Bρισκόμαστε σε ένα πανευρωπαϊκό διαγωνισμό μαέστρων. A κάθε μαέστρος πρέπει να καταλάβει το εσκεμμένο λάθος που κάνει κάποιο όργανο από την ορχήστρα.
Πρώτος διευθύνει ο γερμανός. Σε κάποιο σημείο, ενώ η ορχήστρα εκτελούσε το κομμάτι, τη σταματάει απότομα και λέει:
- Tο τρίτο βιολί στο εικοστό τρίτο μέρος έπαιξε Nτο δίεση ενώ έπρεπε να παίξει Nτο φυσικό.
Δεύτερος ο ιταλός, ενώ η ορχήστρα έπαιζε το κομμάτι, τη σταματάει απότομα και λέει:
- Tο βιολοντσέλο στο πεντηκοστό έβδομο μέτρο έπρεπε να παίξει Λα δίεση αλλά δεν έπαιξε.
Mετά από αρκετούς, ήρθε και η σειρά του έλληνα. Eνώ η ορχήστρα εκτελούσε το κομμάτι κανονικά, ο μουσικός με τα κρουστά σηκώνεται όρθιος και χτυπά με δύναμη τα δυο ταψιά που κρατούσε στα χέρια του.
Aμέσως ο έλληνας μαέστρος σταματά την εκτέλεση και ρωτάει νευριασμένος:
- ΠOIOΣ το έκανε αυτό;
Ηταν ένα Γερμανός, ένας Ιταλός και ένας πόντιος και έκαναν αγώνες τοξοβολίας. Βάζουν σε κάποια απόσταση έναν άνθρωπο με ένα μήλο στο κεφάλι.
Πάει πρώτα ο Γερμανός από κάποια απόσταση, σημαδεύει και πετυχένει το μήλο. Ανεβαίνει στο βάθρο και λέει:
- Άι εμ Ρομπιν Χουντ!
Πάει ο Ιταλός από πιο μακριά σημαδεύει και πετυχαίνει το μήλο. Ανεβαίνει και αυτός στο βάθρο και λέει:
- Άι εμ Γουλιέλμος, τέλος!
Πάει και ο πόντιος από πιο μακριά σημαδεύει και πετυχένει τον άνθρωπο. Ανεβαίνει και αυτός στο βάθρο και λέει:
- Άι εμ... Σόρι..!
Είχαν μια φορά συμβούλιο οι Γερμανοί, αγανακτισμένοι με τους Πόντιους. Λέει ο Γερμανός διευθυντής:
- Κάτι πρέπει να κάνουμε γιατί αυτοί οι Πόντιοι έχουν ξεπεράσει τους πάντες σε βλακεία. Είναι πάντα στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος. Πρέπει λοιπόν να βρούμε κάτι το οποίο να είναι τόσο μεγάλη βλακεία ώστε οι Πόντιοι να μην μπορέσουν να μας φτάσουν.
Συμφώνησαν και άρχιζαν όλοι να κατεβάζουν ιδέες. Ο διευθυντής τους άκουγε αλλά δεν ήταν ικανοποιημένος. Ώσπου σε μια στιγμή κάποιος λέει το πιο βλακώδες:
- Το βρήκα! να φτιάξουμε μια γέφυρα πάνω από την έρημο Σαχάρα, λέει.
Κατενθουσιασμένοι όλοι άρχισαν να χειροκροτάνε. Και αφού ο διευθυντής συμφώνησε, άρχισαν οι εργασίες. Μετά από 3 χρόνια που τελείωσε η γέφυρα έγραφαν οι εφημερίδες όλου του κόσμου:
Τεράστια η βλακεία των Γερμανών! Έφτιαξαν μια γέφυρα πάνω από την έρημο Σαχάρα. Ακόμα μεγαλύτερη όμως η βλακεία των Ποντίων.
Βρέθηκε Πόντιος να ψαρεύει πάνω από τη γέφυρα..!
Η γριά και ο Γερμανός .
Σε ένα κουπέ ενός τρένου τυχαίνει να κάθονται από την μια μεριά ένας Έλληνας και ένας Γερμανός και από την άλλη μια γρια 80 χρόνων και μια εικοσάχρονη γκομενάρα με ένα σούπερ μίνι και πόλη προκλητική . Όλα αυτά τα άτομα δεν είχαν καμία σχέση μεταξύ τους . Απλώς έτυχε να βρεθούν μαζί . Όλη την ώρα ο Έλληνας και ο Γερμανός έτρωγαν την γκόμενα με τα μάτια τους , αλλά δεν τολμούσαν να κάνουν κάτι λόγο της γριάς . Σε κάποια στιγμή το τρένο μπαίνει σε ένα τούνελ και τοτε μέσα στο βαθύ σκοτάδι ακούγεται :
- Σπλατςς ! ακούγεται ο ήχος μιας σφαλιάρας ... Σκέφτεται λοιπόν ο Έλληνας :
- Ο άτιμος ο Γερμανός βρήκε την ευκαιρία τώρα με το σκοτάδι , έβαλε χέρι στην μικρή και αυτή του έριξε σφαλιάρα !Σκέφτεται ο Γερμανός :
- Ο πού**ς ο Έλληνας έβαλε χέρι στην μικρή … κι έφαγα εγώ την σφαλιάρα !Σκέφτεται η γκόμενα :
- Κάποιος από τους δυο αυτούς τους μαλακές πήγε να βάλει χέρι σε εμένα , το έβαλε κατά λάθος στην γριά και η γριά του έριξε σφαλιάρα !Σκέφτεται και η γριά :Κουφάλα Γερμανέ … Από την κατοχή στην χρωστούσα !
Κάποτε ήταν ένας Γερμανός, ένας Ιταλός και ένας Έλληνας και τους έπιασε ένας βασιλιάς, τους πηγαίνει σε ένα μέρος που βρωμούσε απίστευτα και τους λέει:
- Κανένας δεν έχει διασχίσει αυτόν τον βάλτο. Όποιος πηδήξει και διασχίσει τον βρωμερό βάλτο με τους λευκούς καρχαρίες, τις βδέλλες και τους κροκόδειλους θα κερδίσει το βασίλειό μου.
Δεν πηδάει κανείς.
Ξαναλέει ο βασιλιάς:
- Όποιος πηδήξει και διασχίσει τον βρωμερό βάλτο με τους λευκούς καρχαρίες, τις βδέλλες και τους κροκόδειλους θα κερδίσει το βασίλειό μου ή έναν μαλάκα!
Πηδάει ο Έλληνας, τον κυνηγάν οι καρχαρίες, οι κροκόδειλοι, τον πλησιάζουν, ίσα που προλαβαίνει και βγαίνει στην άλλη πλευρά ματωμένος και ταλαιπωρημένος.
- Μπράβο, λέει ο βασιλιάς. Κανένας άλλος δεν είχε ποτέ διασχίσει τον βρωμερό βάλτο με τους λευκούς καρχαρίες, τις βδέλλες και τους κροκόδειλους. Τι θες λοιπόν; Το βασίλειό μου, ή έναν μαλάκα;
- Έναν μαλάκα!
- Έναν μαλάκα;
- Ναι, τον μαλάκα που με έσπρωξε στον βάλτο!
Επί εποχής ψυχρού πολέμου, η C. I. A. συλλαμβάνει 3 κατασκόπους: ένα Ρώσο, έναν ανατολικό Γερμανό και ένα Πόντιο.
Αφού τους μετέφεραν στα κρατητήρια της C. I. A., ξεκίνησαν την ανάκριση πρώτα με τον Ρώσο, επειδή τον θεώρησαν ως τον πιο δύσκολο. Ξύλο, ανάκριση, βασανιστήρια. Μετά από 10 μέρες τα "ξέρασε" όλα.
Στη συνέχεια, σειρά είχε ο Γερμανός. Χρησιμοποίησαν την ίδια μέθοδο και σ` αυτόν και στις 7 ημέρες "έσπασε" και αυτός.
Τελευταίος έμεινε ο Πόντιος. Ξεκίνησαν με την ίδια μέθοδο. Πέρασε μία εβδομάδα, δύο εβδομάδες, αλλά τίποτε, ούτε μιλιά ο Πόντιος. Οπότε έγινε συμβούλιο στην C. I. A., για να βρουν με ποιόν τρόπο θα "σπάσει" ο Πόντιος.
Αποφάσισαν να τοποθετήσουν κρυφές κάμερες στο κελί του και να αλλάξουν τον τρόπο ανάκρισης. Έτσι και έγινε. Την επομένη ημέρα, τον πηγαίνουν σε άλλη αίθουσα, του προσφέρουν ένα πολυτελές πρωινό, πούρα, τον καλοπιάνουν και στη συνέχεια πάνω που χαλάρωσε ο Πόντιος, του ζητούν να τους δώσει ονόματα. Πάλι όμως δεν είχαν αποτέλεσμα.
Εξοργισμένοι οι πράκτορες, τον σαπίζουν στο ξύλο και τον πετούν αναίσθητο στο καινούργιο του κελί. Μαζεύονται λοιπόν οι ειδικοί σ` αυτά τα θέματα, για να παρακολουθήσουν από τις κάμερες τι θα κάνει ο Πόντιος στο κελί του.
Μόλις λοιπόν συνήλθε ο Πόντιος, σηκώθηκε, πήρε φόρα και άρχισε να χτυπά το κεφάλι του στον τοίχο φωνάζοντας:
- "Θυμήσου ρε μαλάκα. Θυμήσου, γιατί θα σε σαπίσουν στο ξύλο!"
Ήταν μια φορά ένας Άγγλος, ένας Γερμανός και ένας πόντιος, και είχαν χαθεί στη ζούγκλα. Σε μια στιγμή βλέπουν ένα λιοντάρι. Πιάνει ο Άγγλος μια πέτρα και την πετάει στο λιοντάρι, αυτή το πετυχαίνει στο δόξα πατρί και το λιοντάρι πέφτει κάτω νεκρό. Ενθουσιασμένοι οι άλλοι δύο, κοιτάζουν τον Άγγλο όλο απορία και συνεχίζουν να περπατάνε.
Μετά από λίγο βλέπουν ακόμα ένα λιοντάρι, πιο μεγάλο αυτή τη φορά, να έρχεται κατά πάνω τους. Πιάνει ο Γερμανός μια πέτρα, πιο μεγάλη, την πετάει στο λιοντάρι και αυτό πέφτει κάτω ξερό. Κατενθουσιασμένοι οι άλλοι δύο και χωρίς φόβο πλέον, συνεχίζουν το περπάτημα.
Σε λίγο, βλέπουν μια αγέλη από λιοντάρια να έρχεται κατά πάνω τους. Πανικοβλημένοι τώρα, κοιτάζουν γύρω τους και σκέφτονται:
- Ούτε πέτρες, ούτε ξύλα, ούτε ... Τίποτα δε μας σώζει τώρα. Να το βάλουμε στα πόδια!
Αρχίζουν, λοιπόν, να τρέχουν. Ο Άγγλος και ο Γερμανός βρίσκουν ένα ψηλό δέντρο και σκαρφαλώνουν πάνω του, ο πόντιος, όμως, κάθεται από κάτω.
- Βρε, ανέβα πάνω, του λένε οι άλλοι.
- Όχι, απαντά ο πόντιος.
Τα λιοντάρια συνεχίζουν να πλησιάζουν.
- Ανέβα πάνω, του ξαναλένε, θα `ρθουν και θα σε φάνε.
- Γιατί! Εγώ έριχνα τις πέτρες;, απαντά ο πόντιος.
Ενώ τα spreads των ελληνικών ομολόγων έφτασαν στα ύψη: Τρεις μπογιατζήδες - ένας Αλβανός, ένας Γερμανός και ένας Έλληνας- πέθαναν και πήγαν στον Παράδεισο. Ο Αγιος Πέτρος τους άνοιξε την πόρτα.
- Καλώς τα παιδιά. Επιτέλους ήρθαν και τρεις χρήσιμοι άνθρωποι. Ρε παιδιά θέλω να βάψω την πόρτα του Παράδεισου.
- Για πες μου, λέει του Αλβανού, πόσα θέλεις για να τη βάψεις;
- 600 ευρώ, λέει ο Αλβανός...
- 600; Πώς τα λογάριασες;
- Nα: 400 για μένα και 200 τα υλικά.
- Εσύ, λέει του Γερμανού, πόσα θέλεις ;
- 900 ευρώ: 300 για μένα, 300 στην εφορία και 300 τα υλικά.
- Και εσύ, λέει του Έλληνα, πόσα θέλεις ;
- 3.000 ευρώ Αγιε Πέτρο.
- 3.000; Τρελός είσαι; Πώς τα λογάριασες;
- Αγιε Πέτρο, έλα πιο κοντά να μην μας ακούν.
Ο Αγιος Πέτρος πήγε κοντά του και ο Έλληνας του ψιθυρίζει:
- Ακουσε να δεις: 1.000 για σένα, 1.000 για μένα, 400 στο Γερμανό για να το βουλώσει και 600 θα δώσουμε στον Αλβανό για να βάψει την πόρτα...
Είμαστε στην Γερμανική κατοχή. Τρεις πόντιοι ψάχνουν να κρυφτούν από τους γερμανούς. Δεν ξέρουν που να πάνε, οπότε καθώς τρέχουν βλέπουν ξαφνικά ένα πηγάδι. Λέει ο ένας:
- Παιδιά εγώ λέω να πέσουμε και να κρυφτούμε εκεί μέσα, έτσι δεν θα μας βρούνε.
- Μα τα πηγάδια κάνουν αντίλαλο έτσι όπως είναι άδεια, διαφωνεί ο δεύτερος, άμα μπούμε μέσα δεν θα κάνουν και θα μας καταλάβουν...
- Έλα βρε βλάκα, λέει ο τρίτος, άμα έρθουν από πάνω και αρχίσουν να μιλάνε, θα λέμε ακριβός ότι λένε και θα είναι σαν αντίλαλος.
Μπαίνουν λοιπόν οι πόντιοι μέσα στο πηγάδι. Κάποια στιγμή καταφθάνουν τρεις Γερμανοί και στέκονται από πάνω. Λέει ο ένας:
- Που να πήγαν αυτοί οι πόντιοι;
- Που να πήγαν αυτοί οι πόντιοι; (αντιλαλούν από κάτω τα ξεφτέρια...)
- Ρε μπας και πήγαν στο βουνό; λέει ο δεύτερος γερμανός.
- Ρε μπας και πήγαν στο βουνό; (λένε οι πόντιοι)
Οπότε γυρίζει άνετος ο τρίτος γερμανός και λέει:
- Έλα μωρέ ας ρίξουμε μια χειροβομβίδα και είτε είναι εκεί μέσα είτε όχι εμείς χεστήκαμε.
- Ρε μπας και πήγαν στο βουνό; ... λένε δυνατά οι πόντιοι...
Ο Χριστός στην Γη.
Ο Χριστός κατεβαίνει στη Γη για να τσεκάρει γενικώς την κατάσταση. Μπαίνει σε ένα μπαράκι όπου μπεκροπίνουν ένας Γερμανός, ένας Γάλλος και ένας Έλληνας. Κάθεται στην μπάρα και ο Χριστός, ξανθός, μακρυμάλλης, ψιλολετσέ, τον βλέπει ο Γερμανός και λεει του μπάρμαν:
- Κέρασε, ρε, το παλικάρι μια μπιρίτσα, γιατί τον βλέπω διψασμένο!
Κερνάει ο μπάρμαν, πίνει ο Χριστός, όλα καλά.
Ύστερα από λίγο, φωνάζει ο Γάλλος στον μπάρμαν:
- Κέρασε, ρε, το παλικάρι ένα μπουκάλι κρασί. Ντροπή να κάθεται στον πάγκο έτσι σκέτος, χρονιάρες μέρες.
Κερνάει ο μπάρμαν, πίνει ο Χριστός, όλα καλά. Ύστερα από λίγο, πετιέται και ο Έλληνας:
- Κέρασε, ρε, λέει του μπάρμαν, το παλικάρι ένα καραφάκι ούζο με μια σπέσιαλ ποικιλία, γιατί τον βλέπω πεινασμένο και δεν κάνει...
Πίνει ο Χριστός, τρώει και μετά σηκώνεται. Πάει στο τραπέζι της παρέας και αγγίζει τον Γερμανό στον ώμο. Αυτός πετιέται, του φιλάει το χέρι και του λέει:
- Χριστέ μου! Σε ευχαριστώ! Τώρα κατάλαβα ποιος είσαι που μου πέρασαν μεμιάς τα αρθριτικά μου!
Αγγίζει και τον Γάλλο στον ώμο ο Χριστός, πετιέται αυτός, του φιλάει το χέρι και του λεει:
- Χριστέ μου! Σε ευχαριστώ! Πάει το άσθμα μου, πέρασε! Το νιώθω!
Κάνει να αγγίξει και τον Έλληνα ο Χριστός, οπότε τραβιέται πίσω αυτός και λεει:
- Χριστούλη μου, να σαι καλά, αλλά... χειρονομίες δεν γουστάρω! Είδα κι έπαθα να τη βγάλω την... αναπηρική σύνταξη!