Ήταν κάποτε ένας δισεκατομμυριούχος που είχε όλα του τα λεφτά σε δεκάρες. Έπρεπε να αγοράσει ένα σπίτι. Αφού έψαξε και βρήκε ένα σπίτι που του άρεσε πήγε να μάθει την τιμή.
- Πόσο έχει αυτό το σπίτι;
- 30.000.000
Βγάζει τα λεφτά του κι αρχίσει και μετράει:
- Μια δεκάρα, δύο δεκάρες, τρεις δεκάρες, τέσσερις δεκάρες, πέντε δεκάρες, έξι δεκάρες, εφτά δεκάρες, οκτώ δεκάρες, εννιά δεκάρες, μία δραχμή ...
Ο πωλητής τον σταματάει και του λέει:
- Εεεεε τι κάνεις εκεί. Δεν είσαι καλά που θα μου δώσεις 30.000.000 σε δεκάρες. Τρελός είσαι;
- Νευράκια, νευράκια; Ξέρεις ότι ο νόμος σου απαγορεύει να αρνηθείς νόμιμο χρήμα; Ή δέχεσαι την πληρωμή ή μου δίνεις το σπίτι τζάμπα.
Μετά από αυτό έπρεπε να επισκευάσει το σπίτι. Πήγε σε έναν από τους καλύτερους αρχιτέκτονες και ρώτησε:
- Πόσα θες για να μου φτιάξεις το σπίτι;
- 30.000.000
Βγάζει τα λεφτά του κι αρχίσει και μετράει:
- Μια δεκάρα, δύο δεκάρες, τρεις δεκάρες, τέσσερις δεκάρες, πέντε δεκάρες, έξι δεκάρες, εφτά δεκάρες, οκτώ δεκάρες, εννιά δεκάρες, μία δραχμή ...
Ο αρχιτέκτονας τον σταματάει και του λέει:
- Εεεεε τι κάνεις εκεί. Δεν είσαι καλά που θα μου δώσεις 30.000.000 σε δεκάρες. Τρελός είσαι;
- Νευράκια, νευράκια; Ξέρεις ότι ο νόμος σου απαγορεύει να αρνηθείς νόμιμο χρήμα; Ή δέχεσαι την πληρωμή ή μου το επισκευάζεις τζάμπα.
Μετά από αυτό έπρεπε να αγοράσει έπιπλα για το σπίτι. Πήγε σε έναν από τους καλύτερους επιπλοποιούς και ρώτησε:
- Πόσο έχουν αυτά τα έπιπλα;
- 10.000.000
Βγάζει τα λεφτά του κι αρχίσει και μετράει:
- Μια δεκάρα, δύο δεκάρες, τρεις δεκάρες, τέσσερις δεκάρες, πέντε δεκάρες, έξι δεκάρες, εφτά δεκάρες, οκτώ δεκάρες, εννιά δεκάρες, μία δραχμή ...
Ο πωλητής τον σταματάει και του λέει:
- Εεεεε τι κάνεις εκεί. Δεν είσαι καλά που θα μου δώσεις 10.000.000 σε δεκάρες. Τρελός είσαι;
- Νευράκια, νευράκια; Ξέρεις ότι ο νόμος σου απαγορεύει να αρνηθείς νόμιμο χρήμα; Ή δέχεσαι την πληρωμή ή μου δίνεις τα έπιπλα τζάμπα.
Μετά από αυτό έπρεπε να αγοράσει ένα αυτοκίνητο. Πήγε στην αντιπροσωπεία της Ρολς Ρόις και ρώτησε.
- Πόσο έχει αυτή η Ρολς Ρόις;
- 80.000.000
Βγάζει τα λεφτά του κι αρχίσει και μετράει:
- Μια δεκάρα, δύο δεκάρες, τρεις δεκάρες, τέσσερις δεκάρες, πέντε δεκάρες, έξι δεκάρες, εφτά δεκάρες, οκτώ δεκάρες, εννιά δεκάρες, μία δραχμή...
Ο πωλητής τον σταματάει και του λέει:
- Εεεεε τι κάνεις εκεί. Δεν είσαι καλά που θα μου δώσεις 80.000.000 σε δεκάρες. Τρελός είσαι;
- Νευράκια, νευράκια; Ξέρεις ότι ο νόμος σου απαγορεύει να αρνηθείς νόμιμο χρήμα; Ή δέχεσαι την πληρωμή ή μου δίνεις τη Ρολς Ρόις τζάμπα.
Μετά από αυτό έπρεπε να αγοράσει ένα εξοχικό. Αφού έψαξε και βρήκε ένα εξοχικό που του άρεσε πήγε να μάθει την τιμή.
- Πόσο έχει αυτό το σπίτι;
- 100.000.000
Βγάζει τα λεφτά του κι αρχίσει και μετράει:
- Μια δεκάρα, δύο δεκάρες, τρεις δεκάρες, τέσσερις δεκάρες, πέντε δεκάρες, έξι δεκάρες, εφτά δεκάρες, οκτώ δεκάρες, εννιά δεκάρες, μία δραχμή ...
Ο πωλητής τον σταματάει και του λέει:
- Εεεεε τι κάνεις εκεί. Δεν είσαι καλά που θα μου δώσεις 100.000.000 σε δεκάρες. Τρελός είσαι;
- Νευράκια, νευράκια; Ξέρεις ότι ο νόμος σου απαγορεύει να αρνηθείς νόμιμο χρήμα; Ή δέχεσαι την πληρωμή ή μου δίνεις το εξοχικό τζάμπα.
Μετά από αυτό έπρεπε να επισκευάσει το εξοχικό. Πήγε σ έναν από τους καλύτερους αρχιτέκτονες, όχι στον προηγούμενο γιατί δεν τον δέχτηκε και
Ρώτησε:
- Πόσα θες για να μου φτιάξεις το σπίτι;
- 80.000.000
Βγάζει τα λεφτά του κι αρχίσει και μετράει:
- Μια δεκάρα, δύο δεκάρες, τρεις δεκάρες, τέσσερις δεκάρες, πέντε δεκάρες, έξι δεκάρες, εφτά δεκάρες, οκτώ δεκάρες, εννιά δεκάρες, μία δραχμή...
Ο αρχιτέκτονας τον σταματάει και του λέει:
- Εεεεε τι κάνεις εκεί. Δεν είσαι καλά που θα μου δώσεις 80.000.000 σε δεκάρες. Τρελός είσαι;
- Νευράκια, νευράκια; Ξέρεις ότι ο νόμος σου απαγορεύει να αρνηθείς νόμιμο χρήμα; Ή δέχεσαι την πληρωμή ή μου το επισκευάζεις τζάμπα.
Μετά από αυτό έπρεπε να αγοράσει έπιπλα για το εξοχικό. Πήγε σε έναν από τους καλύτερους επιπλοποιούς και ρώτησε:
- Πόσο έχουν αυτά τα έπιπλα;
- 15.000.000
Βγάζει τα λεφτά του κι αρχίσει και μετράει:
- Μια δεκάρα, δύο δεκάρες, τρεις δεκάρες, τέσσερις δεκάρες, πέντε δεκάρες, έξι δεκάρες, εφτά δεκάρες, οκτώ δεκάρες, εννιά δεκάρες, μία δραχμή ...
Ο πωλητής τον σταματάει και του λέει:
- Εεεεε τι κάνεις εκεί. Δεν είσαι καλά που θα μου δώσεις 15.000.000 σε δεκάρες. Τρελός είσαι;
- Νευράκια, νευράκια; Ξέρεις ότι ο νόμος σου απαγορεύει να αρνηθείς νόμιμο χρήμα; Ή δέχεσαι την πληρωμή ή μου δίνεις τα έπιπλα τζάμπα.
Μετά έπρεπε να αγοράσει ένα σκάφος. Κουραστήκατε; Κάποια στιγμή, ενώ διηγείστε το ανέκδοτο, ο ακροατής θα κουραστεί και θα πει:
- Αντε τελείωνε, θα πάει μακριά η βαλίτσα;
Τότε κι εσείς απαντάτε:
- Νευράκια, νευράκια, δεν σου το λέω το ανέκδοτο για να μάθεις.
Μία συγκριτική μελέτη της συμπεριφοράς ανδρών-γυναικών στο σούπερ-μάρκετ:
Γυναίκες: 1. Προσπαθούν να παρκάρουν
2. Παίρνουν ένα καροτσάκι.
3. Το γεμίζουν με χρήσιμα πρ άγματα σε χρόνο ρεκόρ.
4. Βάζουν τα ψώνια στις σακούλες με απόλυτα λογικό τρόπο (ό,τι είναι
5. Πληρώνουν.
6. Γυρίζουν στο σπίτι
7. Αδειάζουν τις σακούλες και τακτοποιούν τα ψώνια.
Αντρες:
1. Παρκάρουν.
2. Μπαίνουν στο σούπερμάρκετ...
3. Ξαναβγαίνουν για να πάρουν καροτσάκι
4. Αντιλαμβάνονται ότι δεν έχουν κέρμα.
5. Πηγαίνουν στο περίπτερο να κάνουν ψιλά
6. Βρίσκουν ευκαιρία και διαβάζουν το φίλαθλο (σε σπάνιες κλινικές περιπτώσεις την ημερησία και τον επενδυτή)
7. Παίρνουν το καροτσάκι.
8. Κάνουν όλες τις πιθανές διαδρομές στο σουπερμάρκετ (κατά μήκος, κατά πλάτος και διαγώνια)
9. Τελικά αγοράζουν ένα ζευγάρι κάλτσες, 2 κατεψυγμένες πίτσες, φιστίκια, λουκάνικα, μπύρες και ένα κόμικς
10. Δεν ασχολούνται με άχρηστα πράγματα όπως βούτυρο, γάλα, γιαούρτι, απορρυπαντικό και λοιπές αηδίες
11. Πηγαίνουν στο ταμείο με την πιο ξανθιά και εννοείται πιο αργή ταμία
12. Βάζουν στη σακούλα τις πίτσες μαζί με τις κάλτσες και το κόμικς
13. Γυρίζουν σπίτι
14. Βάζουν τις σακούλες σ ένα τραπέζι (ίσως πάλι νομίζουν ότι τα ψώνια θα βαρεθούν και θα βγουν μόνα τους).
15. Βάζουν όμως τις μπύρες στο ψυγείο (μα για τι τους περάσατε... για άσχετους
16. Την πέφτουν στον καναπέ με το κόμικς και τα φιστίκια και περιμένουν να κρυώσουν οι μπύρες...
Είστε ο διευθυντής προσωπικού; Η κατάσταση είναι πολύ απλή. Όλα τα προβλήματα σας θα λυθούν με το εξής τεστ.
Τοποθετείστε περίπου 100 τούβλα με κάποια συγκεκριμένη σειρά σε ένα κλειστό δωμάτιο με παράθυρο που να είναι ανοιχτό. Μετά στείλτε 2 με 3 υποψήφιους στο δωμάτιο και κλείστε τη πόρτα. Αφήστε τους μόνους, γυρίστε μετά από 6 ώρες και αναλύστε την κατάσταση:
Εάν μετράνε τα τούβλα, βάλτε τους στο λογιστήριο.
Εάν τα ξαναμετράνε, βάλτε τους στον εσωτερικό έλεγχο.
Εάν τα έχουν κάνει όλα τελείως χάλια, βάλτε τους στο μηχανολογικό.
Εάν κανονίζουν να βάλουν τα τούβλα με κάποια περίεργη σειρά, βάλτε τους στον σχεδιασμό.
Εάν πετάνε τα τούβλα ο ένας στον άλλον, βάλτε τους στο επιχειρησιακό κομμάτι.
Εάν κοιμούνται, βάλτε τους στην ασφάλεια.
Εάν έσπασαν τα τούβλα σε κομμάτια, βάλτε τους στη μηχανογράφηση.
Εάν κάθονται και δεν κάνουν τίποτα, βάλτε τους στη διαχείριση ανθρωπίνων πόρων - προσωπικό.
Εάν λένε ότι έχουν δοκιμάσει διάφορους συνδυασμούς, αλλά δεν έχει μετακινηθεί ούτε ένα τούβλο, βάλτε τους στις πωλήσεις.
Εάν έχουν ήδη φύγει, βάλτε τους στο μάρκετινκ.
Εάν κοιτάνε έξω από το παράθυρο, βάλτε τους στο στρατηγικό-μακρόπνοο σχεδιασμό.
Και τέλος, εάν μιλάνε μεταξύ τους και δεν έχουν κουνήσει ούτε ένα τούβλο, δώστε τους συγχαρητήρια και βάλτε τους στα υψηλότερα διευθυντικά κλιμάκια.
Μόναχο, ένα υγρό απόγευμ α σε ένα σιδηροδρομικό σταθμό. Ο κύριος Βασίλης Τσάπας, χρόνια τώρα μετανάστης στη Γερμανία, επιστρέφει στην πατρίδα, αφού έχει αποκτήσει μεγάλη περιουσία με σκληρή δουλειά. Ο σταθμός είναι σχεδόν άδειος και ο Βασίλης βαδίζει πάνω-κάτω αναμένοντας.
Σε μια στιγμή, το μάτι του αντιλαμβάνεται ένα ορθογώνιο κουτί, περίπου δύο μέτρα σε ύψος, ένα μέτρο πλάτος και άλλο τόσο βάθος (κάτι σαν αυτόματο πωλητή της pepsi), με πολλά λαμπιόνια, μια φωτεινή πινακίδα με scrolling message, μια σχισμή και ένα φαρδύ κόκκινο κουμπί. Το μήνυμα που κυλούσε στην πινακίδα έλεγε:
"Η μηχανή που γνωρίζει τα πάντα. Ρίξτε συνολικά δύο μάρκα σε κέρματα στη σχισμή και πατήστε το φαρδύ, κόκκινο κουμπί."
Παραξενεύτηκε ο Βασίλης, του περίσσευαν και μερικά μάρκα, στην πατρίδα του γυρνούσε, το τρένο δεν θα ερχότανε για δέκα λεπτά ακόμη, έριξε το αντίστοιχο των δύο μάρκων στη σχισμή και πάτησε το κουμπί. Το φωτεινό μήνυμα έσβησε, μετά ξανάναψε δείνοντας περίεργα ακατανόητα σχήματα, ξαναέσβησε, περίεργοι ήχοι ακούστηκαν, και τελικά το εξής μήνυμα άρχισε να κυλάει στον πίνακα (στα γερμανικά, πάντα):
"Είσαι ο Βασίλης Τσάπας, μετανάστης από την Ελλάδα, που πέρασες δεκαπέντε χρόνια δουλεύοντας σκληρά στο Μόναχο. Έχεις γυναίκα και δύο παιδιά στη Θεσσαλονίκη και περιμένεις το τρένο των 19:00 για να γυρίσεις σπίτι σου."
Ο Βασίλης κοκκάλωσε. Ανάπνευσε, κούνησε το κεφάλι του δεξιά και αριστερά, έβγαλε τα γυαλιά του, τα έτριψε, ψυχοψάχτηκε, ανέλυσε, αλλά η απορία του έμεινε: Πως είναι δυνατόν μία μηχανή στο σιδηροδρομικό σταθμό του Μονάχου να ξέρει τα πάντα για αυτόν;
Μονομιάς, μπαίνει μέσα στο σταθμό, χαλάει μερικά μάρκα ακόμη, πηγαίνει στις τουαλέτες, ανοίγει μία από τις βαλίτσες του, φοράει ένα εντελώς διαφορετικό παντελόνι, τρεις μπλούζες, από τις οποίες τη μία
Ανάποδα, χτενίζει τα μαλλιά του από την αντίθετη φορά, αντικαθιστά της αρβύλες του με ένα ζευγάρι δερμάτινα σαντάλια, βάζει όλα τα χαρτιά του (ταυτότητες, διαβατήρια, πιστωτικές κάρτες) μέσα στη βαλίτσα, παραδίδει τη βαλίτσα για φύλαξη και ξαναπάει μπρος στο μηχάνημα. Ρίχνει το αντίστοιχο δύο μάρκων στη σχισμή και πατάει το φαρδύ, κόκκινο κουμπί.
Το φωτεινό μήνυμα σβήνει, ξανανάβει δείνοντας περίεργα ακατανόητα σχήματα, ξανασβήνει, περίεργοι ήχοι ακούγονται, και τελικά το εξής μήνυμα αρχίζει να κυλάει στον πίνακα (στα γερμανικά, πάντα):
"Είσαι ο Βασίλης Τσάπας, μετανάστης από την Ελλάδα, που πέρασες δεκαπέντε χρόνια δουλεύοντας σκληρά στο Μόναχο. Εχεις γυναίκα και δύο παιδιά στη Θεσσαλονίκη και περιμένεις το τρένο των 19:00 για να γυρίσεις σπίτι σου."
Ο Βασίλης τα παίρνει. Τρεχάτος μπαίνει στο σταθμό, ανακτάει της βαλίτσες του από την υπηρεσία φύλαξης, μπαίνει στις τουαλέτες, βγάζει ένα μεγάλο ξυράφι, ξυρίζει το κεφάλι του, γδύνεται εντελώς, φοράει το πορτοκαλί ράσο που μόλις αγόρασε από το τμήμα σουβενίρ του σταθμού, και ξυπόλυτος τρέχει πίσω στο μηχάνημα, το οποίο μετά από την γνωστή διαδικασία αναβοσβήματος των λαμπιονιών του, δίνει την ίδια απαράλαχτη απάντηση:
"Είσαι ο Βασίλης Τσάπας, μετανάστης από την Ελλάδα, που πέρασες δεκαπέντε χρόνια δουλεύοντας σκληρά στο Μόναχο. Εχεις γυναίκα και δύο παιδιά στη Θεσσαλονίκη και περιμένεις το τρένο των 19:00 για να γυρίσεις σπίτι σου."
Τρελαίνεται. Αγοράζει ένα σετ αλυσίδες από το τμήμα σουβενίρ, μια ξανθή μακρυμάλλικη περούκα, δερμάτινο παντελόνι, μαντήλες, ραφτά iron maiden, τα φοράει όλα, υιοθετεί προσωρινά καμπoυριασμένο περπάτημα και κακόμοιρο ύφος και πλησιάζει το μηχάνημα. Ρίχνει το αντίστοιχο δύο μάρκων σε κέρματα στη σχισμή και πατάει το φαρδύ, τεράστιο και εχθρικό κόκκινο κουμπί. Η μηχανή σβήνει, ξανανάβει, θορυβεί, και ξανασβήνει. Κανει μια μετρήσιμη παύση και τελικά, με μεγάλα γράμματα το παρακάτω μήνυμα αρχίζει να κυλάει από τα δεξιά προς τα αριστερά πάνω στον πίνακα (στα γερμανικά, πάντα):
"Είσαι ο Βασίλης Τσάπας, μετανάστης από την Ελλάδα, που πέρασες δεκαπέντε χρόνια δουλεύοντας σκληρά στο Μόναχο. Εχεις γυναίκα και δύο παιδιά στη Θεσσαλονίκη, αλλά με τις αηδίες που έκανες έχασες το τρένο των 19:00 για θεσσαλονίκη και δεν θα γυρίσεις σπίτι σου. Τουλάχιστον όχι σήμερα."
- Πως θα έλεγαν τον Μπομπ το Μάστορα αν έμενε άνεργος;
- Μπομπ.
- Πως θα έλεγαν τον Μπομπ το Μάστορα αν ήταν ιερέας;
- Μπομπ ο πάστορας.
- Πως θα έλεγαν τον Μπομπ το Μάστορα αν ροκάνιζε δέντρα;
- Μπομπ ο κάστορας.
- Πως θα έλεγαν τον Μπομπ το Μάστορα αν ήταν είδος καθαρισμού;
- Μπομπ ο Σφουγγαράκης.
- Πως θα έλεγαν τον Μπομπ το Μάστορα αν κάπνιζε ένα μπάφο;
- Μπομπ ο μάστουρας.
- Πως θα έλεγαν τον Μπομπ το Μάστορα αν κάπνιζε ΠΟΛΛΑ μπάφα;
- Μπομπ Μάρλεϋ.
- Πως θα έλεγαν τον Μπομπ το Μάστορα αν έπινε μπύρες;
- Μπόμπυρας.
- Πως θα έλεγαν τον Μπομπ το Μάστορα αν φούσκωνε λάστιχα;
- Τρόμπομπ.
- Πως θα έλεγαν τον Μπομπ το Μάστορα αν ήταν από σίδερο και τα έσπαγε όλα;
- Τρόμποκοπ.
- Πώς θα έλεγαν το Μπομπ το Μάστορα αν ήταν φιλοχουντικός δημοσιογράφος;
- Μπόμπ Μαστοράκη.
- Πως θα έλεγαν τον Μπομπ το Μάστορα αν ήταν πούστης με ξανθό μαλλί;
- Μπίμπι Μπόμπ.
Ο παλιός δεσμοφύλακας ξεναγεί τον καινούργιο στην φυλακή.
Φτάνουν και στην καφετέρια, και βλέπει στην γωνία μία παρέα από ηλικιωμένους άνδρες να γελάν υστερικά.
Τους παρακολουθεί για να δει το αστείο, όσο ο παλιός δεσμοφύλακας πάει να φέρει τους δίσκους με το φαγητό.
Ένας από αυτούς φωνάζει "63!" και όλο το τραπέζι ξεραίνεται στα γέλια. Ο νέος δεσμοφύλακας είναι εξαιρετικά παραξενεμένος από αυτήν την συμπεριφορά. "74!" φωνάζει ένας άλλος και πάλι ακούγεται ένα ξέσπασμα γέλιων.
Γυρνάει ο παλιός δεσμοφύλακας με το φαγητό.
- Τι κάνουν αυτοί στην γωνία και γελάνε έτσι;
- Α, αυτοί είναι οι ισοβίτες, λέει ο παλιός δεσμοφύλακας. Είναι εδώ τόσο καιρό, που απλά αριθμούν τα ανέκδοτα.
Εκείνη την ώρα κάποιος στην παρέα λέει:
"2!". Δεν γελάει κανένας.
Σκύβει ο νέος δεσμοφύλακας και ρωτάει:
- Τι συνέβη τώρα;
Και απαντά ο παλιός:
- Ε, ξέρεις πως είναι, μερικοί δεν μπορούν να πουν ένα ανέκδοτο πετυχημένα...