Στο ίδιο κουπέ ενός τρένου βρίσκονταν ένας Έλληνας και ένας Γερμανός.
Απέναντι τους κάθονταν μια γριά 80 χρόνων και μια γκομενάρα 20. Την λιγουρεύονταν ο Έλληνας με τον Γερμανό αλλά δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα γιατί ήταν η γριά μπροστά. Κάποια στιγμή το τρένο περνάει μέσα από ένα σκοτεινό τούνελ και ξαφνικά ΣΠΛΑΑΑΤΣ! Ακούγεται μια σφαλιάρα που έπεσε. Σκέφτεται ο Έλληνας:
- "Ατιμος ο Γερμανός πήγε να βάλει χέρι στην κοπέλα και αυτή τον χαστούκισε."
Σκέφτεται ο Γερμανός:
- "Εγώ την σφαλιάρα κατά λάθος."
Σκέφτεται η κοπέλα:
- "Αυτοί οι δυο μαλάκες πήγαν να μου βάλουν χέρι αλλά κατά λάθος το έβαλαν στη γριά."
Σκέφτεται η γριά:
- "Κουφάλα Γερμανέ απ την Κατοχή στη χρωστούσα!"
Πηγαίνουν ένας Τούρκος, ένας Έλληνας και ένα Γερμανός σε ένα ξενοδοχείο και ρωτάνε τον ξενοδόχο αν έχει τρία δωμάτια.
- Όχι, λέει ο ξενοδόχος, αυτή την στιγμή έχουμε μόνο ένα δωμάτιο άδειο... Και μάλιστα αυτό το δωμάτιο είναι άδειο επειδή έχει ένα φάντασμα και τρομάζει τους επισκέπτες!
- Α, εμείς δεν μασάμε, λένε ο Τούρκος, ο Γερμανός και ο Έλληνας. Θα το νοικιάσουμε.
Πηγαίνει πρώτος ο Τούρκος στο δωμάτιο.
Ακούει θορύβους, ήχους περίεργους...
Ξαφνικά εμφανίζεται ένα φάντασμα.
- Ουυυυ... Είμαι το φάντασμα με το μαύρο μάτι.
Τρομάζει ο Τούρκος, πηδάει από το παράθυρο.
Πηγαίνει μετά ο Γερμανός στο δωμάτιο.
Ακούει θορύβους, ήχους περίεργους...
Μετά εμφανίζεται και το φάντασμα.
- Ουυυυ... Είμαι το φάντασμα με το μαύρο μάτι.
Τρομάζει και ο Γερμανός, πηδάει και αυτός από το παράθυρο.
Πηγαίνει ο Έλληνας στο δωμάτιο.
Ακούει θορύβους, ήχους περίεργους...
Εμφανίζεται πάλι το φάντασμα:
- Ουυυυ... Είμαι το φάντασμα με το μαύρο μάτι.
- Σκάσε, του λέει ο Έλληνας, μην σου μαυρίσω και το άλλο μάτι!
Ένας Γερμανός, ένας Ιταλός και ένας Έλληνας: παίρνουν την θαρραλέα απόφαση να ζητήσουν σε γάμο (με την ανάλογη προίκα Φυσικά) την κόρη του βασιλιά.
Ο βασιλιάς όμως, δεν θέλει να τη δώσει απλώς, αλλά τους ζητά να περάσουν από μια δοκιμασία.
- «Από την κορυφή του πύργου θα πετάξετε αυτό το ρολόι. Όποιος προλάβει και το πιάσει πριν ακουμπήσει κάτω στο χώμα θα πάρει τη κόρη μου αλλιώς... χλαπ!».
Δεν μπορούσαν να κάνουν πίσω, τέλος πάντων, ο Γερμανός πετά το ρολόι, τρέχει, τρέχει,
Κατεβαίνει σκαλοπάτια (ψηλός ο άτιμος ο πύργος), φτάνει κάτω, τον περιμένουν οι φρουροί και το ρολόι χάμω, χλαπ! Ο Ιταλός, πετά το ρολόι πολύ ψηλά, τρέχει, τρέχει, τρέχει, φτάνει κάτω, το ρολόι έχει φτάσει προ πολλού, χλαπ! Ο
Έλληνας,
Παίρνει το ρολόι, το σκαλίζει, το ρίχνει από το πύργο, κατεβαίνει άνετος, πιάνει το ρολόι, και ξανανεβαίνει στην κορυφή. «Μπράβο μπράβο!», λέει ο βασιλιάς.
- «Μα, πώς τα κατάφερες;»
- «Απλό. Το έβαλα 10 λεπτά πίσω»
Ήταν τρεις Πόντιοι και έτρεχαν να σωθούν από τρεις Γερμανούς. Ξαφνικά εκεί που έτρεχαν, βλέπουν μπροστά τους ένα πηγάδι.
- "Γρήγορα να μπούμε μέσα να κρυφτούμε", λένε, και μπαίνουν.
Μετά από κανένα 5λεπτο έρχονται και οι Γερμανοί και κάθονται πάνω από το πηγάδι.
- "Ωχ!" λένε οι Πόντιοι.
- "Τώρα την κάτσαμε. Για να μην μας καταλάβουν, το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να ακούμε τι θα λένε και να κάνουμε την ηχώ. Έτσι θα πιστεύσουν ότι το πηγάδι είναι άδειο."
Συμφωνούνε τελικά να το κάνουνε. Αρχίζει λοιπόν να μιλάει ο πρώτος Γερμανός.
- "Πού να πήγαινε; Μήπως πήγαν στο βουνό;"
Κάνει κι ο πρώτος Πόντιος:
- "Μήπως πήγαν στο βουνό, στο βουνόοοοο;"
Λέει ο δεύτερος Γερμανός:
- "Μήπως μπήκαν στο πηγάδι;"
Κάνει κι ο δεύτερος Πόντιος:
- "Μήπως μπήκαν στο πηγάδι, στο πηγάααδιιι;"
Λέει κι ο τρίτος Γερμανός:
- "Ας ρίξουμε μια χειροβομβίδα να βεβαιωθούμε!"
Κάνει κι ο τρίτος Πόντιος:
- "Μήπως πήγαν στο βουνοοό;"
Ήταν ένας Γερμανός, ένας Γάλλος κι ένας Έλληνας και μετά από ένα ατύχημα που είχαν πέθαναν και οι τρεις. Εμφανίζεται ξαφνικά μπροστά τους ο άγιος Πέτρος και τους λέει:
- Θα σας δώσω από μια ευκαιρία να δούμε αν θα πάτε στον παράδεισο ή στην κόλαση. Θα πετάξετε και οι τρεις από ένα αντικείμενο μέσα στη θάλασσα κι εγώ θα βούτηξω να το βρω. Αν το βρω θα πάτε στην κόλαση, αν όμως δεν το βρω θα πάτε στον παράδεισο.
Συμφώνησαν και οι τρεις με την πρόταση του αγίου και άρχισαν να σκέφτονται τι να πετάξουν.
Πρώτος ήταν ο Γερμανός που πέταξε στη θάλασσα ένα κουμπί. Βουτάει ο άγιος Πέτρος και μετά από μισή ώρα βγαίνει με το κουμπί στο χέρι.
- Δυστυχώς για σένα το βρήκα κι έτσι θα πας στην κόλαση, του λέει.
Μετά ήρθέ η σειρά του Γάλλου ο οποίος αφού είδε πως ο άγιος βρήκε κάτι τόσο μικρό όσο ένα κουμπί, αποφάσισε να πετάξει μια τρίχα. Βουτάει ο άγιος, περνάει μια ώρα, περνάνε δυο ώρες και στο τέλος βγαίνει πάλι με την τρίχα στο χέρι.
- Κι εσύ δεν τα κατάφερες, άρα κι εσύ θα πας στην κόλαση, είπε και στον Γάλλο.
Τέλος ήρθε η σειρά του Έλληνα ο οποίος πέταξε κάτι μέσα στη θάλασσα. Βουτάει ο άγιος, περνάνε γύρω στις πέντε ώρες και στο τέλος βγαίνει χωρίς να κρατάει τίποτε στα χέρια του.
- Δεν μπόρεσα να βρω αυτό που πέταξες και θα πας στον παράδεισο, όμως μπορείς σε παρακαλώ να μου λύσεις την απορία και να μου πεις τι ήταν; τον ρωτάει.
Και η απάντηση του Έλληνα:
- Depon αναβράζον!
Η πιο πετυχημένη εγχείρηση!
Τρεις διακεκριμμένοι πλαστικοί χειρούργοι συζητούσαν για τις επιτυχίες τους.
Λέει ο Γερμανός:
- Στο ιατρείο μου ήρθε κάποιος με τεράστια αυτιά σαν γαϊδάρου. Με παρακάλεσε να του τα φτιάξω κανονικά. Τον έβαλα στο χειρουργείο μου και κόψε-ράψε-κόψε-ράψε, του εφτιαξα κανονικά αυτιά.
- Ασε, του λέει ο Γάλλος, σε μένα ήρθε ένας ο οποίος ειχε μια γλώσσα μισό μέτρο και διχαλωτή! Δύσκολη επέμβαση, αλλά κόψε-ράψε-κόψε-ράψε κατάφερα και του έφτιαξα μια κανονική γλώσσα.
Ηρθε η σειρά του Έλληνα ο οποίος είπε:
- Αυτά συνάδελφοι δεν είναι τίποτε. Μία ημέρα ήρθε κάποιος στο ιατρείο μου και μου είπε:
"Γιατρέ, θέλω να κάνεις τα αρχίδια μου όταν περπατάω να σέρνονται στο χώμα".
- Μη μου πείς οτι τα κατάφερες; ρώτησαν με απορία οι άλλοι.
- Ε, κόψε-ραψε-κόψε-ράψε, του έκανα τα πόδια 2 εκατοστά...
- Υπήρχαν κάποτε 3 νέοι , ένας Aγγλος ,ένας Γερμανός και ένας Πόντιος που ήθελαν να γίνουν μέλη μιας μυστικής οργάνωσης, έπρεπε όμως να μην προδώσουν το μυστικό αριθμό που τους είχαν πει.
- Ο αρχηγός διάταξε να βασανίσουν το πρώτο (Aγγλο) για να δουν αν θα ομολογούσε, έτσι κι έγινε. Όμως πριν καν τελειώσει η πρώτη μέρα δεν άντεξε και ομολόγησε. Την δεύτερη μέρα ήρθε η σειρά του Γερμανού, μα ούτε και εκείνος άντεξε και ομολόγησε.-Την τρίτη μέρα ήταν η σειρά του Πόντιου. Τον βασάνισαν την πρώτη μέρα, την δεύτερη την τρίτη συνέχισαν και την επόμενη εβδομάδα αλλά δεν ομολογούσε. Μετά αφού είχε περάσει ένας ολόκληρος χρόνος ο βοηθός αναγκάστηκε να το πάει στον αρχηγό και να του πει ότι βρήκαν τον κατάλληλο. Έτσι ο αρχηγός αποφάσισε να πάει και να τον συγχαρεί αυτοπρόσωπος, φτάνοντας όμως στο κελί του, είδε τον πόντιο να χτυπάει την κεφάλι του στον τοίχο λέγοντας:
- Θυμήσου ρε μα**κα ,θυμήσου!