Σε ένα παραθαλάσσιο χωριό της Σικελίας ένας άνθρωπος ψαρεύει. Καθώς ψαρεύει
Πιάνει κουβέντα με έναν που ψάρευε δίπλα του. Συζητούν για τα διάφορα
Προβλήματα και κυρίως για την ανεργία.
"Α", λέει ο άλλος," εμένα η δουλειά ποτέ δεν μου λείψε.
- Και τι κάνεις;
- Όταν οι φίλοι μου έχουν κάποιο πρόβλημα, εγώ τους το λύνω.
Και βγάζει ένα αυτόματο τελευταίας τεχνολογίας. Το δίνει στον άλλο να το
Δει. Αυτός κοιτάει μέσα από το στόχαστρο.
"Α, πώς φαίνονται όλα κοντά. Α, μέχρι και το σπίτι μου φαίνεται. Κι η
Γυναίκα μου. Είναι τελείως γυμνή. Α, την πουτάνα πηδιέται με τον ταχυδρόμο".
Στην αρχή μένει άναυδος, μετά αρχίζει να βρίζει και να καταριέται και στο
Τέλος ρωτάει τον ευγενικό κύριο πόσα θέλει για να του λύσει το πρόβλημα.
"100.000 για κάθε πάτημα της σκανδάλης".
"Ναι αλλά πρέπει να σημαδέψεις το στόμα της πουτάνας που δεν σταματάει να
Μιλάει και τον πούτσο του ταχυδρόμου"
Σημαδεύει, λοιπόν, και λέει:
- Αντε, τυχερός είσαι, θα γλυτώσεις 100.000
Βρισκόμαστε στις πύλες του παραδείσου ημέρα Τετάρτη που ο Αγιος Πέτρος αξιολογεί τις αμαρτίες κάποιων καλογριών πριν μπουν στον παράδεισο.
Είναι λοιπόν δέκα καλόγριες στη σειρά και ρωτάει ο Αγιος Πέτρος την πρώτη:
- Για πες μας εσύ Αννούλα τι αμαρτίες έχεις;
- Εγώ θυμάμαι στα νιάτα μου είχα δει κρυφά το πέος του ψάλτη, μόνο αυτό έχω κάνει.
- Για τιμωρία βλέπεις αυτό το καζάνι με καυτό νερό, θα πας και θα πλύνεις τα μάτια σου.
- Για πες μας εσύ Ιωάννα τι αμαρτίες έχεις;
- Εγώ όταν ήμουνα μικρή το έπιασα κιόλας το πέος του ψάλτη.
- Για τιμωρία εσύ θα βάλεις το χέρι σου μέσα στο καυτό νερό.
Ακούγεται μία φωνή από το βάθος από την τελευταία στην ουρά:
- Συγνώμη Αγιε μου, μπορώ να περάσω τώρα;
- Όχι τέκνο μου, θα έρθει η σειρά σου.
- Σας παρακαλώ είναι ανάγκη.
- Τι ανάγκη πια έχεις και βιάζεσαι τόσο πολύ;
- Να, θέλω να τιμωρηθώ πριν την Μάρθα που έχει σειρά τώρα, να κάνω τις γαργάρες μου πριν βάλει μέσα τον κώλο της...
Ήταν κάποτε μια οικογένεια σαν όλες τις άλλες, ευτυχισμένη, θεοσεβούμενη Μέχρι μια μέρα που η δεκάχρονη κόρη έκανε την ακόλουθη ανακοίνωση:
Δεν είμαι πια παρθένα!
Μια θανατική σιγή απλώθηκε σε όλο το σπίτι. Κι ύστερα άρχισαν οι επιπλήξεις: Ο μπαμπάς στη μαμά:
Δε ντρέπεσαι, γυναίκα του δρόμου, πουτάνα, τσούλα! Ντύνεσαι σαν πόρνη και Βάφεσαι σα γουρούνα με οίστρο. Για να μην αναφερθώ στο λεξιλόγιό σου. Λες Συνέχεια βρομόλογα και πετάς σεξουαλικά υπονοούμενα μπροστά στη μικρή!
Ο μπαμπάς στην εικοσάχρονη αδελφή της μικρής:
Κι εσύ μωρή πόρνη πολυτελείας που πηδιέσαι στον καναπέ μ εκείνον το μαλλιά Με τα σκουλαρίκια κάθε φορά που λείπουμε απ το σπίτι και όλα αυτά μπροστά Στη μικρή! Τις προάλλες βρήκα μωρή σπέρμα πάνω στο μαξιλάρι που κάθισα.
Για να μη μιλήσω για το δονητή που έχεις κρυμμένο στο συρτάρι σου. Ή νόμιζες Πως δεν το ήξερα;
Η μαμά στον μπαμπά:
Για μια στιγμή! Μιλάς εσύ που ξοδεύεις το μισό μισθό σου σε πουτάνες και τις Χαιρετάς μπροστά στο σπίτι μας και δεν σου καίγεται καρφί που η μικρή είναι Μπροστά και σας βλέπει! Που γυρνάς κάθε Παρασκευή με σημάδια από κραγιόν Στο λαιμό και κόκκινα σημαδάκια; Κι από τότε που βάλαμε στο σπίτι μας Δορυφορική κάθεσαι και βλέπεις τσόντες πρωί βράδυ κι όλα αυτά μπροστά στη Μικρή! Για να μην πω για την πουτάνα τη γραμματέα σου που σου παίρνει Τσιμπούκια και κάθε τόσο τηλεφωνάει και σε ζητάει με την αισθησιακή φωνή της Και πολλές φορές απαντάει η μικρή!
Η μητέρα, ιδιαιτέρως συμπονετική, με μάτια δακρυσμένα απευθυνόμενη στη μικρή Λέει:
- Πώς σου συνέβη αγγελούδι μου; Ήταν πρωκτικό ή κολπικό; Σε βίασαν ή Αποφάσισες εσύ να πας με κάποιο συμμαθητή σου;
Έκπληκτη η μικρή απαντάει:
- Όχι μαμά. Απλώς η δασκάλα άλλαξε το ρόλο που μου είχε αναθέσει για το Σκετσάκι των Χριστουγέννων. Θα είμαι βοσκοπούλα.
Ήταν που λέτε 2 ναυαγοί (ένας Κινέζος και ένα μαύρος) σε ένα νησί πολλά χρόνια ξεχασμένοι. Τόσα χρόνια χωρίς γυναίκα καταλαβαίνεται τώρα!
Μια μέρα λοιπόν λέει ο Κινέζος στον μαύρο να τη βρουν μεταξύ τους και ο ένας να πη**ξει τον άλλο. Καλή ιδέα σκέφτηκε και ο μαύρος, και συμφωνούν να το κάνουν. Πριν ξεκινήσουν όμως λέει ο Κινέζος στον μαύρο πως θέλει εκείνος να τον πη**ξει πρώτος! Δέχεται ο μαύρος για να μην αργοπορούν και όπως κάθεται στα τέσσερα βλέπει τον Κινέζο να βγάζει ένα βαζάκι. Ρωτάει με περιέργεια ο μαύρος τον Κινέζο :
- Ρε τι έχεις στο βαζάκι;
Και απαντά ο Κινέζος: είναι βαζελίνη να σου βάλω λίγο για μα μην σε πονέσει ο κώλος.
Τον αλείφει ο Κινέζος με τη βαζελίνη και τον πηδ*ει κανονικά και άσχημα μάλιστα!
Έρχεται τώρα η σειρά του μαύρου! κάθεται στα τέσσερα ο Κινέζος και βλέπει τον μαύρο να βγάζει εκείνος ένα βαζάκι με τη σειρά του!
Ρωτάει ο Κινέζος τον μαύρο με περιέργεια:
- Ρε τι έχεις στο βαζάκι; και απαντά ο μαύρος "βιξ".
Και ξαναρωτά ο Κινέζος "καλά ρε τι το θες το βιξ;"
Και του απαντά ο μαύρος "να μωρέ να σε αλείψω λίγο να μην σε πονέσουν οι αμυγδαλές !
Πηγαίνει κάποιος σε ένα μπαρ και βλέπει μια ταμπέλα να γράφει:
"Πίσω από το μπαρ, υπάρχει ένα άλογο. Οποίος το κάνει να γελάσει, θα πάρει 5.000.000δρχ. Ρωτάει το μπάρμαν:
- "Πού είναι το άλογο; ". Του δείχνει ο μπάρμαν και του λέει:
- "Σιγά μην το κάνεις να γελάσει. Κανένας δε μπόρεσε μέχρι τώρα". Φεύγει ο μπάρμαν και σε πέντε λεπτά ακούει το άλογο να γελάει τόσο πολύ, που κόντευε να ψοφήσει. Βγαίνει ο άντρας παίρνει τα λεφτά και φεύγει. Μετά από μια εβδομάδα ο άντρας, ξαναπάει στο μπαρ και βλέπει μια άλλη ταμπέλα να γράφει:
- "Πίσω από το μπαρ, υπάρχει ένα άλογο. Όποιος το κάνει να κλάψει, θα πάρει 10.000.000δρχ". - Ρωτάει το μπάρμαν:
"Πού είναι το άλογο; "
. Του δείχνει ο μπάρμαν και λέει:
- "Σιγά να μην το κάνεις και κλάψει. Την πρώτη φορά ήσουν τυχερός". Φεύγει ο μπάρμαν και σε πέντε λεπτά ακούει το άλογο, να έχει αρρωστήσει από το κλάμα. Βγαίνει ο άντρας, παίρνει τα λεφτά και πάει να φύγει. Τον σταματάει ο μπάρμαν και του λέει:
- "Δεν με νοιάζει για τα λεφτά, απλά, θέλω να μάθω πως το έκανες την πρώτη φορά να γελάσει και τώρα να κλάψει". Γυρνάει και ο άντρας με σοβαρό ύφος και του λέει:
- "Την πρώτη φορά του είπα πως η πούτσα μου, είναι μεγαλύτερη από τη δική του και τώρα του την έδειξα".
Ήταν δυο στρατιώτες στα σύνορα Ελλάδας-Αλβανίας. Μια μέρα λοιπόν φωνάζει ο Έλληνας τον Αλβανό και του λέει:
- Ε φίλε ξέρεις την Ελένη;
- Ποια Ελένη;
- Την πούτσα μου την καυλωμένη, απάντησε ο Έλληνας και άρχισε να γελάει.
Την επόμενη μέρα φωνάζει πάλι ο Έλληνας τον Αλβανό και του λέει:
- Ε φίλε ξέρεις την Ελένη;
- Ποια Ελένη;
- Την πούτσα μου την καυλωμένη, είπε πάλι ο Έλληνας και άρχισε να γελάει!
Αυτό γινόταν κάθε μέρα για μια εβδομάδα. Νευριασμένος ο Αλβανός πήγε σε έναν φίλο και του λέει:
- Ρε συ είναι ένας μαλάκας Έλληνας στα σύνορα και μου λέει κάθε μέρα:
"Ξέρεις την Ελένη;"
Του λέω εγώ:
"Ποια Ελένη;"
Και μου λέει:
"Την πούτσα μου την καυλωμένη".
- Ε εσύ πες του:
"Ξέρεις τον Ηλία;"
Θα σου πει:
"Ποιον Ηλία;" και θα του πεις "Τον πούτσο μου τον καρχαρία"
Την επόμενη μέρα πάει λοιπόν ο Αλβανός και φωνάζει τον Έλληνα:
- Ε φίλε ξέρεις τον Ηλία;
- Ποιον Ηλία τον αδερφό της Ελένης;
- Ποιας Ελένης;
- Της πούτσας μου της καυλωμένης!
Ένας πατέρας μπαίνει ένα μεσημέρι σπίτι του και ακούει ένα περίεργο θόρυβο. ΖΖΖΖΖΖΖΖΖΖΖΖΖΖΖΖΖΖΖΖΖΖ! Τι στο καλό, λέει, γίνεται; Από πού ακούγεται αυτή η φασαρία; Ψάχνει σε όλα τα δωμάτια και μπαίνει και στης κόρης του. Την βλέπει με το δονητή. Σόκ ο πατέρας! Αρχίζει να φωνάζει και να βρίζει. Τον ακούει η γυναίκα του που φωνάζει και του λέει να ηρεμήσει και να το σκεφτεί καλύτερα. Ο άνθρωπος σοκάρετε αλλά αυτή του λέει ότι αν το σκεφτεί καλύτερα θα το δει θετικά. Του λέει λοιπόν ότι από το να γυρνάει με τον ένα και τον άλλο έξω με τόσες αρρώστιες και εγκυμοσύνες καλύτερα δεν είναι έτσι και είναι και στο σπίτι και ακίνδυνα. Τελικά τον πείθει και αρχίζει να το βλέπει θετικά. Την επόμενη μέρα πηγαίνει η μητέρα στο σπίτι και ακούει το θόρυβο του δονητή πάλι. Αμάν λέει και αυτή η κόρη μου είπαμε ότι το βλέπουμε θετικά αλλά όχι και κάθε μέρα αυτό παραπάει. Μπαίνει στο δωμάτιο της για να τη μαλώσει αλλά άδειο το δωμάτιο. Τι στο καλό λέει από που ακούγεται αυτός ο θόρυβος; Αντιλαμβάνεται ότι ακούγεται ό θόρυβος από την κουζίνα και κατευθύνεται προς τα εκεί και τι βλέπει; Τον άντρα της μια δύο μπύρες και το δονητή πάνω στο τραπέζι να δουλεύει. Τι κάνεις αγάπη μου του λέει τρελάθηκες; Και λέει και αυτός: Να μωρέ δεν είχα παρέα και είπα να πιω μια μπύρα με το γαμπρό μου.