φρέσκα ανέκδοτα

Σε ένα χωριό, υπήρχε ένας γιατρός για τις ανάγκες των κατοίκων.
Χρειάστηκε να λείψει για ένα χρονικό διάστημα και δεν ήξερε ποιον να αφήσει για αντικαταστάτη. Προσφέρθηκε λοιπόν ο Γιωρίκας και πήρε την θέση του γιατρού. Πέρασε ο καιρός, ο γιατρός επέστρεψε στο χωριό και ρωτάει τον Γιωρίκα να του πει τι έκανε τον καιρό που έλειπε. Αρχίζει ο Γιωρίκας και του λέει:
Γιωρίκας:
"Ήρθε ένας παππούς και είχε φοβερό πονοκέφαλο."
Γιατρός:
"Και `συ τι του έδωσες;"
Γιωρίκας:
"Ασπιρίνη."
Γιατρός:
"Α εσύ είσαι καλός θα σε προσλάβω για βοηθό! Αλλο;"
Γιωρίκας:
"Ήρθε μια γιαγιά με στομαχόπονο."
Γιατρός:
"Και `συ τι τις έδωσες;`
Γιωρίκας:
"Depon!"
Γιατρός:
"Πωπω Γιωρίκα είσαι τέλειος! Για πες και κανά άλλο."
Γιωρίκας:
"Ήρθε μια κοπελιά 25 χρονών και μου είπε ότι από την καύλα της δεν με βλέπει..."
Γιατρός:
"Και `συ τι τις έδωσες;"
Γιωρίκας:
"Κολλύριο!"
Ήταν ο Ροναλντίνιο, ο Ζιντάω και ο Ανατολάκης σε ένα αεροπλάνο το οποίο έπεσε σε μια ζούγκλα στην Αφρική.
Τους πιάνουν οι Ζουλού και πάνε να σκοτώσουν τον Ροναλντίνιο.
Αρχίζει να παρακαλάει αυτός:
- Εγώ είμαι ο Ροναλντίνιο, ο καλύτερος παίκτης του κόσμου! Δεν γίνεται να με σκοτώσετε!
- Χεστήκαμε, λένε αυτοί, εμείς δεν σε ξέρουμε, και τον βάζουν στο καζάνι.
Πιάνουν τον Ζιντάν, και αρχίζει να παρακαλάει και αυτός:
- Εγώ είμαι ο Ζιντάν, ο καλύτερος παίκτης του κόσμου! Δεν γίνεται να με σκοτώσετε!
- Χεστήκαμε, λένε αυτοί, εμείς δεν σε ξέρουμε, και τον βάζουν στο καζάνι.
"Καλά," σκέφτεται ο Ανατολάκης, "άμα δεν ξερουν αυτούς, σιγά μην ξέρουν εμένα". Και κοιτάει μήπως υπάρχει καμία διέξοδος να το σκάσει!
Όπως προσπαθεί να φύγει ακούγεται μία φωνή:
- Εσύ ρε Ανατολάκη, που πας;
Γυρίζει ο Ανατολάκης και λέει:
- Καλά, που με ξέρετε εμένα;
Και απαντάει ο αρχηγός των Ζουλού:
- Ανατολάκη, εγώ είμαι παιδί μου! Ο πατέρας του Babangida!
Σκηνή στο σχολείο. Η δασκάλα εξηγεί στα παιδιά τι είναι ποίηση και τι πεζός λόγος. Τους δίνει ένα παράδειγμα:
- Θα σας πω ένα ποίημα:
- «Αρνάκι άσπρο και παχύ, / της μάνας του καμάρι, / εβγήκε εις την εξοχή / και στο χλωρό χορτάρι». Αυτό είναι ποίηση, αλλά αν αλλάξω κάνα-δυο λέξεις, θα γίνει πεζός λόγος. Πχ «Αρνάκι άσπρο και παχύ, της μάνας του καμάρι, εβγήκε απ? τη στάνη του, εις το ψηλό γρασίδι». Καταλάβατε; Τώρα θέλω να μου δώσετε παραδείγματα δικά σας.
- Κυρία... κυρία... ο Μπόμπος πάντα πρόθυμος.
- Λέγε, Μπόμπο, του δίνει το λόγο η δασκάλα.
- «Η Ελένη είχε ένα γουρούνι, / ένα τόσο δα γουρουνάκι, / και καθώς του χάιδευε το πηγούνι, / αυτό της έγλυφε...
- Πες το μας σε πεζό λόγο, Μπόμπο, κι άσε την ομοιοκαταληξία, τον διακόπτει η δασκάλα.
- ... την κωλοτρυπίδα! συνέχισε ο Μπόμπος
Στην κεντρική πλατεία ενός χωριού ήταν δύο αγάλματα. Ένα αντρικό και ένα γυναικείο.
Επειδή λοιπόν τα αγάλματα αυτά ήταν πολύ αγαθά και θεοσεβούμενα, μια μέρα ο Θεός έστειλε έναν άγγελο να τους πραγματοποιήσει μια ευχή. Αυτά απο κοινού αποφασίσαν ότι θα ήθελαν μισή ώρα μόνα τους, ύστερα από αιώνες απόλυτης ακινησίας.
Κοιτάχτηκαν ντροπαλά στα μάτια και προχωρήσαν προς κάτι θάμνους.
Μέσα σε δευτερόλεπτα οι θάμνοι εκεί άρχισαν να σείονται στο ρυθμό τους.
Μετά από δεκαπέντε λεπτά, τα αγάλματα επέστρεψαν μπροστά στον άγγελο.
"Εχετε ακόμη δεκαπέντε λεπτά", τους είπε ευγενικά.
Και τότε γυρνάει ο άντρας στη γυναίκα και λέει:
"Ωραία, σειρά σου να κρατάς το περιστέρι ενώ εγώ θα χέζω πάνω του."