φρέσκα ανέκδοτα

Ο γιατρός και η σύζυγος του μαλώνουν την ώρα του πρωϊνού. Ο σύζυγος σηκώνεται έξαλλος και λέει:
- Και δεν είσαι και καλή στο κρεβάτι! και φεύγει απο το σπίτι.
Κατά το μεσημέρι, συνειδητοποιεί πως δεν φέρθηκε σωστά και αποφασίζει να τα ξαναβρούν, και της τηλεφωνεί. Αυτή απαντά στο τηλέφωνο μετά απο πολύ ώρα, και ο εκνευρισμένος σύζυγος την ρωτά:
- Μα γιατί άργησες τόσο να απαντήσεις;
Αυτή λέει:
- Ημουν στο κρεβάτι.
- Τέτοια ώρα στο κρεβάτι; Και τί έκανες; την ρωτάει ο σύζυγος.
- Επαιρνα και μία δεύτερη γνώμη.
Ήταν δυο φίλοι αρκετά παχουλοί και συναντιούνται μετά από καιρό. Ο ένας από τους δύο έχει αδυνατίσει και έχει γίνει στυλάκι. Απορημένος ο δεύτερος, τον ρωτάει πως τα κατάφερε και ο άλλος του λέει πως πήγε σε ένα καινούριο κέντρο αδυνατίσματος, που χρησιμοποιεί πολύ πρωτοποριακές μεθόδους και του το συστήνει ανεπιφύλακτα να πάει. Την επόμενη μέρα πάει ο παχουλός στο κέντρο αδυνατίσματος και κλείνει ένα πρόγραμμα. Από την ρεσεψιόν του λένε να ανεβεί στον πρώτο όροφο και να μπει στη δεύτερη πόρτα δεξιά. Μπαίνει μέσα και βλέπει μια απίστευτη γκόμενα, φορώντας πολύ σέξι εσώρουχα, να τον κοιτάζει με λάγνο βλέμμα και να του λέει:
- Τρέχω, τρέχεις, κυνηγάς, αν με πιάσεις, με γα**ς, καμπανάκι σταματάς. Πω πω σκέφτεται ο τύπος εδώ είμαστε! Αρχίζει η γκόμενα να τρέχει, από πίσω αυτός για να την πιάσει. Μετά από 3 ώρες τρέξιμο καταφέρνει να την πιάσει και εκείνη την ώρα χτυπάει το καμπανάκι. Πάει στη ρεσεψιόν, ζυγίζεται είχε χάσει 2 κιλά. Την επόμενη μέρα πάλι τα ίδια. Μετά από μια εβδομάδα, του λένε από τη ρεσεψιόν να πάει στο δεύτερο όροφο, στην τρίτη πόρτα αριστερά. Βρίσκει μια ακόμη καλύτερη γκόμενα, η οποία του λέει τα ίδια:
- Τρέχω, τρέχεις, κυνηγάς, αν με πιάσεις με γα**ς, καμπανάκι σταματάς. Αρχίζει το τρέξιμο ο τύπος, μόλις έπιανε την γκόμενα χτύπαγε το καμπανάκι, αλλά τουλάχιστον έχανε κιλά. Την τελευταία εβδομάδα του προγράμματος, του λένε να πάει στον τελευταίο όροφο του κτιρίου και να μπει στη μοναδική πόρτα που υπάρχει εκεί. Μπαίνει μέσα και βλέπει ένα διμετρο αράπη, γυμνό με ένα τεράστιο εργαλείο να τον περιμένει και να του λέει:
- Τρέχεις, τρέχω, κυνηγώ, αν σε πιάσω σε γα**, καμπανάκια και μ@λ@κίες δεν έχει!
Κάποια ηλιόλουστη μέρα, η Κοκκινοσκουφίτσα αποφάσισε (σύμφωνα με το λαϊκό μύθο) να επισκεφτεί τη γιαγιά της.
Ο δρόμος ο οποίος περνούσε μέσα από το δάσος, ήταν γεμάτος αγριολούλουδα, και ήταν φυσικό να προσελκύσει το ενδιαφέρον της μικρής Κοκκινοσκουφίτσας. Έτσι, ενώ πέρναγε μέσα από το δάσος, έψαχνε πίσω από δέντρα και θάμνους για να βρει αγριολούλουδα να πάει στη γιαγιά της.
Σε κάποια στιγμή, στρίβει πίσω από μία οξιά και αντικρίζει τον κακό λύκο. Με αφελές ύφος, τον ρωτάει...
- Λύκε λύκε, γιατί έχεις τόσο μεγάλα μάτια;
- Για να σε βλέπω καλύτερα, απαντάει βιαστικά ο λύκος και την κοιτάει αγριεμένα.
Η Κοκκινοσκουφίτσα διστάζει λίγο, αλλά γρήγορα φεύγει προς την αντίθετη κατεύθυνση, για να ξαναρχίσει την συλλογή αγριολούλουδων. 20 μέτρα πιο κάτω, και ενώ ακολουθεί μια συστάδα αγριολούλουδων πίσω από ένα πουρνάρι, ξαναπέφτει πάνω στον κακό λύκο. Και πάλι με αφελέστατο ύφος, η Κοκκινοσκουφίτσα ρωτάει...
- Λύκε λύκε, γιατί έχεις τόσο μεγάλα αυτιά;
- Για να σε ακούω καλύτερα, λέει με ακόμα πιο αγριεμένο ύφος ο κακός λύκος.
Η ιστορία επαναλαμβάνεται, και η Κοκκινοσκουφίτσα επιστρέφει στο μάζεμα. Λίγο πιο κάτω, πίσω από κάτι βράχους, η Κοκκινοσκουφίτσα συναντάει για ακόμα μία φορά τον κακό λύκο. Έχει αρχίσει να ψυλλιάζεται τη δουλειά, και μπαίνει γρήγορα στο νόημα...
- Λύκε λύκε, γιατί έχεις τόσο μεγάλη μύτη;
- Για να σε μυρίζω καλύτερα, απαντάει ο λύκος που με δυσκολία πλέον κρατούσε την οργή του!
Η Κοκκινοσκουφίτσα, συνηθισμένη πλέον, φεύγει αδιάφορη για να ασχοληθεί και πάλι με τα αγριολούλουδα. Σε κάποια στιγμή, και ενώ το καλάθι της είχε σχεδόν γεμίσει, βλέπει μία σπηλιά και μπαίνει μέσα. Εκεί, (για φαντάσου) συναντά και πάλι τον κακό το λύκο, ο οποίος έδειχνε προκλητικά τα δόντια του. Η Κοκκινοσκουφίτσα αμέσως ρωτάει...
- Λύκε λύκε, γιατί έχεις τόσο μεγάλα δόντια;
Και ο λύκος...
- Θα με αφήσεις, γα** το φελέκι μου, να χέσω με την ησυχία μου επιτέλους;