φρέσκα ανέκδοτα

4 φοιτητές χημείας , μέσα στην εξεταστική τους είχαν ένα μικρό διάλειμμα και αποφάσισαν να πάνε το σαββατοκύριακο σε μια διπλανή πόλη να το γλεντήσουν με κάτι κοπελιές που ήξεραν από κει . Μετά από τα έκτροπα που συνέβησαν το σαβ/κο με τις κοπελιές ( που λογοκρίνονται επειδή μας διαβάζουν και μικρά παιδιά ) αποφάσισαν να γυρίσουν για να δώσουν μάθημα τη Δευτέρα .
Τελικά γύρισαν αλλά δεν πρόλαβαν το διαγώνισμα .
Λένε : Τι θα κάνουμε τώρα ; πρεπει να βρούμε μια δικαιολογία που δεν πήγαμε .
Τι να κάνουμε τι να κάνουμε ; θα πάμε να του πούμε ότι μας έπιασε λάστιχο στο γυρισμό από το ταξίδι και γι αυτό δεν προλάβαμε .
Πήγαν στον καθηγητή που το διδάσκει λοιπόν , του εξήγησαν ότι και αυτοί σαν φοιτητές είχαν βγει να ξεσκάσουν λιγάκι και τελικά στον γυρισμό τους έπιασε λάστιχο και δεν πρόλαβαν να πάνε να δώσουν . Ο καθηγητής δέχτηκε να τους βάλει να δώσουν την επόμενη μέρα μόνους τους ...
Πάνε την επόμενη μέρα τα καμάρια μας , διαβασμένοι στην εντέλεια και τους βάζει ο καθηγητής σε διαφορετικό γραφείο τον καθένα να γράψει ...
Η πρώτη ερώτηση ήταν ένα πολύ απλό θέμα θεωρίας , από αυτό που πιάνει 3 - 4 γραμμές ... και δίνει μόλις 5 μονάδες στις εκατό ... και το οποίο απαντήθηκε πολύ εύκολα και από τους 4 ... η δεύτερη και τελευταία ερώτηση έπιανε τις υπόλοιπες 95 μονάδες και ήταν η εξής ερώτηση ...
Ποιο λάστιχο ;
Καλοκαίρι. Ζέστα. Μεσημέρι.
Ο μέρμηγκας, με ένα φανελάκι εργασίας, μούσκεμα στον ιδρώτα, σέρνει ένα τεράστιο στάχυ.
Ησυχία.
Έξαφνα, από τη γωνία εμφανίζεται ένα раjеrо turbo intercooler.
Στρίβει με χειρόφρενο και σταματάει απότομα μπροστά στον σαστισμένο μέρμηγκα.
Μέσα στο раjеrо, ο τζίτζικας με γυαλικά ηλίου, βερμούδα με φοινικόδεντρα, δύο πληθωρικές γκόμενες στο πλάι και τις σανίδες του surf στην οροφή.
- Μέρμηγκα, άντε άστα και φύγαμε για windsurfing. ʼντε, παράτα τα, τα κάνεις αύριο.
Ο μέρμηγκας ρίχνει ένα κουρασμένο βλέμμα στον τζίτζικα. Κάπου την έχει ξανακούσει αυτή την ατάκα, ίσως λίγο παραλλαγμένη.
- Δεν μπορώ, μάστορα, έχω δουλειά να κάνω. Πρέπει να προετοιμαστώ για το χειμώνα. Πήγαινε εσύ.
Ο τζίτζικας σηκώνει τους ώμους, το раjеrо σπινάρει και χάνεται στον ορίζοντα.
Μεσημέρι της επομένης. Ο μέρμηγκας, και πάλι ιδρωμένος σέρνει ένα τεράστιο λοβό μπιζελιού.
Νέκρα. Από τη στροφή πετάγεται το γνωστό раjеrо.
- Μάστορα, παράτα τα, πήδα μέσα, από δω η Σούζη και η Μαίρη, έλα πάμε για jet-ski ...
Χειμώνας. Παγωνιά. Χιόνι. Ο μέρμηγκας, στη ζέστα του τζακιού του, μαζί με τη γυναίκα του και τα παιδιά του, απολαμβάνουν τη θαλπωρή.
Τα ξύλα τριζοβολούν πάνω από τη θράκα. Έξαφνα, το κουδούνι της πόρτας κτυπάει.
- Ασε, θα ανοίξω εγώ, λέει η γυναίκα του μέρμηγκα. Κάθε χρόνο η ίδια ιστορία. Μόνο αυτός μπορεί να είναι...
Η πόρτα ανοίγει. Ο τζίτζικας, με τη στολή και τα γυαλιά του σκι, κασκόλ, και στο υπόβαθρο το раjеrо με αλυσίδες στους τροχούς.
- Που είναι ο φίλος μου ο μέρμηγκας, φωνάζει. Θέλω το μέρμηγκα.
Ο μέρμηγκας πλησιάζει την πόρτα.
- Έλα, ντύσου, πάμε για σκι, άντε τι κάθεσαι, άντε.
- Δεν μπορώ μάστορα, πρέπει να μείνω με την οικογένεια, έχω υποχρεώσεις, δεν μπορώ ...
Ο τζίτζικας σηκώνει τους ώμους, και γυρνάει να φύγει.
Ο μέρμηγκας κάνει να γυρίσει προς τα μέσα, κοντοστέκεται, ξαναγυρνά προς το раjеrо και λέει του τζίτζικα:
- Και αν τυχόν συναντήσεις τον Αίσωπο, πες του ΝΑ ΠΑΕΙ ΝΑ ΓΑΜΗΘΕΙ!