φρέσκα ανέκδοτα

Η πόλη μας.
Ένας Κύπριος διηγείται την ιστορία της πόλης του σ` ένα φίλο του:
- Όταν ήμασταν μιτσιοί, επηέναμεν στην θάλασσαν για μπάνιον τσιε βλέπαμεν τσι κορούες να παίζουν ε και καυλώναμεν, χώναμεν τους βίλλους μας στην άμμον... τσιε ξεκαυλώναμεν!
Αμαν εμεγαλώσαμεν λίαν, επηέναμεν στην θάλασσαν για μπάνιο τσιε βλέπαμεν τσι κορούες να σούζουν τα βυζιά τους, εκαυλώναμεν, εχώναμεν τους βίλλους μας στην άμμον... τσιε ξεκαυλώναμεν!
Αμαν εμεγαλώσαμεν πολλάν, επηέναμεν στην θάλασσαν για μπάνιον τσιε βλέπαμεν τσι κορούες να σούζουν τσου κώλους τους, εκαυλώναμεν, εχώναμεν τους βίλλους μας στην άμμον... τσιε ξεκαυλώναμεν!
Αμαν εγινίκαμεν άντρες, επηέναμεν στην θάλασσαν για μπάνιον τσιε βλέπαμεν τσι κορούες να κάμνουν ηλιθεραπείαν, εκαυλώναμεν, εχώναμεν τους βίλλους μας στην άμμον... τσιε ξεκαυλώναμεν!
Έτσι εφκάλαμεν την πόλην μας Αμμόχωστον.
Στο ίδιο κουπέ ενός τρένου βρίσκονταν ένας Έλληνας και ένας Γερμανός.
Απέναντι τους κάθονταν μια γριά 80 χρόνων και μια γκομενάρα 20. Την λιγουρεύονταν ο Έλληνας με τον Γερμανό αλλά δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα γιατί ήταν η γριά μπροστά. Κάποια στιγμή το τρένο περνάει μέσα από ένα σκοτεινό τούνελ και ξαφνικά ΣΠΛΑΑΑΤΣ! Ακούγεται μια σφαλιάρα που έπεσε. Σκέφτεται ο Έλληνας:
- "Ατιμος ο Γερμανός πήγε να βάλει χέρι στην κοπέλα και αυτή τον χαστούκισε."
Σκέφτεται ο Γερμανός:
- "Εγώ την σφαλιάρα κατά λάθος."
Σκέφτεται η κοπέλα:
- "Αυτοί οι δυο μαλάκες πήγαν να μου βάλουν χέρι αλλά κατά λάθος το έβαλαν στη γριά."
Σκέφτεται η γριά:
- "Κουφάλα Γερμανέ απ την Κατοχή στη χρωστούσα!"