φρέσκα ανέκδοτα

Η βεράντα.
Κάποτε ήταν ένας μαθητής που αργούσε καθημερινά στο σχολείο και ερχόταν στην μέση της πρώτης ώρας.
Η δασκάλα δεν άντεχε άλλο, και τον ρώτησε:
- Γιατί κάνεις κάθε μέρα τόση ώρα να έρθεις σχολείο;
- Να, ξυπνάω στις 7.00, νίβομαι, ντύνομαι, βάζω ζελέ στα μαλλιά, πηδάω την βεράντα και έρχομαι σχολείο.
Την επόμενη μέρα έρχεται πάλι καθυστερημένος.
- Γιατί άργησες; ρωτά η δασκάλα.
- Να, ξύπνησα, νίφτηκα, ντύθηκα, έβαλα ζελέ στα μαλλιά, πήδηξα την βεράντα και ήρθα σχολείο.
Την επόμενη μέρα:
- Γιατί άργησες πάλι;
Πάλι η ίδια απάντηση.
Παίρνει τηλέφωνο η δασκάλα στο σπίτι του μαθητή:
- Ξέρετε, ο γιος σας κάθε μέρα έρχεται καθυστερημένος στην τάξη, και και όταν του λέει ότι καθυστέρησε επειδή πήδηξε την βεράντα. Τι θα γίνει πια με αυτήν την κατάσταση;! Δεν μπορεί να κατεβαίνει από τα σκάλιά σαν φυσιολογικός άνθρωπος;
- Ε, μάλιστα, αλλά ξέρετε η κυρία δεν είναι εδώ. Εγώ είμαι η παραδουλεύτρα.
- Α, και πως σας λένε;
- Βεράντα!
Ο Κώστας μπαίνει στο μπαρ και βλέπει το Γιάννη, με ένα χαμόγελο στο πρόσωπο, να πίνει το ποτό του.
- Πώς και είσαι τόσο ευτυχισμένος σήμερα; τον ρωτάει.
- Ε λοιπόν, Κώστα, εκεί που έπλενα το σκάφος μου χτες, με πλησιάζει μια κοκκινομάλλα, με κάτι βυζιά, να, μέχρι εκεί πέρα τα μπαλκόνια της, Κώστα, και με ρωτάει:
- «Μπορείς να με πας μια βόλτα με το σκάφος σου;». Δεν έχασα την ευκαιρία, την έβαλα μέσα και ξανοιχτήκαμε. Όταν ήμαστε μακριά απ την ακτή, σβήνω τη μηχανή και της λέω:
- «Ή γαμ***, ή κολύμπι μέχρι την ακτή». Δεν ήξερε μπάνιο, Κώστα μου, δεν ήξερε μπάνιο! Την άλλη μέρα πάλι ο Γιάννης, με ένα χαμόγελο ευτυχίας, απολαμβάνει το ποτό του στο μπαρ. Μπαίνει ο Κώστας και ο Γιάννης αρχίζει να του διηγείται:
- Κώστα, εκεί που έπλενα το σκάφος μου χτες, με πλησιάζει μια ξανθιά, με κάτι βυζιά, να, μέχρι εκεί πέρα τα μπαλκονόβυζά της, Κώστα, (του δείχνει, κάνοντας τη σχετική χειρονομία) και με ρωτάει:
- «Μπορείς να με πας μια βόλτα με το σκάφος σου;». Δεν περίμενα να το ξαναπεί, την έβαλα μέσα και ξανοιχτήκαμε. Όταν ήμαστε μακριά απ την ακτή, σβήνω τη μηχανή και της λέω:
- «Ή γαμ***, ή κολύμπι μέχρι την ακτή». Δεν ήξερε μπάνιο, Κώστα μου, δεν ήξερε μπάνιο! Μετά από κάνα-δυο μέρες, ο Κώστας μπαίνει στο μπαρ και βλέπει το Γιάννη να κλαίει πάνω απ τη μπίρα του.
- Τι έγινε, ρε παιδί; Γιατί δάκρυα σήμερα; - Ε λοιπόν, Κώστα, θα σου τα πω. Εκεί που έπλενα το σκάφος μου χτες, με πλησιάζει μια καστανή, με κάτι βυζιά, να, μέχρι εκεί πέρα τα μπαλκόνια της, Κώστα μου, τι βυζιά ήταν αυτά, (του δείχνει, κάνοντας τη σχετική χειρονομία) είχα μια στύση μόλις την είδα, άλλο πράμα. Με ρωτάει:
- «Μπορείς να με πας μια βόλτα με το σκάφος σου;». «Αλλο τυχερό σήμερα!» σκέφτηκα, την έβαλα μέσα και ξανοιχτήκαμε. Όταν ήμαστε μακριά απ την ακτή, σβήνω τη μηχανή και της λέω:
- «Ή γαμ***, ή κολύμπι μέχρι την ακτή». Κατεβάζει το σορτσάκι της και είχε ένα πέος, τόσο χοντρό και μακρύ, Κώστα μου. Αχ, Κώστα μου, δεν ξέρω μπάνιο, Κώστα μου, δεν ΞΕΡΩ μπάνιο!
Βρισκόμαστε στη Γαλλία κατά την διάρκεια της Γερμανικής κατοχής. Μέσα στο κουπέ ενός τρένου κάθονται ένας Γερμανός αξιωματικός και τρεις Γάλλοι. Ένας νεαρός χωρικός, μια ηλικιωμένη και μια νέα ωραία γυναίκα.
Ξαφνικά και ενώ το τρένο περνά από μια σκοτεινή σήραγγα, μέσα στο σκοτάδι ακούγεται ο ήχος ενός φιλιού και ενός χαστουκιού.
Αμηχανία, κανείς δε μιλά, ο Γερμανός κρατά το κοκκινισμένο μάγουλο του και όλοι σκέφτονται:
Ηλικιωμένη: Τον κερατά τον Γερμαναρά, πήγε να φιλήσει την κοπέλα και αυτή τον χαστούκισε!
Κοπέλα: Το βλάκα τον Γερμανό πήγε να φιλήσει εμένα και φίλησε την γριά!
Γερμανός: Πολύ έξυπνος αυτός ο Γάλλος! Φίλησε την κοπέλα , εγώ έφαγα το χαστούκι!
Γάλλος: Ουφ! Ευτυχώς! Κανένας δεν κατάλαβε ότι εγώ φίλησα το χέρι μου και έριξα χαστούκι στο Γερμαναρά!