φρέσκα ανέκδοτα

Μπαίνει ένας κύριος, σε ένα εστιατόριο, κάθεται και παραγγέλνει σούπα.
Μετά από λίγη ώρα το γκαρσόνι του φέρνει την σούπα, έχοντας όμως το δάχτυλο του μέσα στο πιάτο. Νευριασμένος ο κύριος:
- Τι πράγματα είναι αυτά, θέλω να μου φέρεις αμέσως μια άλλη σούπα!
Τι να κάνει το γκαρσόνι, παίρνει την σούπα και Μετά από λίγο του φέρνει
Μια άλλη, με το δάχτυλο όμως πάλι μέσα στο πιάτο.
- Δεν είμαστε καλά, του λέει ο κύριος, πλάκα μου κανείς; Φέρε γρήγορα μια άλλη γιατί πεινάω σαν λύκος!
Παίρνει την σούπα το γκαρσόνι και μετά από λίγο του φέρνει μια άλλη, με το δάχτυλο όμως πάλι μέσα στο πιάτο.
- Ας το διάολο λέει ο κύριος, άσ’ τη να την φάω.
Αρχίζει να την τρώει και ρωτάει το γκαρσόνι:
- Καλά δεν μπορούσες να βγάλεις το δάχτυλο από το πιάτο με την σούπα;
Γκαρσόνι: Ξέρετε υποφέρω από ρευματισμούς και πρέπει να έχω το δάχτυλο συνεχεία μέσα σε κάτι ζεστό!
Κύριος (συνεχίζοντας να τρώει την σούπα): Aντε ρε μαλακά, στην σούπα μου βρήκες να βάλεις το δάχτυλο σου; Ας το έβαζες στο κώλο σου!
Γκαρσόνι: Εκεί το είχα προηγουμένως !
Οι κάτοικοι του μικρού χωριού είναι απαρηγόρητοι.
Ο ξαφνικός θάνατος του λατρευτού τους δασκάλου, τούς έχει συντρίψει. Μαζεμένοι όλοι στην εκκλησία, περιμένουν να αρχίσει η κηδεία, που ήδη είχε αργήσει 1 ώρα. Λίγα χιλιόμετρα πιο πέρα, η νεκροφόρα με το πτώμα του δασκάλου, τρέχει με ιλιγγιώδη ταχύτητα για να προλάβει την τελετή. Σε μια απότομη στροφή, τουμπάρει το φέρετρο, ανοίγει η πίσω πόρτα και το πτώμα πέφτει στο δρόμο. Μετά από λίγα λεπτά, περνά ένα Ι. Χ., πατά το πτώμα, σταματά απότομα, και βγαίνουν έξω οι επιβάτες:
- Πω, πω τι πάθαμε! Τι κάνουμε τώρα;
- Τι θες να κάνουμε; Αν μας πιάσουν, πάμε μέσα για ανθρωποκτονία εξʼ αμελείας. Βάλε ένα χεράκι να τον πετάξουμε στο ρέμα.
Πράγματι, αφήνουν το πτώμα στο ρέμα και το σκεπάζουν πρόχειρα με κλαδιά για να μη φαίνεται. Δεν προλαβαίνουν να περάσουν 20 λεπτά, και στη ρεματιά πλησιάζουν 2 κυνηγοί:
- Λαγός στη ρεματιά! Πάνω του!
Αρχίζουν τις τουφεκιές, πλησιάζουν προς το πτώμα και λέει ο ένας στον άλλον:
- Που τον είδες τον λαγό, ρε χαμένε; Τον σακατέψαμε τον άνθρωπο.
- Και τι κάνουμε τώρα;
- Τι θες να κάνουμε, έτσι όπως τα κατάφερες; Θα τον βάλουμε στο ΙΧ να τον πετάξουμε στη θάλασσα.
Έτσι και έγινε! Πέταξαν το πτώμα στη θάλασσα, αλλά μετά από μισή ώρα, πλησιάζει ένα αλιευτικό σκάφος:
- Ροφός στη θάλασσα! Πάνω του!
Άρχισαν να ρίχνουν με τα καμάκια προς το άτυχο πτώμα, φυσικά όμως απογοητεύτηκαν μόλις πλησίασαν:
- Μεγάλε, είσαι αχτύπητος. Ροφός ε; Όχι για ψαράς δεν κάνεις ούτε για για φυλάς γίδια στο βουνό.
- Τι κάνουμε τώρα θεέ μου; Aλίμονο μας!
- Δεν υπάρχει άλλη λύση. Θα πετάξουμε το πτώμα στην ακτή.
Από την τρομάρα τους όμως οι ψαράδες εγκατέλειψαν άρον-άρον το πτώμα καταμεσής του δρόμου. Μετά από 2 λεπτά περνά ένα ΙΧ, ξαναπατά το πτώμα, αυτή τη φορά όμως οι επιβάτες ήταν ευσυνείδητοι:
- Πω, πω, τι πάθαμε!
- Μπορεί ια ζει ακόμα. Να τον πάμε γρήγορα στο κοντινότερο νοσοκομείο.
Πηγαίνουν το πτώμα στο νοσοκομείο, το βάζουν γρήγορα στην εντατική και μετά από 2 ώρες βγαίνει από το χειρουργείο απογοητευμένος ο γιατρός. Γεμάτοι αγωνία οι επιβάτες τον ρωτούν:
- Γιατρέ πες μας, θα ζήσει;
Και ο γιατρός:
- Τι να σας πω, ρε παιδιά; Αν μας τον φέρνατε μισή ώρα γρηγορότερα, θα τον είχαμε γλυτώσει!
Στην αίθουσα αναμονής ενός οδοντιατρείου κάθονται 3 γέροι και ένας νέος άνδρας . Ένας από τους γέρους που βαριέται λέει :
- Βάζετε στοίχημα ότι με τη ροχάλα μου θα ρίξω την τζαμαρία της πόρτας του ιατρείου ; Σιγά μην τη ρίξεις λένε οι άλλοι . Σηκώνεται τότε ο γέρος αρχίζει γκούχου γκούχου να βήχει παίρνει φόρα και τη ρίχνει στην τζαμαρία . τρρρρρρρρ , τρίζει η πόρτα αλλά δε σπάει .
- Για κοιτάξτε εμένα λέει ο δεύτερος γέρος και σηκώνετε . Γκούχου γκούχου και αυτός ... τη ρίχνει ... τρίζει η τζαμαρία ... τίποτα ... Το ίδιο παθαίνει και ο τρίτος γέρος . Σηκώνεται τότε ο νέος και λέει .
- Για δείτε τώρα να μαθαίνετε. Πηγαίνει στην τζαμαρία και αρχίζει να γλείφει όλες τις ροχάλες των γέρων . Παίρνει φόρα ετοιμάζετε να τις εκσφενδονίσει ... και τότε ανοίγει η πόρτα του ιατρείου . Και ο νέος ... γκλούπ ...
- Καλημέρα γιατρέ !
Λοιπόν, το τυπάκι (γυαλάκια, ντύσιμο πωλητή, 1.50) σκάει στο μπάρ, όπου σερβίρει ένας πελώριος μαύρος μπάρμαν.
Περιμένει υπομονετικά μέχρι που το βλέμμα του πελώριου μαύρου μπάρμαν να πέσει πάνω του.
Mαζεύει το κουράγιο του, και λέει:
- Eεε, καλημέρα σας. Μήπως θα μπορουσατε... άν έχετε την καλοσύνη, να μου δώσετε ένα ουίσκι παρακαλώ;
Ο μπάρμαν τον κοιτάει άγρια και του λέει:
- Τι είναι αυτά ρε παλιοφλώρε; Έτσι το ζητάνε το ουίσκι; Φέρσου σαν άντρας! Τελος πάντων, πιες τώρα, άλλα την άλλη φορά θα πρέπει να μου το ζητήσεις σωστα.
Το τυπάκι λοιπόν, πίνει το ουίσκι του και φεύγει.
Tην άλλη μέρα βρίσκεται πάλι εκει.
- Eεε, καλημέρα σας. Μήπως θα μπορουσατε, άν δεν σας κάνει κόπο και δεν σας βάζω σε μπελάδες, να μου δώσετε ένα ουίσκι;
Ο Μπάρμαν έχει σαλτάρει.
- Τί είναι αυτά που λές ρε σκατόφλωρε; Περιμένεις να σου δώσω και ουίσκι; Τι σκατά σου συμβαίνει; Για μόστρα τα φοράς τα παντελόνια; Φέρσου ρε σαν άντρας! Τι να σου κάνω που είμαι και καλός. Άντε, πιές τώρα, και την επόμενη φορά προσπάθησε να μην είσαι τόσο χέστης!
Πίνει λοιπόν ο τύπος το ουίσκι του, και την άλλη μέρα πάλι έκει.
- Eεε, καλημέρα σας. Μήπως θα γινόταν να μου δίνατε ένα ουίσκι, αν έχετε την ευχαρίστηση;
Ο μπάρμαν έχει βγεί απ τα ρούχα του.
- Κοίτα, του λέει, μπές εσύ απο μέσα, και θα σου δείξω πως το κάνουν.
Πάει λοιπόν το τυπάκι μέσα και ο πελώριος μαύρος μπάρμαν βγαίνει έξω.
Παίρνει το πιό άγριο ύφος του, και λέει:
- Πιάσε ένα ουίσκι!
- Λυπάμαι, αλλά δεν σερβίρουμε μαύρους.
Ήταν τρεις φίλες, η Αννα, η Βαρβάρα και η Γωγώ. Αυτές λοιπόν οι τρεις φίλες, πήγαιναν κάθε απόγευμα για καφέ. Ένα απόγευμα λοιπόν λέει η Αννα:
- Κορίτσια, δεν θα πιστέψετε τι μου συνέβη χθες. Ήρθε ο Ανδρέας αργά από την δουλειά του, κατασκοτωμένος από την κούραση και του λέω:
"Πήγαινε μωρό μου να κάνεις ένα κρύο μπάνιο κι έλα εδώ, να σε ξεκουράσω εγώ."
Kι έτσι έγινε. Mέχρι να βγει από το μπάνιο, εγώ είχα φορέσει ότι πιο πρόστυχο εσώρουχο είχα και τον περίμενα. Μόλις βγήκε, του τραβάω την πετσέτα του, τα πιάνω και του λέω:
"Mωρό μου, τι κρύα αρχίδια είναι αυτά που έχεις; Έλα εδώ να σου τα ζεστάνω εγώ." Kι έγινε κορίτσια της τρελής μέχρι το πρωί!
- Θα το δοκιμάσω κι εγώ, λέει η Βαρβάρα.
Την επόμενη μέρα λοιπόν, βρίσκονται πάλι οι τρεις φίλες και κατενθουσιασμένη η Βαρβάρα τους λέει:
- Αννα είχες απόλυτο δίκιο. Έκανα ακριβώς το ίδιο και είχε... φοβερά αποτελέσματα. Ήρθε χθες ο Βασίλης από τη δουλειά, ψόφιος από την κούραση. Και του είπα:
"Πήγαινε μωρό μου να κάνεις ένα κρύο μπάνιο κι έλα εδώ σε εμένα να σε ξεκουράσω."
Mέχρι να βγει από το μπάνιο, φόρεσα ότι πιο πρόστυχο βρήκα μπροστά μου και μόλις βγαίνει από το μπάνιο, του τραβάω την πετσέτα, του τα πιάνω και του λέω:
"Mωρό μου, τι κρύα αρχίδια είναι αυτά που έχεις; Έλα εδώ να σου τα ζεστάνω."
Kι έγινε της κόλασης μέχρι το πρωί.
Tότε, σκέφτηκε και η Γωγώ:
- Γιατί μόνο αυτές; Θα δοκιμάσω κι εγώ!
Την επόμενη μέρα λοιπόν, θα ξαναβρίσκονταν οι τρεις φίλες. Η Γωγώ όμως είχε περιέργως αργήσει. Κάποια στιγμή, μετά από πάρα πολύ ώρα, έρχεται η Γωγώ, μαύρη από το ξύλο, γεμάτη μελανιές και γδαρσίματα.
- Τι έπαθες καλέ; τη ρωτάνε οι φίλες της.
- Να, πριν λίγο που ήρθε ο Γιάννης από την δουλειά, πεθαμένος από την κούραση, του λέω:
"Πήγαινε μωρό μου να κάνεις ένα κρύο μπάνιο και έλα μετά εδώ σε εμένα να σε ξεκουράσω."
Eν τo μεταξύ, φόρεσα ότι πιο πρόστυχο είχα στο σπίτι.
- Ε, ωραία και μετά τι έγινε;
- Μόλις βγήκε από το μπάνιο, πάω κοντά του, του τραβάω την πετσέτα και του λέω:
"Mωρό μου, γιατί έχεις ζεστά αρχίδια; O Ανδρέας και ο Βασίλης τα είχαν κρύα!"