φρέσκα ανέκδοτα

Ένας τυφλός μπαίνει κατά λάθος σ ένα μπαρ για γυναίκες.
Σκαρφαλώνει σ ένα σκαμνί κι αφού παραγγείλει λέει, θεωρώντας ότι μιλάει στον μπάρμαν: Θέλεις να σου πω το τελευταίο ανέκδοτο για ξανθιές; Απόλυτη ησυχία πέφτει ξαφνικά στο μπαρ και μια βαριά γυναικεία φωνή ακούγεται να λέει: Πριν πεις το αστείο σου, πρέπει να ξέρεις πέντε πράγματα:
1. Η μπαργούμαν είναι ξανθιά
2. Η σερβιτόρα είναι ξανθιά
3. Εγώ είμαι 1.80, 100 κιλά ξανθιά με μαύρη ζώνη στο καράτε.
4. Η γυναίκα που κάθεται δεξιά σου είναι ξανθιά και επαγγελματίας της άρσης βαρών.
5. Η γυναίκα στ αριστερά σου είναι ξανθιά και μόλις αποφυλακίστηκε για φόνο.
Λοιπόν; Θέλεις ακόμη να το πεις το ανέκδοτο;
Και ο τυφλός:
Όχι. Άμα είναι να το εξηγήσω πέντε φορές . . .
Ήταν κάποτε ένας άνθρωπος που η αναπνοή του μύριζε σκατά.
Είχε λοιπόν πολύ μεγάλο πρόβλημα αφού δεν μπορούσε να πλησιάσει κανέναν, γιατί μόλις άνοιγε το στόμα του, σου μαραινόταν η μύτη από τη σκατίλα! Έτσι λοιπόν αποφάσισε να πάει σε έναν γιατρό για να δει τι μπορεί να κάνει. Μόλις έφτασε στο ιατρείο λέει στο γιατρό:
- Γιατρέ μου έχω ένα πρόβλημα , η ανάσα μου βρομάει σκατίλα και έχω γνωρίσει και μια κοπελιά και θα βγω μαζί της το Σάββατο και πρέπει να μυρίζει ωραία η ανάσα μου. O γιατρός τον καθησύχασε και του έδωσε κάτι χαπάκια με άρωμα πεύκου για να μυρίζει ωραία η ανάσα του! Ο τύπος λοιπόν πάει στο φαρμακείο κι αγοράζει μια ολόκληρη κούτα και πάει σπίτι. Kάθε μέρα έπαιρνε 10 χαπάκια μετά από κάθε γεύμα, 20 πριν κοιμηθεί κι άλλα 30 μόλις ξυπνούσε. Έτσι έγινε μέχρι το Σάββατο, ώσπου έφτασε η πολυπόθητη στιγμή του ραντεβού. Ήταν η ώρα 7 και στις 7:30 θα ερχόταν η κοπέλα. Aρχίζει λοιπόν και παίρνει χαπάκια με άρωμα, ώσπου φτάνει η ώρα 7:30 και χτυπάει το κουδούνι. Χωρίς να χάσει καιρό χτυπάει άλλα 10 χαπάκια με άρωμα πεύκου και πριν ανοίξει την πόρτα κάνει μια χα, χα, χα για να δει ότι όντως μυρίζει ωραία.- Ωραία μυρίζει... σκέφτεται κι ανοίγει την πόρτα. Η κοπέλα μπαίνει στο σπίτι κι αμέσως το πρόσωπο της παίρνει μια έκφραση όχι και τόσο καλή. Αυτός λέει:
- Τι; σου μυρίζει τίποτα;...- Ναι λέει αυτή, Σαν κάποιος να έχει χέσει κάτω από πεύκο!
Ενας Γερμανός, ένας Γάλλος και ένας Έλληνας ταξιδεύουν με το αεροπλάνο πάνω από τον Ειρηνικό ωκεανό, όταν ξαφνικά εμφανίζεται μπροστά τους ο χάρος!
! Ενώ και οι 3 τα έχουν χρειαστεί... ο χάρος τους λέει: Επειδή σήμερα έχω τα κέφια μου, θα σας δώσω μια ευκαιρία να ζήσετε... Αν πετάξετε έξω από το αεροπλάνο και μέσα στην θάλασσα κάτι που εγώ τελικά δεν θα μπορέσω να το βρώ, θα σας χαρίσω τη ζωή. Ξεκινάει λοιπόν ο Γερμανός και πετάει μιά καρφίτσα. Σε 3 λεπτά εμφανίζεται ο χάρος με την καρφίτσα στο χέρι και στέλνει το Γερμανό στον άλλο κόσμο... Ο Γάλλος πετάει μια τρίχα από τα φρύδια του... Σε δύο λεπτά επιστρέφει ο χάρος με την τρίχα στα χέρια του και στέλνει και τον Γάλλο στον άλλο κόσμο. Ο Έλληνας ατάραχος, ανοίγει το παράθυρο και με δύναμη πετάει κάτι έξω... Σε δύο ώρες γυρίζει ο χάρος όλο νεύρα και του λέει : Βρε μπαγάσα σου χαρίζω τη ζωή, πές μου όμως τι στο διάολο πέταξες κάτω στον ωκεανό και δεν το βρίσκω με τίποτα... Και ο Έλληνας και πάλι ατάραχος : Ένα αναβράζον DEPON βρε κορόιδο...!
Είναι σε ένα κουρείο, μέρα μεσημέρι, ο κλασικός μπαρμπέρης της γειτονιάς επί το έργον...
Εκεί που ψαλιδίζει φαβορίτες, σκάει μύτη από την πόρτα ένας τύπος:
- Φίλε σε πόση ώρα μπορείς να με κουρέψεις;
Κοιτάει ο κουρέας δεξιά, κοιτάει αριστερά... κόσμος...
- Ε, σε δυο ώρες!
- Εντάξει λέει ο τυπάκος και φεύγει τρέχοντας.
Μετά από μερικές μέρες, ξανάρχεται βιαστικός ο ίδιος πελάτης. Βάζει το κεφάλι του στο μαγαζί και λέει στον κουρέα:
- Φίλε σε πόση ώρα μπορείς να με κουρέψεις;
Τον κοιτάει ο κουρέας:
- Ε, σε κάνα δυο ωρίτσες...
- OK, λέει ο τυπάκος και φεύγει βιαστικά.
Το ίδιο σκηνικό μια βδομάδα μετά..., εκεί που κουρεύει ένα περουκίνι, του έρχεται ο γνωστός τυπάκος, βιαστικός και καταϊδρωμένος.
- Φίλε σε πόση ώρα αι είναι θα με κουρέψεις;
- Ε, θέλω τρεις ώρες. Έχω κόσμο σήμερα.
Και πριν πει άλλη κουβέντα, ο τυπάκος έχει ήδη εξαφανιστεί!
Τι διάολο, κάθε λίγο και λιγάκι η ίδια ιστορία... αναρωτιέται ο κουρέας.
- Να σου πω, λέει στο βοηθό του, με έχει ανησυχήσει αυτός ο περίεργος. Έρχεται ίσα-ίσα να ρωτήσει πόση ώρα θα περιμένει και ποτέ δεν κάθεται! παρτον από πίσω να μου πεις τι συμβαίνει και που πάει κάθε φορά τρέχοντας.
Οπότε την επόμενη φορά, με το που επαναλαμβάνεται το ίδιο σκηνικό και ο τυπάκος φεύγει τρέχοντας από το κουρείο, ο βοηθός τον ακολουθεί...
Όταν επιστρέφει στο αφεντικό του είναι κάθιδρος και χλωμός...
- Τι έγινε; τι τρέχει μʼ αυτόν; ρωτάει ο κουρέας.
Ο βοηθός δεν απαντάει...
- Πες μου! που πηγαίνει κάθε φορά μετά από εδώ; επιμένει και κραδαίνει το ψαλίδι ο κουρέας
Ο Βοηθός απαντάει ψελλίζοντας...
- Σπίτι σου...
Ένα παιδάκι έπαιζε στην λάσπη και έφτιαχνε ανθρωπάκια. Το βλέπει ένας μπάτσος, το πλησιάζει και το ρωτάει:
- Τι φτιάχνεις εκεί, μικρέ;
- Μπατσάκια, του λέει ο μικρός.
- Και με τι τα φτιάχνεις; ρωτάει πάλι ο μπάτσος.
- Με λάσπη και σκατά, απαντάει ο μικρός.
- Σκατά; Τα παίρνει στο κρανίο ο μπάτσος, βγάζει το κλομπ και το κάνει μαύρο στο ξύλο.
Την άλλη μέρα ξαναβλέπει το παιδάκι, το πλησιάζει και το ρωτάει τι φτιάχνει.
- Μπατσάκια, λέει ο μικρός.
- Με τι τα φτιάχνεις;
- Με λάσπη και σκατά, απαντάει ο μικρός.
Βγάζει το κλομπ ο μπάτσος και τσακίζει στο ξύλο τον μικρό.
Τη τρίτη μέρα, ξαναβλέπει τον μικρό στις λάσπες.
- Τι φτιάχνεις; τον ρωτάει.
- Πυροσβέστες, απαντάει ο μικρός.
- Α, μάλιστα. Και με τι τους φτιάχνεις; ξαναρωτάει ο μπάτσος.
- Με λάσπη, λέει ο μικρός.
- Μόνο λάσπη; Σκατά δε βάζεις; ρωτάει ενθουσιασμένος ο μπάτσος.
- Α, όχι, άμα βάλεις σκατά, γίνονται μπάτσοι, απαντά ο μικρός...