φρέσκα ανέκδοτα

Κάποια μέρα ένας άθεος περνούσε έξω από ένα κατάστημα με εκκλησιαστικά είδη και από περιέργεια μπήκε μέσα. Ήταν εκεί ένα παιδάκι. Ρωτάει το παιδάκι:
"Τι θα θέλατε κύριε;"
"Α... Τίποτα απλά ρίχνω μια ματιά... Τον πίνακα εκεί με το τσιμπούσι(μυστικό δείπνο)πόσο τον έχεις?"
Ταπαιξε το παιδάκι..
"Δύο λεπτά να πάω κάτω να ρωτήσω τον μπαμπά μου..."
Πάει κάτω και λέει στον πατέρα του:
"Μπαμπά έλα γρήγορα! Είναι κάποιος πάνω που αποκαλεί το μυστικό δείπνο τσιμπούσι!"
Λέει ο πατέρας:
"Διωχτον,δεν θέλω ούτε να τον δώ!"
Πάει το παιδάκι πάνω και πριν πει κάτι λέει ο άθεος:
"Την μανταμίτσα με το νιάνιαρο εκεί πόσο την έχετε;" Ξαναπάει το παιδάκι κάτω, τα λέει στον πατερά του και πάει αυτός πάνω.
"Τι θα θέλατε κύριε; "Λέει με σοβαρό ύφος.
"Τον σταυρό εκεί πέρα πόσο τον έχετε;"
"50 ευρώ" λέει κάπως μαλακωμένος ο πατέρας του παιδιού.
"Α! Με τον ακροβάτη επάνω ή χωρίς;"
Ένας τύπος, στον πάγκο του μπαρ, σκυμμένος, βαρύς και ασήκωτος.
Κοιτάει Συνέχεια το ποτήρι του. Επί μίση ώρα έτσι, εντελώς ακίνητος. Κάποιος άλλος, αλέγρος και καλαμπουρτζής, που έπαιζε μπιλιάρδο με τις ώρες, τον πιάνει το μάτι του έτσι να κοιτάει το ποτό του ατελείωτα και να μην πίνει, και για πλάκα μια και δυο αρπάζει το ποτήρι του αλλουνού και το κατεβάζει μονορούφι. Ο τύπος μας βάζει τα κλάματα.
- Έλα ρε φιλάρα, μια πλάκα κάναμε! Θα σου παραγγείλω ένα ίδιο, κερνάω εγώ. Δεν γουστάρω να βλέπω άντρες να κλαίνε!
Και ο δικός μας...
- Δεν είναι αυτό. Είναι που η σημερινή μέρα είναι η χειρότερη της ζωής μου. Πρώτα, παρακοιμήθηκα το πρωί και άργησα να πάω στο γραφείο. Το αφεντικό μου τσατίστηκε και με απόλυσε. Βγαίνω να πάρω το αυτοκίνητο μου και μου το είχαν κλέψει. Το δήλωσα στην αστυνομία και μου είπαν καλά κρασιά που θα το ξαναβρείς. Παίρνω ένα ταξί να γυρίσω σπίτι και ξεχνάω μέσα το πορτοφόλι με όλες πιστωτικές κάρτες. Το παρατηρώ τελευταία στιγμή, φωνάζω τον ταξιτζή να σταματήσει και αυτός την κοπάνισε ρίχνοντας μου μια μούντζα. Μπαίνω στο διαμέρισμα και πέφτω απάνω στη γυναίκα μου στο κρεβάτι με τον θυρωρό. Φεύγω αηδιασμένος, μπαίνω σ αυτό εδώ το μπαρ κι απάνω που ετοιμαζόμουνα να bάλω ένα τέλος στη ζωή μου, εμφανίζεσαι εσύ και... μου πίνεις το δηλητήριο! ΕΙΜΑΙ Η ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΓΚΑΝΤΕΜΗΣ;