if (!string.IsNullOrEmpty(Model.PrevPageFullUrl))
{
}
if (!string.IsNullOrEmpty(Model.NextPageFullUrl))
{
}
νέα ανέκδοτα - Page 317
Skip to main content
Ήταν ένας επιχειρηματίας, πάμπλουτος.
Κάποια στιγμή, του τυχαίνει μια στραβή και χάνει τα πάντα. Απελπισμένος, πηγαίνει σε μια γέφυρα με σκοπό να βάλει τέρμα στη ζωή του. Εκεί που είναι έτοιμος να πέσει στο κενό, τον αρπάζει ένα χέρι και τον τραβάει. Εκνευρισμένος, κοιτάζει πίσω του και βλέπει ένα γέρο.
- Παιδί μου, λέει ο γέρος. Τι είναι αυτό που πας να κάνεις; Τρελάθηκες;
- Τι θες ρε γέρο; Παράτα μας.
- Παιδί μου, ξέρεις ποιος είμαι εγώ; Ο Αϊ-Βασίλης. Ίσως μπορώ να σε βοηθήσω!
- Ασε με, ρε Αϊ-Βασίλη! Είχα λεφτά, είχα αμάξια, γκόμενες! Τώρα δεν έχω τίποτα.
- Και γι αυτό ανησυχείς; του λέει ο Αϊ-Βασίλης. Αύριο, στις 10 το βράδυ, κάτω από αυτή τη γέφυρα θα σε περιμένει μια κόκκινη Ρολς-Ρόυς, όλη δική σου.
Χαρά ο επιχειρηματίας:
- Αχ, Αϊ-Βασίλη μου, να σε φιλήσω!
Ματς - μουτς, ξαναμελαγχολεί.
- Τι είναι τώρα; ρωτάει ο Αϊ - Βασίλης.
- Αχ, Αϊ-Βασίλη μου, είχα αμάξι, αλλά είχα και γκόμενες! Πέντε πέντε τις έβγαζα.
- Γι αυτό ανησυχείς; Αύριο, μέσα στη Ρολς-Ρόυς θα είναι και έξι γκόμενες, όλες δικές σου.
Τρελαίνετε ο επιχειρηματίας, αγκαλιές, φιλιά κλπ. μα ξαναμελαγχολεί.
- Τι έπαθες πάλι; ρωτάει ο Αϊ-Βασίλης.
- Αχ, Αϊ-Βασίλη μου. Είχα αμάξι, είχα γκόμενες, αλλά είχα και λεφτά. Τα πετούσα στο δρόμο, τα έδινα δεξιά κι αριστερά. Τώρα είμαι άφραγκος!
- Μην κάνεις έτσι, του λέει ο Αϊ-Βασίλης. Αύριο, μέσα στο αμάξι, η πιο ξανθιά από τις έξι γκόμενες θα κρατάει μια βαλίτσα με 90 τρις, όλα δικά σου!
Πετάει ο επιχειρηματίας!
- Αχ, Αϊ-Βασίλη μου, πώς θα στο ξεπληρώσω!
- Να μου πάρεις μια π*πα.
Κόκαλο ο επιχειρηματίας.
- Εντάξει, Αϊ-Βασίλη μου, τόσα έκανες για μένα. Είναι το ελάχιστο που μπορώ να κάνω.
Φεύγουν μαζί, πηγαίνουν σε ένα μοτέλ, νοικιάζουν ένα δωμάτιο, μπαίνουν μέσα, τα κατεβάζει ο Αϊ-Βασίλης, ξεκινάει τη δουλειά του ο επιχειρηματίας.
Ενώ γίνεται ότι γίνεται, ρωτάει ο Αϊ-Βασίλης:
- Πώς σε λένε νεαρέ μου;
- Αλέξη, απαντάει εκείνος και συνεχίζει.
- Και τι δουλειά είπαμε ότι κάνεις Αλέξη;
- Επιχειρηματίας, και συνεχίζει.
Μετά από μια παύση, ρωτάει ξανά ο Αϊ-Βασίλης:
- Πόσο χρονών είσαι Αλέξη;
- Τριάντα πέντε.
- Καλά, ρε Αλέξη! Είσαι τριάντα πέντε χρονών και ακόμα πιστεύεις ότι υπάρχει Αϊ-Βασίλης;
Ήταν δύο φίλοι, ο Γιάννης και ο Κώστας, που αποφοίτησαν μαζί. Οπότε συμφώνησαν να συναντιόνται στο ίδιο μέρος κάθε 5 χρόνια. Μετά από πέντε χρόνια, συναντιόνται στο προκαθορισμένο μέρος. Οπότε λένε τις επιτυχίες τους:
- Εγώ, λέει ο Γιάννης, είμαι ξακουστός δικηγόρος. Εσύ;
- Εγώ, λέει ο Κώστας, πίνω πολύ.
Μετά από πέντε χρόνια, ξανασυναντιόνται.
- Εγώ, λέει ο Γιάννης, έγινα πρέσβης της χώρας μου. Εσύ;
- Εγώ, λέει ο Κώστας, πίνω ακόμα.
Και πάλι μετά από πέντε χρόνια, ξανασυναντιόνται.
- Εγώ, λέει ο Γιάννης, έγινα πρωθυπουργός. Εσύ;
- Εγώ, λέει ο Κώστας, πίνω ακόμα.
Ύστερα από πέντε χρόνια, ο Γιάννης περιμένει τον Κώστα στο ίδιο μέρος. Περιμένει, περιμένει, μα ο Κώστας άφαντος. Ύστερα από κάνα δυo ώρες, βλέπει ένα μεγάλο ελικόπτερο από κάποια απόσταση και γύρω του πολλά αλλά συνοδευτικά ελικόπτερα. Προσγειώνονται όλα, και υπηρέτες κατεβαίνουν από τα συνοδευτικά ελικόπτερα και στρώνουν κόκκινα χαλιά, παίζουν τρομπέτες κτλ για να κατέβει ο Κώστας από το κεντρικό ελικόπτερο!
- Βρε Κώστα, λέει ο Γιάννης, πού βρήκες τόσα χρήματα; Πως τα κατάφερες; τον ρωτάει έκπληκτος.
- Πούλησα τις μπουκάλες!
Το καλοκαίρι έφτασε και μία τετραμελής οικογένεια πήγε για τις διακοπές της σ ένα ξενοδοχείο.
Οι μέρες πέρασαν και ήρθε η ώρα να φύγουν. Ο πάτερ φαμίλιας πήγε στη reception για να πληρώσει:
- Ορίστε οι 300000 χιλιάδες που είχαμε συμφωνήσει για 15 μέρες διαμονή.
- Κύριε, του λέει ο υπάλληλος, το ποσό είναι 400000δρχ.
- Γιατί; ρωτάει ο πατέρας όλο απορία.
- Διότι 40000 είναι επειδή χρησιμοποιήσατε την πισίνα.
- Μα εμείς δεν τη χρησιμοποιήσαμε, λέει ο πατέρας.
- Εδώ ήταν κύριε, ας τη χρησιμοποιούσατε, λέει ο υπάλληλος.
- Καλά, λέει ο πατέρας τα υπόλοιπα τι αφορούν;
- Οι υπόλοιπες 60000 αφορούν τις αθλοπαιδιές και το μπαρ.
- Μα κύριε, λέει εκνευρισμένος ο πατέρας, εμείς δε χρησιμοποιήσαμε τίποτε από όλα αυτά.
- Εδώ ήταν κύριε, ας τα χρησιμοποιούσατε του ξαναλέει ο υπάλληλος.
Μάλιστα, λέει ο πατέρας και βγάζει ένα πακέτο δεκαχίλιαρα, τα δίνει στον υπάλληλο και φεύγει.
Μόλις κάνει πέντε βήματα ο υπάλληλος τον ξαναφωνάζει:
- Κύριε έχετε κάνει λάθος.
Πλησιάζει ο πατέρας και ο υπάλληλος συνεχίζει:
- Εδώ κύριε μου έχετε δώσει 300000 αντί για 400000.
Ο πατέρας τότε του λέει: α, βέβαια σας κράτησα τις 100000 επειδή μου πηδήξατε τη γυναίκα.
- Μα κύριε, λέει ο υπάλληλος κοκκινίζοντας, κανείς δε σας πήδηξε τη γυναίκα.
Τότε ο πατέρας του απαντά:
- Εδώ ήταν κύριε, ας την πηδούσατε! και έκανε μεταβολή και έφυγε...
Μια κωλαρού, άλλο πράμα δηλαδή, δεν ήταν κώλος αυτός, διαλέγει κρεβάτι σε ένα επιπλάδικο.. Καθώς σκύβει για να εξετάσει το δέκατο στρώμα που της άρεσε, αφήνει μια τρομερή, μυρωδάτη κλανιά, που έκανε τα τζάμια να τρίξουν.
- Συγνώμη, λέει, ταραγμένη, στον υπάλληλο που ήτανε μαζί της.
- Δεν πειράζει, λέει αυτός. Είμαι συνηθισμένος, κυρία μου. Όταν θα σας πω και την τιμή αυτού του στρώματος, θα χεστείτε στην κυριολεξία.
Η φούσκα.
Συναντάει ο Κωστίκας το Γιωρίκα και αρχίζει να του λέει ένα περίεργο όνειρο που είδε εχθές το βράδυ στον ύπνο του.
Κ: Είδα ένα πολύ περίεργο όνειρο!
Γ: Τι είδες;
Κ: Είδα ότι πήγα στον παράδεισο, συνάντησα τον Αγιο Πέτρο και μου είπε πολλά πράγματα και μεταξύ άλλων να προσέχω να μην πατήσω τη φούσκα...
Γ: Τη φούσκα;
Κ: Ναι. Ούτε εγώ κατάλαβα τι ήθελε να πει αλλά δεν πρόλαβα να τον ρωτήσω τι είναι. Προχωράω, που λες, και βλέπω το Μιχαλάκη αγκαλιά με μια γυναίκα σκέτη αηδία, γριά με ρυτίδες, χοντρέλα, άσε άλλο να τη βλέπεις.
Γ: Γιαχ!
Κ: Ναι κι εγώ το ίδιο σκέφτηκα. Του μίλησα λοιπόν και τον ρώτησα τι γίνεται εδώ. Μου είπε ότι πάτησε τη φούσκα και εξαφανίστηκαν δια μαγείας. Συνεχίζω εγώ αλλά πάλι το ίδιο.
Γ: Δηλαδή;
Κ: Να, βλέπω το Αντρέα αγκαλιά με μια γυναίκα σκέτη αηδία, γριά με ρυτίδες, χοντρέλα, άσε άλλο να τη βλέπεις.
Γ: Πω, πω!
Κ: Ναι κι εγώ το ίδιο σκέφτηκα. Συνεχίζω εγώ αλλά να σου εσύ με μια γκομενάρα, με στήθη Πάμελας, με κόλο τεράστιο, άσε άλλο να τη βλέπεις.
Γ: Αμάν!
Κ: Ναι κι εγώ το ίδιο σκέφτηκα. Λέω λοιπόν:
- "Ωπ, τι γίνεται εδώ;"
Και μου απαντάει η γκόμενα:
- "Ασε πάτησα τη φούσκα."