Skip to main content
121, 121, 121...
Σε μια συνάντηση στο σχολείο όλα τα παιδάκια λένε παροιμίες, ποιηματάκια και διάφορα τέτοια. Σηκώνεται λοιπόν και ο Μπόμπος (που έχει προϊστορία στα αισχρά αστεία) και λέει:
- Κυρίες και κύριοι θα κάνουμε έναν διαγωνισμό. Θα σας ρωτήσω πόσους τρόπους ξέρετε να κάνετε έρωτα και όποιος μου πει τους περισσότερους θα κερδίσει ένα μεγάλο δώρο.
Ξεκινάει λοιπόν τις ερωτήσεις από τα μπροστινά καθίσματα.
- Εσείς κύριε πόσους τρόπους ξέρετε;
- 12 παιδί μου.
Ένας κύριος από τα τελευταία καθίσματα φωνάζει: 121, 121, 121
- Μισό λεπτάκι κύριε, θα φτάσω σε εσάς. του λέει ο Μπόμπος.
- Εσείς κύριε; ρωτάει κάποιον άλλον.
- 15 παιδί μου.
Ο άλλος φωνάζει και πάλι 121, 121, 121
- Μισό λεπτάκι κύριε θα σας ρωτήσω και εσάς λέει ο Μπόμπος.
- Εσύ παππούλη μου πόσους τρόπους ξέρεις;
- Έναν μόνο παιδάκι μου, του λέει ο γέρος και συνεχίζει, τον κλασσικό παιδάκι μου, η γυναίκα από κάτω και ο άντρας από πάνω.
Ο κύριος από το τελευταίο κάθισμα φωνάζει ξανά με δύναμη: 122, 122, 122.
Στο σχολείο η δασκάλα:
- Παιδιά, θέλετε να παίξουμε "Παντομίμα" με παροιμίες; Θα κάνετε κινήσεις με τα χέρια και όποιος το καταλάβει πρώτος κερδίζει.
- Να κάνω εγώ πρώτος, κυρία; ρωτάει ο Γιαννάκης.
- Ναι, λέει η δασκάλα.
Σηκώνεται ο Γιαννάκης, τρέχει, τρέχει πέφτει κάτω...
- Όποιος βιάζεται, σκοντάφτει, λέει η Αννούλα.
- Μπράβο, Αννούλα, κάνε τώρα εσύ.
Σηκώνεται η Αννούλα, πηγαίνει στην πόρτα, χτυπάει, χτυπάει, τίποτε...
- Στου κουφού την πόρτα όσο θέλεις βρόντα! λέει ο Τοτός.
- Μπράβο Τοτό, σήκω να κάνεις και εσύ.
Σηκώνεται ο Τοτός, βγάζει την τσίχλα του, πιάνει ένα δεκάρικο και την κολλάει. Μετά το πετάει ψηλά, και η τσίχλα μαζί με το δεκάρικο, κολλάνε στο ταβάνι. Ο Τοτός κοιτά ψηλά και πιάνει τα αρχίδια του.
Κανένα παιδί δεν ήξερε την παροιμία.
- Τι παροιμία είναι αυτή, Τοτέ; ρωτάει η δασκάλα.
- Μα δεν καταλάβατε ακόμα, καλέ κυρία; Κάλλιο 3 και στο χέρι, παρά 10 και καρτέρι!
Η βεράντα.
Κάποτε ήταν ένας μαθητής που αργούσε καθημερινά στο σχολείο και ερχόταν στην μέση της πρώτης ώρας.
Η δασκάλα δεν άντεχε άλλο, και τον ρώτησε:
- Γιατί κάνεις κάθε μέρα τόση ώρα να έρθεις σχολείο;
- Να, ξυπνάω στις 7.00, νίβομαι, ντύνομαι, βάζω ζελέ στα μαλλιά, πηδάω την βεράντα και έρχομαι σχολείο.
Την επόμενη μέρα έρχεται πάλι καθυστερημένος.
- Γιατί άργησες; ρωτά η δασκάλα.
- Να, ξύπνησα, νίφτηκα, ντύθηκα, έβαλα ζελέ στα μαλλιά, πήδηξα την βεράντα και ήρθα σχολείο.
Την επόμενη μέρα:
- Γιατί άργησες πάλι;
Πάλι η ίδια απάντηση.
Παίρνει τηλέφωνο η δασκάλα στο σπίτι του μαθητή:
- Ξέρετε, ο γιος σας κάθε μέρα έρχεται καθυστερημένος στην τάξη, και και όταν του λέει ότι καθυστέρησε επειδή πήδηξε την βεράντα. Τι θα γίνει πια με αυτήν την κατάσταση;! Δεν μπορεί να κατεβαίνει από τα σκάλιά σαν φυσιολογικός άνθρωπος;
- Ε, μάλιστα, αλλά ξέρετε η κυρία δεν είναι εδώ. Εγώ είμαι η παραδουλεύτρα.
- Α, και πως σας λένε;
- Βεράντα!