά-δεν ξέρω πώς να σ ευχαριστήσω.
Ο νεαρός σωτήρας, με ύφος "μα τι κάνουμε, αχιβάδες βόσκουμε;", λέει πως δεν έκανε τίποτα και καληνυχτίζοντας μικρούς και μεγάλους φεύγει για το σπίτι του.
Η μικρή κλειδώνεται στο δωμάτιο της γιατί αρχίζει το Beverly Hills, ενώ ο μπαμπάς κι η μαμά ξαναγυρίζουν στα συνηθισμένα τους πόστα.
- Καλέ τι έξυπνο παιδί που είναι αυτός ο Χάρης!, λέει εκείνη συνεχίζοντας τον μισοσιδερωμένο γιακά. Τι λες να γίνει όταν μεγαλώσει;
Κι εκείνος κουνώντας το κεφάλι του με νόημα, λέει με αφηρημένο ύφος χαζεύοντας τον Οφορίκουε:
- Αν κρίνω από το πως μύριζαν τα δάχτυλά του μάλλον γαμπρός μας!
Στον παράδεισο βρίσκονται ανάμεσα στους άλλους νεκρούς ένας Ιταλός, ένας Τούρκος και ένας Εβραίος οι οποίοι παίρνουνε άδεια από τον Αγιο Πέτρο να κατεβούν για Παρασκευοσαββατοκύριακο στη γη.
Ετοιμάζονται να φύγουν αλλά πριν περάσουνε τις πύλες του παραδείσου τους καλεί ο Αγ. Πέτρος στο γραφείο του και τους προειδοποιεί.
"Μην τυχόν δω τον Ιταλό να τρώει πίτσα, τον Εβραίο να ασχολείται με χρήματα ή τον Τούρκο να κάνει Οθωμανικό γιατί θα τον βουτήξω αμέσως, σύμφωνοι?"
Τι να κάνουν, οι τρεις νεκροί δεν μπορούσανε να πούνε όχι. κατεβαίνουνε λοιπόν στη γη και αρχίζουνε να σουλατσάρουνε σε μια πόλη ώσπου συναντάνε μια πιτσαρία. Ο Ιταλός δεν μπόρεσε να αντισταθεί στην
Νοσταλγία του και ορμά μέσα, παραγγέλνει μία σπέσιαλ πίτσα και κάθεται να τη φάει αλλά με την πρώτη μπουκιά ΦΟΥΠ! τον αρπάζει ο Αγ. Πέτρος. Οι υπόλοιποι 2 πάνε παρακάτω και μετά από λίγα βήματα βλέπουνε μια λίρα στο δρόμο. Σκύβει ο Εβραίος να την πιάσει και ΦΟΥΠ! εξαφανίζεται ο Τούρκος!