φρέσκα ανέκδοτα

Στο σχολείο η δασκάλα βάζει τα παιδάκια να γράψουν μια έκθεση με θέμα "Πώς πέρασα το καλοκαίρι". Ο Τοτός έγραψε:
- "Το καλοκαίρι πήγα στο χωριό του παππού μου. Ο παππούς μου έχει ένα μεγάλο κτήμα και πολλά ζώα. Έχει και μία άσπρη και μία μαύρη αγελάδα. Μια μέρα ήρθε ένας ταύρος και γάμησε την άσπρη αγελάδα."
Η δασκάλα σοκαρισμένη σκέφτεται να μην ξαναβάλει θέμα που θα θυμίσει στον Τοτό το κτήμα του παππού του. Κι έτσι βάζει έκθεση με θέμα "Η Πελοπόννησος".
Ο Τοτός γράφει:
- "Στην Πελοπόννησο είναι η Πάτρα. Κοντά στην Πάτρα είναι τα Καλάβρυτα. Στα Καλάβρυτα ο παππούς μου έχει ένα μεγάλο κτήμα με πολλά ζώα και έχει και δύο αγελάδες. Μια μέρα ήρθε ένας ταύρος και γάμησε την άσπρη αγελάδα."
Η δασκάλα αποφασίζει να μιλήσει στον Τοτό.
- "Τοτέ δεν κάνει να λες τέτοιες κακές λεξούλες"
- "Και πώς να το λέω;", της λέει απορημένος ο Τοτός.
- "Να λές έκανε μια έκπληξη στην άσπρη αγελάδα".
- "Καλά κυρία", απαντά ο Τοτός.
Η δασκάλα μη θέλοντας να το ριψοκινδυνέψει βάζει θέμα "Η Ευρώπη".
Ο Τοτός γράφει:
- "Στην Ευρώπη είναι η Ελλάδα. Στην Ελλάδα είναι η Πελοπόννησος. Στην Πελοπόννησο είναι η Πάτρα. Κοντά στην Πάτρα είναι τα Καλάβρυτα. Στα Καλάβρυτα ο παππούς μου έχει ένα μεγάλο κτήμα με πάρα πολλά ζώα. Και έχει και δύο αγελάδες, μία άσπρη και μία μαύρη. Και μία μέρα ήρθε ένας ταύρος και έκανε μια έκπληξη στην άσπρη αγελάδα! Γάμησε την μαύρη!"
Ο Μήτσος -γνωστός για τις επιδόσεις του στις γυναίκες- πάει σε ένα μπαράκι να χτυπήσει κανένα "κομμάτι" για να περάσει την βραδιά του.
Κάθετε στο μπαρ, παραγγέλνει ποτό, ανάβει τσιγάρο και αρχίζει να κόβει κίνηση. Σε μια γωνιά βλέπει μια πανέμορφη κοπέλα να πίνει το ποτό της μόνη. Ρωτάει το μπάρμαν.
- Δεν μου λες ρε φίλε αυτή η κοπέλα στην γωνία τι παίζει;
Του απαντάει ο μπάρμαν:
- Αστα μεγάλε, δράμα. Η κοπέλα που βλέπεις έχει σοβαρό πρόβλημα. Είναι τυφλή.
- Σώπα ρε φίλε, τέτοιο κουκλί και να είναι τυφλό. Τι άδικη που είναι η ζωή...
Και μια και δυο την πλησιάζει ευγενικά και την αρχίζει στο ψήσιμο. Κατά τις 1 την νύχτα την έχει καταφέρει.
- Θα πάμε σπίτι σου, της λέει, να συνεχίσουμε την βραδιά μας, αλλά πριν πάμε πρέπει να το πω στην γυναίκα μου. Εμένα μου αρέσουν οι καθαρές δουλειές, οπότε πρέπει να της τηλεφωνήσω να της το πω.
Και πριν προλάβει να αντιδράσει η κοπέλα έχει ήδη πάρει τηλέφωνο την γυναίκα του και της μιλάει.
- Ασε γυναίκα, πρόβλημα μεγάλο. Έμπλεξα και θα αργήσω. Μου έκατσε μια στραβή.
Ένας παπάς και μία καλόγρια χάνονται σε μία χιονοθύελλα κι εκεί που περπατούσαν εντελώς αποπροσανατολισμένοι ξαφνικά βλέπουν ένα ωραίο σπίτι.
Ανοίγουν την πόρτα και μπαίνουν μέσα, αλλά δεν ήταν κανείς. Δεν πειράζει σκέφτηκαν και πήγαν να κοιμηθούν, αλλά υπήρχε μόνο ένα κρεβάτι κι έτσι ο παπάς το παραχώρησε στην καλόγρια και θα κοιμόταν ο ίδιος στο πάτωμα μέσα σε έναν υπνόσακο.
Εκεί που είχε ξαπλώσει αυτός και είχε κλείσει και το φερμουάρ του υπνόσακου, του λέει η καλόγρια:
- Πάτερ, κρυώνω.
- Αδερφή, κάτσε στο κρεβάτι, θα πάω να σου φέρω εγώ να σκεπαστείς.
Πάει μέσα, ανοίγει τη ντουλάπα, της φέρνει μία κουβέρτα. Ξαναπέφτει για ύπνο στο πάτωμα, όταν μέσα σε δύο λεπτά:
- Πάτερ, ακόμα κρυώνω.
- Αδερφή, μην ανησυχείς, θα σου φέρω εγώ κουβέρτα.
Πάει πάλι μέσα, ανοίγει τη ντουλάπα και της φέρνει κι άλλη κουβέρτα. Ξαναπέφτει για ύπνο, οπότε γυρνάει σε ένα λεπτό πάλι η καλόγρια:
- Πάτερ, κάνει πολύ κρύο γιατί εγώ ακόμα κρυώνω.
- Αδερφή, κοίτα. Είμαστε μόνοι μας στη μέση του πουθενά και δεν μας βλέπει κανένας. Θα σε πείραζε για απόψε να κάνουμε σαν να ήμασταν ένα παντρεμένο ζευγάρι και να κάνουμε ότι κάνει ένα παντρεμένο ζευγάρι;
- Όχι πάτερ, δεν θα με πείραζε.
- Ε τότε σήκω πάνω και πάρε την μόνη σου την καταραμένη την κουβέρτα!