Ανέκδοτα για παππούδες και γιαγιάδες

Πάει ένας παππούς, που είχε πρόβλημα με την πού**α του, σ έναν ωτορινολαρυγγολόγο. Μπαίνει στο ιατρείο, κατεβάζει τα παντελόνια του και λέει:
- "Γιατρέ μου έχω πρόβλημα."
Βλέπει ο γιατρός την πού**α του παππού και λέει:
- "Μα γιατί είναι ματωμένη η πού**α σας; Εσείς πρέπει να πάτε σε έναν ουρολόγο."
- "Μα γιατρέ μου να σας εξηγήσω...", λέει ο παππούς.
- "Τι να μου εξηγήσεις;", λέει ο γιατρός, "Αφού σου είπα ότι δεν είμαι εγώ ο κατάλληλος γιατρός για να εξετάσω τη πάθησή σου."
Επιμένει ο παππούς και λέει...
- "Στο γεροκομείο που συχνάζω, έχουμε βαρεθεί τα συνηθισμένα παιχνίδια και παίζουμε ένα δικό μας."
- "Τι;", λέει ο γιατρός απορημμένος.
- "Λοιπόν...", λέει ο παππούς, "Όλοι οι γέροι βγάζουμε την πού**α μας επάνω στο τραπέζι και είναι ένας πάνω από το τραπέζι με ένα σφυρί. Όταν αυτός πει το "μπαμ" πρέπει όλοι να τις μαζέψουμε. Εεε, εγώ αυτό το μπαμ δεν ακούω..."
Ήταν μια φορά 3 παίχτες του Παναθηναϊκού, ο Νικοπολίδης, ο Μπασινάς και ο Καραγκούνης και πήγαν να εισπράξουν τα λεφτά των συμβολαίων τους.
Αφού τα παίρνουν ρωτάει ο Μπασινάς και ο Καραγκούνης τον Νικοπολίδη.
- Ρε Αντώνη, τι θα τα κάνεις τώρα τα λεφτά.
- Να, λέει, σκέφτομαι να πάρω ένα καινούργιο σπίτι και ένα αμάξι.
- Και τα υπόλοιπα;
- Εε, θα τα βάλω στην άκρη να τα έχω.
Ρωτάνε μετά τον Μπασινά.
- Εσύ ρε ʼγγελε τι θα τα κάνεις τα λεφτά;
- Τώρα εγώ όπου να ‘ναι παντρεύομαι, ε θα μου πάρει κάποια λεφτά ο γάμος και θα δώσω μερικά για έπιπλα.
- Και τα υπόλοιπα;
- Θα τα βάλω στην τράπεζα να τα έχω.
Τέλος ρωτάνε και τον Καραγκούνη.
- Εσύ ρε Γιώργο τι θα κάνεις με τα λεφτά;
- Εγώ θα πάρω ένα Cinquecento.
- Και τα υπόλοιπα;
- Ε, και τα υπόλοιπα θα τα βάλει η γιαγιά μου...
Ένα ωραίο πρωινό, ξενικά η Κοκκινοσκουφίτσα για μια βόλτα στο δάσος με το ποδηλατάκι της.
Καθώς προχωρούσε, συναντά τον λύκο, ο οποίος την πετάει από το ποδηλατάκι της και το καταστρέφει.
Παιδί του δάσους όπως ήταν η Κοκκινοσκουφίτσα, πάει κλαίγοντας στον αρκούδο.
- "Ο λύκος μου έσπασε το ποδηλατάκι μου", του λέει.
Ξεκινάει λοιπόν ο αρκούδος για να βρει το λύκο. Αφού τον βρίσκει, τον σπάει στο ξύλο και τον υποχρεώνει να φτιάξει το ποδηλατάκι της Κοκκινοσκουφίτσας.
Την επόμενη μέρα, ξανά η Κοκκινοσκουφίτσα στο δάσος με το ποδηλατάκι της, ξανασυναντά τον λύκο.
Αυτός της ξανασπάει το ποδήλατο και το οποίο βέβαια ξαναφτιάχνει, αφού τον υποχρεώνει πάλι ο αρκούδος.
Αυτό συνεχίστηκε για μία εβδομάδα περίπου, μέχρι που η Κοκκινοσκουφίτσα δεν ξαναεμφανίστηκε. Πάει λοιπόν ο λύκος τώρα στο σπίτι της. Χτυπάει την πόρτα.
- "Ποιος είναι;" ρωτάει η Κοκκινοσκουφίτσα.
- "Η γιαγιά σου παιδάκι μου είμαι".
- "Γιαγιά, γιατί έχεις τόσο μεγάλα αφτιά;"
- "Για ν? ακούω καλύτερα παιδάκι μου".
- "Γιαγιά, γιατί έχεις τόσο μεγάλο στόμα;"
- "Για να τρώω καλύτερα παιδάκι μου"
- "Γιαγιά, και γιατί έχεις τόσο κόκκινα μάτια;"
- "Από την οξυγονοκόλληση παιδάκι μου!"
Είναι ένας Κερκυραίος, ένας Κεφαλλονίτης κι ένας Λευκαδίτης, που βρήκαν κάπου σ ένα αραχνιασμένο, σκοτεινό υπόγειο ένα λυχνάρι, απ αυτά τα μυστήρια με τα τζίνι. Το τρίψανε και ξεπετάχτηκε το τζίνι.
- "Έχετε ο καθένας από μια ευχή, θα σας την πραγματοποιήσω και μετά φεύγω", λέει το τζίνι.
- "Ψαράς είμ εγώ, ψαράς είν ο πατέρας μου, ψαράς ήταν κι ο παππούς μου κι ο γιός μου ψαράς θα γίνει κι αυτός. Θέλω να γεμίσουν οι ωκεανοί και τα πέλαγα με ψάρια.", λέει ο Λευκαδίτης.
- "Έγινε!", λέει το τζίνι και πραγματοποιήθηκε η ευχή.
- "Θέλω έναν τείχος γύρω απ όλη την Κέρκυρα, έτσι που τίποτα να μη μπορεί να μπει μέσα., λέει έκθαμβος ο Κερκυραίος. Μ ένα κροτάλισμα των δακτύλων, το τζίνι πραγματοποιεί κι αυτήν την ευχή.
- "Δε μου το ξαναλές αυτό το περί τείχους;", ρωτά ο Κεφαλλονίτης.
- "Να, είναι γύρω στα πενήντα μέτρα ψηλό, 20 μέτρα φαρδύ και τίποτα δεν μπορεί ούτε να μπει ούτε να βγει από εκεί," λέει το τζίνι.
- "Εντάξει. Γέμισε το με νερό τώρα!", λέει ο Κεφαλλονίτης.
Κάποια ηλιόλουστη μέρα, η Κοκκινοσκουφίτσα αποφάσισε (σύμφωνα με το λαϊκό μύθο) να επισκεφτεί τη γιαγιά της.
Ο δρόμος ο οποίος περνούσε μέσα από το δάσος, ήταν γεμάτος αγριολούλουδα, και ήταν φυσικό να προσελκύσει το ενδιαφέρον της μικρής Κοκκινοσκουφίτσας. Έτσι, ενώ πέρναγε μέσα από το δάσος, έψαχνε πίσω από δέντρα και θάμνους για να βρει αγριολούλουδα να πάει στη γιαγιά της.
Σε κάποια στιγμή, στρίβει πίσω από μία οξιά και αντικρίζει τον κακό λύκο. Με αφελές ύφος, τον ρωτάει...
- Λύκε λύκε, γιατί έχεις τόσο μεγάλα μάτια;
- Για να σε βλέπω καλύτερα, απαντάει βιαστικά ο λύκος και την κοιτάει αγριεμένα.
Η Κοκκινοσκουφίτσα διστάζει λίγο, αλλά γρήγορα φεύγει προς την αντίθετη κατεύθυνση, για να ξαναρχίσει την συλλογή αγριολούλουδων. 20 μέτρα πιο κάτω, και ενώ ακολουθεί μια συστάδα αγριολούλουδων πίσω από ένα πουρνάρι, ξαναπέφτει πάνω στον κακό λύκο. Και πάλι με αφελέστατο ύφος, η Κοκκινοσκουφίτσα ρωτάει...
- Λύκε λύκε, γιατί έχεις τόσο μεγάλα αυτιά;
- Για να σε ακούω καλύτερα, λέει με ακόμα πιο αγριεμένο ύφος ο κακός λύκος.
Η ιστορία επαναλαμβάνεται, και η Κοκκινοσκουφίτσα επιστρέφει στο μάζεμα. Λίγο πιο κάτω, πίσω από κάτι βράχους, η Κοκκινοσκουφίτσα συναντάει για ακόμα μία φορά τον κακό λύκο. Έχει αρχίσει να ψυλλιάζεται τη δουλειά, και μπαίνει γρήγορα στο νόημα...
- Λύκε λύκε, γιατί έχεις τόσο μεγάλη μύτη;
- Για να σε μυρίζω καλύτερα, απαντάει ο λύκος που με δυσκολία πλέον κρατούσε την οργή του!
Η Κοκκινοσκουφίτσα, συνηθισμένη πλέον, φεύγει αδιάφορη για να ασχοληθεί και πάλι με τα αγριολούλουδα. Σε κάποια στιγμή, και ενώ το καλάθι της είχε σχεδόν γεμίσει, βλέπει μία σπηλιά και μπαίνει μέσα. Εκεί, (για φαντάσου) συναντά και πάλι τον κακό το λύκο, ο οποίος έδειχνε προκλητικά τα δόντια του. Η Κοκκινοσκουφίτσα αμέσως ρωτάει...
- Λύκε λύκε, γιατί έχεις τόσο μεγάλα δόντια;
Και ο λύκος...
- Θα με αφήσεις, γα** το φελέκι μου, να χέσω με την ησυχία μου επιτέλους;
Τσακώνει τον Τοτό ο πατέρας του να τραβάει μαλ**κία και τον αρχίζει στα βρισίδια:
- "Ρε που****παιδο, πάλι μαλ**κία τραβάς, δεν σου είπα να μην σε ξαναπιάσω να τον παίζεις;"
- "Αφού ρε πατέρα δεν μου δίνεις λεφτά να πάω στις που**νες τι θες να κάνω;"
Δίνει ο πατέρας του Τοτού ένα πεντοχίλιαρο να πάει στις που**νες. Στο δρόμο ο Τοτός βλέπει την γιαγιά του και του λέει:
- "Που πας Τοτέ μου και τρέχεις;"
- "Ο πατέρας μου έδωσε ένα πεντοχίλιαρο να πάω στις που**νες"
- "Τι λες ρε μα****σμένο που θα πας να δώσεις ένα πεντοχίλιαρο της ξένης γυναίκας να την γα**σεις, γιατί δεν γα*** εμένα να κρατήσεις και το πεντοχίλιαρο;"
Ο Τοτός γαμ***ι την γιαγιά του και το βράδυ που πάει σπίτι του λέει στον πατέρα του αυτά που έγιναν. Πιάνει ο πατέρας τον Τοτό και τον πλακώνει στο ξύλο και του λέει:
- "Ρε που*****παιδο την μάνα μου πήγες και γαμ**σες;"
Και ο Τοτός του λέει:
- "Γιατί όταν γ**μάς εσύ την δικιά μου σου λέω εγώ τίποτα;"
Σε ένα χωριό, υπήρχε ένας γιατρός για τις ανάγκες των κατοίκων.
Χρειάστηκε να λείψει για ένα χρονικό διάστημα και δεν ήξερε ποιον να αφήσει για αντικαταστάτη. Προσφέρθηκε λοιπόν ο Γιωρίκας και πήρε την θέση του γιατρού. Πέρασε ο καιρός, ο γιατρός επέστρεψε στο χωριό και ρωτάει τον Γιωρίκα να του πει τι έκανε τον καιρό που έλειπε. Αρχίζει ο Γιωρίκας και του λέει:
Γιωρίκας:
"Ήρθε ένας παππούς και είχε φοβερό πονοκέφαλο."
Γιατρός:
"Και `συ τι του έδωσες;"
Γιωρίκας:
"Ασπιρίνη."
Γιατρός:
"Α εσύ είσαι καλός θα σε προσλάβω για βοηθό! Αλλο;"
Γιωρίκας:
"Ήρθε μια γιαγιά με στομαχόπονο."
Γιατρός:
"Και `συ τι τις έδωσες;`
Γιωρίκας:
"Depon!"
Γιατρός:
"Πωπω Γιωρίκα είσαι τέλειος! Για πες και κανά άλλο."
Γιωρίκας:
"Ήρθε μια κοπελιά 25 χρονών και μου είπε ότι από την καύλα της δεν με βλέπει..."
Γιατρός:
"Και `συ τι τις έδωσες;"
Γιωρίκας:
"Κολλύριο!"