φρέσκα ανέκδοτα

Ήταν ο Ροναλντίνιο, ο Ζιντάω και ο Ανατολάκης σε ένα αεροπλάνο το οποίο έπεσε σε μια ζούγκλα στην Αφρική.
Τους πιάνουν οι Ζουλού και πάνε να σκοτώσουν τον Ροναλντίνιο.
Αρχίζει να παρακαλάει αυτός:
- Εγώ είμαι ο Ροναλντίνιο, ο καλύτερος παίκτης του κόσμου! Δεν γίνεται να με σκοτώσετε!
- Χεστήκαμε, λένε αυτοί, εμείς δεν σε ξέρουμε, και τον βάζουν στο καζάνι.
Πιάνουν τον Ζιντάν, και αρχίζει να παρακαλάει και αυτός:
- Εγώ είμαι ο Ζιντάν, ο καλύτερος παίκτης του κόσμου! Δεν γίνεται να με σκοτώσετε!
- Χεστήκαμε, λένε αυτοί, εμείς δεν σε ξέρουμε, και τον βάζουν στο καζάνι.
"Καλά," σκέφτεται ο Ανατολάκης, "άμα δεν ξερουν αυτούς, σιγά μην ξέρουν εμένα". Και κοιτάει μήπως υπάρχει καμία διέξοδος να το σκάσει!
Όπως προσπαθεί να φύγει ακούγεται μία φωνή:
- Εσύ ρε Ανατολάκη, που πας;
Γυρίζει ο Ανατολάκης και λέει:
- Καλά, που με ξέρετε εμένα;
Και απαντάει ο αρχηγός των Ζουλού:
- Ανατολάκη, εγώ είμαι παιδί μου! Ο πατέρας του Babangida!
Σκηνή στο σχολείο. Η δασκάλα εξηγεί στα παιδιά τι είναι ποίηση και τι πεζός λόγος. Τους δίνει ένα παράδειγμα:
- Θα σας πω ένα ποίημα:
- «Αρνάκι άσπρο και παχύ, / της μάνας του καμάρι, / εβγήκε εις την εξοχή / και στο χλωρό χορτάρι». Αυτό είναι ποίηση, αλλά αν αλλάξω κάνα-δυο λέξεις, θα γίνει πεζός λόγος. Πχ «Αρνάκι άσπρο και παχύ, της μάνας του καμάρι, εβγήκε απ? τη στάνη του, εις το ψηλό γρασίδι». Καταλάβατε; Τώρα θέλω να μου δώσετε παραδείγματα δικά σας.
- Κυρία... κυρία... ο Μπόμπος πάντα πρόθυμος.
- Λέγε, Μπόμπο, του δίνει το λόγο η δασκάλα.
- «Η Ελένη είχε ένα γουρούνι, / ένα τόσο δα γουρουνάκι, / και καθώς του χάιδευε το πηγούνι, / αυτό της έγλυφε...
- Πες το μας σε πεζό λόγο, Μπόμπο, κι άσε την ομοιοκαταληξία, τον διακόπτει η δασκάλα.
- ... την κωλοτρυπίδα! συνέχισε ο Μπόμπος
Υπήρχε κάποτε κάποιος ο οποίος είχε ψείρες. Ρώτησε λοιπόν ένα γνωστό του πως θα απαλλαγεί από αυτές.
Θα πας στο σπίτι σου και θα ανοίξεις τον φούρνο, θα βάλεις το κεφάλι σου μέσα και θα τον ανάψεις στους 250 βαθμούς, με τόση ζέστη οι ψείρες θα αναγκαστούνε να φύγουνε. Πήγε λοιπόν ο τύπος και έκανε ότι ακριβώς του είπε ο φίλος του. Καθώς ψηνότανε το κεφάλι του, κατεβαίνει στη μύτη του η αρχηγός ψείρα και του λέει.
- Άστα μεγάλε, εδώ περνάμε φίνα. Κάνουμε μπάνιο, σάουνα, χαμάμ. Και γαμώ τις διακοπές...
Την επομένη λέει στο φίλο του τι έγινε.
- Η συνταγή που θα σου δώσω τώρα είναι αλάνθαστη. Θα πας σπίτι και θα ανοίξεις τον καταψύκτη, και θα βάλεις το κεφάλι σου μέσα. Ε... Με τόσο κρύο σίγουρα θα φύγουν.
Πήγε λοιπόν σπίτι και έκανε πάλι ότι του είπε. Και ενώ το κεφάλι του είχε σχεδόν παγώσει, κατεβαίνει πάλι η αρχηγός ψείρα και του λέει.
- Πως πάει ρε μεγάλε... Εμείς εδώ είμαστε σε χειμερινές διακοπές... Κάνουμε σκι, παίζουμε χιονοπόλεμο, φτιάχνουμε χιονάνθρωπους... και γαμώ τις ζωές.
Τι να κάνει λοιπόν, πάει στο φίλο του και του λέει πάλι τι έγινε.
- Αυτή τη φορά όμως, του λέει, δεν υπάρχει περίπτωση να αποτύχουμε. Τώρα που θα φύγεις απδω, τον πρώτο που θα συναντήσεις με πολλά μαλλιά και γένια, να έχει και κάνα χρόνο να κάνει μπάνιο, θα τον αρχίσεις στο ξύλο... Μπουνιές, κλωτσιές, και προπάντων κεφαλιές. Έτσι θα φύγουν απ,το δικό σου κεφάλι και θα πάνε στο δικό του.
Βρίσκει λοιπόν κάποιον με τα παραπάνω χαρακτηριστικά, και χωρίς δεύτερη κουβέντα τον αρχίζει στο ξύλο... Μπουνιές, κουτουλιές... Τον αφήνει αιμόφυρτο και αναίσθητο κάτω. Κατεβαίνει λοιπόν πάλι η αρχηγός ψείρα στη μύτη του και του λέει...
- Μπράβο ρε μεγάλε... Τον γά**σες τον πο**τη στο ξύλο... Αλλά και εμείς δεν κάτσαμε με σταυρωμένα τα χέρια. Όση ώρα τον έδερνες εσύ, εμείς του πήραμε 100 ομήρους...
Στην κεντρική πλατεία ενός χωριού ήταν δύο αγάλματα. Ένα αντρικό και ένα γυναικείο.
Επειδή λοιπόν τα αγάλματα αυτά ήταν πολύ αγαθά και θεοσεβούμενα, μια μέρα ο Θεός έστειλε έναν άγγελο να τους πραγματοποιήσει μια ευχή. Αυτά απο κοινού αποφασίσαν ότι θα ήθελαν μισή ώρα μόνα τους, ύστερα από αιώνες απόλυτης ακινησίας.
Κοιτάχτηκαν ντροπαλά στα μάτια και προχωρήσαν προς κάτι θάμνους.
Μέσα σε δευτερόλεπτα οι θάμνοι εκεί άρχισαν να σείονται στο ρυθμό τους.
Μετά από δεκαπέντε λεπτά, τα αγάλματα επέστρεψαν μπροστά στον άγγελο.
"Εχετε ακόμη δεκαπέντε λεπτά", τους είπε ευγενικά.
Και τότε γυρνάει ο άντρας στη γυναίκα και λέει:
"Ωραία, σειρά σου να κρατάς το περιστέρι ενώ εγώ θα χέζω πάνω του."