φρέσκα ανέκδοτα

Βρέθηκαν στη Κόλαση, ένας Έλληνας, ένας Αμερικανός και ένας Ινδός.
Τους συναντάει ο Διάβολος και τους λέει:
- Σε όλους που έρχονται εδώ, δίνω μία ευκαιρία να μεταφερθούν στον Παράδεισο.
Και βγάζει ένα τεράστιο μαστίγιο λέγοντας:
- Όποιος θα αντέξει τρία χτυπήματα χωρίς να φωνάξει, φεύγει για τον Παράδεισο. Mπορείτε να χρησιμοποιείτε για ασπίδα ό,τι θέλετε!
Πρώτος βγαίνει ο Αμερικανός.
- Τι θα έχεις για ασπίδα; ρωτάει ο Διάβολος.
Ο Aμερικανός, σηκώνει μια τεράστια πέτρα και λέει:
- Eίμαι έτοιμος!
Σηκώνει ο Σατανάς το μαστίγιο, χτυπάει μια, φεύγει η πέτρα, χτυπάει δεύτερη, φωνάζει σαν τρελός ο Aμερικάνος...
- Επόμενος, λέει ο Σατανάς.
Βγαίνει ο Ινδός.
- Τι θα έχεις για ασπίδα;
- Τίποτα! λέει ο Ινδός. 80 χρόνια γιόγκα έκανα και δεν νιώθω πόνο σωματικό ποτέ!
Πρώτο χτύπημα.
Ο ινδός «σσσσσσσς»
Δεύτερο χτύπημα.
Ο ινδός «σσσσσσς»
Τρίτο χτύπημα.
Ο ινδός «σσσσσς»
- Α να πάρει! κάνει ο Διάβολος. Πρώτη φορά αντέχει κάποιος τρία χτυπήματα. Λοιπόν, λέει, είσαι ελεύθερος να πας στον Παράδεισο.
- ΟΧΙ, λέει ο Ινδός, θέλω να μείνω και να δω. Σε όλα τα ανέκδοτα ο Έλληνας την βγάζει καθαρή, θέλω να δω τώρα πώς θα ξεμπερδέψει!
- Εντάξει, μείνε. Λοιπόν τι θα χρησιμοποιήσεις για ασπίδα; ρωτάει τον Έλληνα ο Διάβολος.
Και απαντάει ο δικός μας:
- Ε τι, τι, τον ινδο φυσικα!
Ο διάσημος σκηνοθέτης ετοιμάζεται για τα γυρίσματα μιας υπερπαραγωγής τύπου desperado.
Πηγαίνει λοιπόν σε ένα μικρό χωριό στο Μεξικό και αναζητεί ντόπιους χωρικούς για κομπάρσους. Στη μέση του χωριού κάτω από την πλούσια σκιά ενός δέντρου κάθεται ένας παραδοσιακός Μεξικάνος με ένα τεράστιο σομπρέρο και απολαμβάνει την σιέστα του. Τον πλησιάζει ο σκηνοθέτης και τον ρωτά:
- Θα σε ενδιέφερε να παίξεις σε μια μεγάλη αμερικανική παραγωγή ως κομπάρσος;
Ο Μεξικάνος μετά από πέντε λεπτά ανασηκώνει βαριεστημένα το κεφάλι και λέει:
- Και τι πρέπει να κάνω;
- Τίποτα το σπουδαίο, ανταπαντά ο σκηνοθέτης, όταν θα μπει στο χωριό ο πρωταγωνιστής, θα σηκώσεις το κεφάλι, θα τον κοιτάξεις με νόημα και θα ξανακατεβάσεις το κεφάλι. Εντάξει;
Και ο Μεξικάνος:
- Τι εντάξει ρε μεγάλε; Εσύ δεν θέλεις κομπάρσο, εσύ θέλεις κασκαντέρ!