φρέσκα ανέκδοτα

A man is walking along the beach when he trips over something in the sand. Upon examination, he sees that its a genies lamp. He eagerly rubs the lamp and out pops a genie who says:
- "I am the genie of the lamp. I have been trapped in this lamp for 1,000 years. For setting me free I will grant you one wish."
The man thought and thought. Finally, he pulled out a map and said:
- "Its been my goal in life to do something for mankind for which everyone else will remember me. You see this region here on the map? Its called the Middle East and its a very violent region. I realize I could wish for a lot of money, or fame, but Id like to use this wish for peace in the Middle East."
The genie looked disappointed. He said:
- "Im sorry sir, but I cant grant that wish. The people of that region have been fighting for thousands of years. The wars go back many, many generations. The religious battles and opinions run rampant in that area. Boundary disputes are constantly occurring. Violence and hatred is too far engrained into this part of the world for even one of my wishes to do any good. Im sorry, but I just cant do that. Have you another wish?"
- "Well," said the man. "If I cant do that for mankind, perhaps I can do this for men. I would like to understand how women work. What makes them laugh? What makes them cry? What affects their emotions? How do I make them happy? Why do they do the things they do? I wish I could fully understand women."
The genie replied:
- "Let me see that map again."
Το Λιοντάρι, ο βασιλιάς του δάσους έκανε κάποτε πρωθυπουργό το Λαγό με απόλυτες εξουσίες.
Ο Λαγός φωνάζει αμέσως το Λύκο και τον ρωτάει γιατί δεν φοράει ... Κράνος.
Μη μπορώντας ο Λύκος να δικαιολογηθεί, τον αρχίζει ο Λαγός στο ξύλο και τον κάνει μπλε.
Αυτό το έκανε κάθε μέρα μέχρι που ο Λύκος πήγε παραπονούμενος στο Λιοντάρι να βρει το δίκιο του.
Φωνάζει το Λιοντάρι το Λαγό και του λέει ότι εν πάση περιπτώσει αρκετά έδειρε το λύκο και ότι εν πάσει περιπτώσει έχει βαστήξει πολύ αυτή η ιστορία.
- Βασιλιά μου τον έχω άχτι τον κερατά... μου έχει ξεκληρίσει την οικογένεια...
- Τότε βρες άλλο τρόπο...
- Σαν τι δηλαδή ;
- Να. Στείλε τον να σου αγοράσει τσιγάρα. Αν σου φέρει φίλτρο πες ότι ήθελες άφιλτρα και το αντίθετο, οπότε θα βρεις αφορμή να τον δείρεις.
Πράγματι ο Λαγός φωνάζει το Λύκο.
- Πήγαινε, ρε, στο περίπτερο να μου φέρεις τσιγάρα...
- Τι τσιγάρα κ. Πρωθυπουργέ, με φίλτρο η άφιλτρα ;
Αμηχανία μιας στιγμής και ο Λαγός αρχίζει να τον δέρνει με μανία φωνάζοντας:
- Που ειναι το κρανοσ σου ρε ;...
Συναντιούνται τρεις φίλες που όλες έχουν πρόβλημα με τους συντρόφους τους.
Η μία απ αυτές λέει στις άλλες δύο:
- Κορίτσια εγώ έβαλα FILMNET και σώθηκα! Μετά τις 12μ. Μ βάζει τσόντες! και αναστενάζει όλη η πολυκατοικία! γίνεται χαμός! δοκιμάστε και εσείς...
Βάζει και η δεύτερη και βρίσκει την υγειά της...
Βάζει και η τρίτη, όμως δεν προλαβαίνει να βρει την υγειά της γιατί κατά τις 9μ. Μ την παίρνει ο ύπνος. Το πρωί που ξυπνάει όμως βρίσκει τον ώμο της
Βρεγμένο. Τότε οι φίλες της την συμβουλεύουν να φτιάξει έναν καφέ για να μπορέσει να αντέξει και να κάνει ότι κοιμάται για να δει πως βρέχεται ο ώμος της. Μόλις αρχίζει η τσόντα ο άντρας αρχίζει ν` ανάβει και μουρμουρίζει... μανάρα μου ... μου**ρα... Μου ... Τι καύ** είσαι συ ...
Και ξαφνικά γυρίζει στην γυναίκα του και λέει:
"Φτου σου μωρη πατσαβουρα!"
Ξαναγυρίζει στην τηλεόραση μου**ρα μου να μπορούσα να σε πηδ**ξω.. αχ μάνα μου.
Ξαναγυρίζει στην γυναίκα του και ξαναλέει:
"Φτου σου μωρη πατσαβουρα"
Η Συμέλα και ο Γιωρίκας είναι νιόπαντροι και χαίρονται τον έρωτά τους.
Σε κάποια στιγμή ο Γιωρίκας αποφασίζει να φύγει μετανάστης στην Γερμανία γιατί δεν τα βγάζουν πέρα.
Αποχαιρετά συγγενείς και φίλους, και ξεκινάει. Στον δρόμο για τον σταθμό του τρένου, το ξανασκέφτεται και αποφασίζει να μείνει τελικά στο χωριό του.
- Που να σε αφήσω μόνη, νιόπαντρη γυναίκα, λέει στην Συμέλα.
- Και τί θα πούμε στους χωριανούς; Θα πούνε ότι φοβήθηκες και δεν πήγες! Ντροπή, Γιωρίκα.
- Το βρήκα, λέει ο Γιωρίκας. Θα πούμε ότι πήγα στην Γερμανία, και θα εμφανιστώ μετά από 10 μέρες λέγοντας ότι δεν μου άρεσε και επέστρεψα. Στο μεταξύ θα είμαι κρυμμένος στο πατάρι για να μην με δει κανείς.
Στις πέντε μέρες ακούει ο Γιωρίκας έναν θόρυβο από την κρεβατοκάμαρα.
Κατεβαίνει σιγά και τι βλέπει;
Τον Κωστίκα, τον κουμπάρο, στο κρεβάτι με την Συμέλα.
Κάνει μεταβολή και ανεβαίνει ξανά στο πατάρι, μουρμουρώντας:
- Αχ, ρε άτιμε Κωστίκα, έχε χάρη που είμαι στην Γερμανία, αλλιώς θα σου έδειχνα εγώ!