Skip to main content
Μια μέρα η δασκάλα στο σχολείο βάζει έκθεση με θέμα "Μια συνηθισμένη μέρα".
Ο Τοτός έγραψε:
"Το πρωί ξυπνάω, πλένομαι, ντύνομαι, τρώω πρωινό, πηδάω τη βεράντα, πάω σχολείο, γυρνάω σπίτι, τρώω μεσημεριανό, κάνω τα μαθήματά μου, βλέπω τηλεόραση, τρώω βραδινό και κοιμάμαι. Την επόμενη μέρα ξυπνάω, πλένομαι, ντύνομαι τρώω πρωινό, πηδάω τη βεράντα, πάω σχολείο, γυρνάω σπίτι, τρώω μεσημεριανό, κάνω τα μαθήματά μου, βλέπω τηλεόραση, τρώω βραδινό και κοιμάμαι."
Μόλις το βλέπει αυτό η δασκάλα του Τοτού λέει ότι κάτι δεν πάει καλά και κρίνει ότι πρέπει να δει τους γονείς του Τοτού για να καταλάβει τι του συμβαίνει.
Αποφασίζει λοιπόν να πάει σπίτι του.
Φτάνει στο σπίτι και χτυπά το κουδούνι. Ανοίγει τη πόρτα μια κυρία.
- Καλησπέρα. Εσείς είστε ασφαλώς η μητέρα του Τοτού, λέει η δασκάλα.
- Όχι, εγώ είμαι η Βεράντα! λέει η κυρία.
Ένας βλάχος ενώ κυκλοφορούσε κοντά σε ένα σχολείο στην Αθήνα, άκουσε τον δάσκαλο να λέει στους μαθητές:
- Μάθετε ρε μοσχάρια γράμματα για να γίνετε άνθρωποι!
Τρελάθηκε ο βλάχος. Δεν το ήξερα λέει ότι όταν μάθουν τα μοσχάρια γράμματα γίνονται άνθρωποι...
Μια και δυο πηγαίνει στο χωριό του και αφού παίρνει ένα μοσχάρι από το κτήμα του, γυρνάει στο σχολείο. Πηγαίνει στον επιστάτη και του λέει ότι θέλει να αφήσει το μοσχαράκι του να μάθει γράμματα για να γίνει άνθρωπος και πότε πρέπει να έρθει να το πάρει.
Ο επιστάτης πονηρά σκεπτόμενος του λέει να έρθει σε τρία χρόνια να το πάρει.
Πραγματικά ο βλάχος μετά από τρία χρόνια, συνεπής στο ραντεβού του, πάει στο σχολείο. Συναντάει ένα καινούργιο επιστάτη και τον ρωτάει για την τύχη του μόσχου του.
- Παρακαλώ ήρθα να πάρω τον μόσχο μου.
(Συμπτωματικά τον διευθυντή του σχολείου τον έλεγαν Μόσχο)
- Τον Κ. Μόσχο; ρωτάει ο επιστάτης.
- Όοπα! Κύριος; το μοσχαράκι μου;
- Δεν σας καταλαβαίνω του λέει ο επιστάτης, αλλά αν θέλετε τον Κύριο Μόσχο περάστε στην τρίτη πόρτα δεξιά.
Πηγαίνει λοιπόν ο βλάχος μας συγκινημένος και βλέπει ένα κουστουμαρισμένο και κομψό κύριο.
- Μοσχαράκι μου! του λέει, τι κάνεις; με θυμάσαι;
- Σας παρακαλώ κύριε... του λέει ο διευθυντής.
- Μοσχαράκι μου δεν με θυμάσαι που σε έφερα από το χωριό, έμαθες γράμματα και έγινες άνθρωπος, σε μένα το χρωστάς.
- Περάστε έξω κύριε αλλιώς θα φωνάξω την αστυνομία.
Εξωργισμένος ο βλάχος φεύγει και σε μια εβδομάδα επιστρέφει με μια αγελάδα στο σχολείο.
Νευριασμένος ανοίγει την πόρτα του διευθυντή κρατώντας τον από τα πετά και δείχνοντας του την αγελάδα του λέει:
- Καλά ρε πούστη, εμένα δεν με θυμάσαι, την μάνα σου ρε δεν την θυμάσαι;
Μια καθηγήτρια του γυμνασίου, οπαδός του Ολυμπιακού, περήφανη για την κατάκτηση του πρωταθλήματος πηγαίνει στο σχολείο με το κασκόλ της ομάδας και δηλώνει μέσα στην τάξη ότι είναι Ολυμπιακός και ζητάει από όσα παιδιά είναι κι αυτοί Ολυμπιακοί να σηκώσουν το χέρι τους.
Όλα τα παιδιά, Ολυμπιακοί και μη, από φόβο μην πάρουν κακό βαθμό, σηκώνουν το χέρι τους, δηλώνοντας Ολυμπιακοί εκτός από την Αννούλα, ένα συνεσταλμένο κοριτσάκι που καθόταν στο τελευταίο θρανίο.
Έκπληκτη η καθηγήτρια ρωτάει με αυστηρό τόνο:
- Αννούλα, γιατί δε σήκωσες το χέρι σου;
- Γιατί δεν είμαι Ολυμπιακός, κυρία.
- Τι; Δεν είσαι ερυθρόλευκη; Και τι ομάδα είσαι δηλαδή για να έχουμε καλό ρώτημα;
- Είμαι υπερήφανη που είμαι με το τριφύλλι, κυρία.
Η καθηγήτρια δεν πίστευε στα αφτιά της.
- Αννούλα, κοριτσάκι μου, τι αμαρτία έπραξες για να είσαι βάζελη;
- Η μανούλα μου είναι οπαδός του Παναθηναϊκού. Ο πατερούλης μου Παναθηναϊκάκιας βαμμένος, ο αδελφούλης μου μέλος της ΠΑ. ΛΕ. ΦΙΠ, οπότε κι εγώ είμαι Παναθηναϊκός, απάντησε η Αννούλα καμαρωτή καμαρωτή.
- Χμ, λέει η καθηγήτρια εμφανώς εκνευρισμένη. Κοριτσάκι μου αυτός δεν είναι λόγος να είσαι βάζελη. Δεν πρέπει να κάνεις ό,τι κάνουν οι άλλοι και πολύ περισσότερο να επιτρέπεις στον οικογενειακό σου κύκλο να καθορίζει τη ζωή σου. Πρέπει να είσαι ελεύθερη, ανεξάρτητη. Αν π. Χ η μάννα σου ήταν πόρνη και πρεζόνι, ο πατέρας σου αλητάμπουρας, αλκοολικός και έμπορος ναρκωτικών κι ο αδελφός σου ξεφωνημένη αδελφή στη Συγγρού, εσύ τι θα ήσουν;
- Σίγουρα οπαδός του Ολυμπιακού, κυρία.
Ένας τύπος θέλει να γίνει μάγος, και μαθαίνει ότι μια φυλή αφρικανών κάνει τους πάντες μάγους...
Επιβιβάζεται σε αεροπλάνο και πάει, όπου βρίσκει την φυλή, και επισκέπτεται τον φύλαρχο.
- Εγώ, γίνω μάγος, του λέει...
- Εσύ γίνεις μάγος, του απαντάει ο φύλαρχος και τον βάζει σε μια αχυρένια καλύβα όπου του λέει να γδυθεί τελείως...
- Πέσε στα τέσσερα, του λέει ο φύλαρχος, και ο μαθητής πέφτει...
- Τη βαζελίνη φωνάζει ο φύλαρχος και του πασαλείβουν τον κώλο με αυτή..
- Να έρθει ο Αμπντούλ, λέει ο φύλαρχος, ανοίγει η πόρτα και σκάει μύτη αράπης, με το μόριο του σε πλήρη στύση, και τεράστιο...
Ο τύπος, σαστισμένος, αναφωνεί:
- Ε, δεν πιστεύω να με γαμήσετε εδώ πέρα!?
Και του απαντάει ο φύλαρχος:
- Μα καλά, μάγος είσαι;
Ήταν αποκριές, και λέει ο Τοτός στον μπαμπά του:
- Τα παιδιά στο σχολείο αποφασίσαμε να κάνουμε πάρτι μασκέ.
- Και εσύ τί θα ντυθείς;
- Σταχτοπούτα!
Μόλις το άκουσε αυτό ο πατέρας του, τον αρχίζει στις κλωτσιές!
Τον επόμενο χρόνο, πάλι αποκριές, λέει ο Tοτός στον πατέρα του.
- Φέτος μπαμπά θα ντυθώ Χιονάτη!
Μόλις το άκουσε αυτό ο πατέρας του Τοτού, τον αρχίζει πάλι στο ξύλο!
Την επόμενη χρονιά, στις απόκριες, λέει ο Τοτός στον μπαμπά του:
- Μπαμπά, μπορείς να μου αγοράσεις ένα σπαθί;
- Ναι, λέει χαρούμενος ο πατέρας του.
- Μπαμπά, μπορείς να μου πάρεις και μία ασπίδα;
- Ναι αγορίνα μου! λέει ο πατέρας ανακουφισμένος.
- Επίσης, μπορείς να μου αγοράσεις και ένα θώρακα;
- Ναι αγόρι μου, λέει ο πατέρας του, νιώθοντας ο πιο ευτυχισμένος πατέρας του κόσμου. Αλλά, για πες μου τι θέλεις να ντυθείς;
- Ζήνα!