Ήταν σε ένα ζωολογικό κήπο ένα κανγκουρό το οποίο όλο το έσκαγε.
Οι υπεύθυνοι του ζωολογικού σκέφτηκαν να υψώσουν το δίχτυ από τα 5 μέτρα που
Ήταν στα 10.
Έτσι το κανγκουρό θα έμενε στο κλουβί του.
Την άλλη μέρα το κανγκουρό να το δίπλα στο κλουβί με τους ελέφαντες.
Το κυνηγάνε, το πιάνουν και βάλτο πάλι μέσα.
Το σύρμα τώρα 20 μέτρα.
Την άλλη μέρα το κανγκουρό να το δίπλα στο κλουβί με τους ελέφαντες.
Το κυνηγάνε, το πιάνουν και βάλτο πάλι μέσα.
Το σύρμα τώρα 40 μέτρα.
Την άλλη μέρα το κανγκουρό να το δίπλα στο κλουβί με τους ελέφαντες.
Το κυνηγάνε, το πιάνουν και βάλτο πάλι μέσα.
Αυτό συνεχιζόταν κάθε μέρα. Το σύρμα είχε φτάσει τα 200 μέτρα.
Το καγκουρό φυσικά το έσκασε πάλι και να το πάλι δίπλα από τους ελέφαντες.
Ένας ελέφαντας λοιπόν το ρωτάει.
- Δε μας λες πόσα μέτρα πρέπει να είναι το σύρμα για να μη το σκάσεις;
Και το καγκουρό:
- Δε πάνε το βάλουν στα 20 χιλιόμετρα, εγώ αν δεν κλείσουν τη πόρτα θα το
Σκάω.
Ένας ταβερνιάρης είχε ένα παπαγάλο και του λέει:
- "Φεύγω για μια ώρα από το μαγαζί. Αν έρθει το βυτίο με το πετρέλαιο πες τους να βάλουν 1 τόνο".
Έρχεται το βυτίο, βλέπουν τον παπαγάλο και του λένε:
- "Πού είναι το αφεντικό;"
- "Έφυγε", τους λέει αυτός, "βάλτε 3 τόνους και αφήστε το τιμολόγιο στο τραπέζι."
Γυρνάει ο ταβερνιάρης βλέπει ότι αγόρασε 3 τόνους και ουρλιάζει στο παπαγάλο:
- "Ένα τόνο δε σου είπα ρε, γιατί τους είπες 3;"
Τον αρπάζει και το σταυρώνει με τα φτερά ανοιχτά. Έπειτα του λέει:
- "Μια βδομάδα θα μείνεις εκεί."
Ο παπαγάλος βλέπει απέναντι του μια εικόνα του Χριστού στο σταυρό και ακούει μέσα από την εικόνα μια φωνή:
- "Πλάσμα του Θεού, πόσο καιρό θα είσαι σταυρωμένο;"
Λέει ο παπαγάλος:
- "Μια βδομάδα, εσύ πόσο καιρό είσαι στο σταυρό;"
Του απαντάει η φωνή:
- "2000 χρόνια!"
Έκπληκτος ο παπαγάλος του λέει:
- "Καλά ρε μεγάλε πόσο πετρέλαιο παράγγειλες;"
- Απελπισμένη η κατσίκα από τη ζωή της επαρχίας αποφασίζει να πάρει τα τρία κατσικάκια της και να πάει στην Αθήνα. Ξεκινάει λοιπόν μια μέρα αλλά δεν αντιλαμβάνεται τον κακό λύκο που τους ακολουθεί με σκοπό να βρει ευκαιρία να φάει τα κατσικάκια .
- Αφού βρήκε σπίτι για να μείνουν , ξεκινά ένα πρωί να βρει δουλειά . Βλέποντας ο λύκος δεν χάνει την ευκαιρία και χτυπά την πόρτα στα κατσικάκια . Ποίος είναι ; ρωτούν αυτά . Εγώ η μαμά απαντά ο λύκος . Το σύνθημα , λένε τα κατσικάκια . Ο λύκος φεύγει νευριασμένος γιατί δεν γνωρίζει το σύνθημα. Γυρίζει όμως γρήγορα και κρυμμένος περιμένει την κατσίκα να ακούσει το σύνθημα.. γυρίζοντας η κατσίκα απαντάει στην ερώτηση για το σύνθημα.
- Ο λύκος φεύγει όλο χαρά και γυρίζει την άλλη μέρα που έλειπε η κατσίκα. Χτυπά πάλι την πόρτα φωνάζοντας. Εγώ είμαι η μαμά ανοίξτε. Από μέσα δεν ακούγεται απολύτως τίποτα. Τραβάω τα βυζιά μου φωνάζει αυτός. Πάλι δεν ακούγεται τίποτα. Τραβάω τα βυζιά μου επιμένει ο λύκος.
- Τότε ακούγεται μια φωνή από μέσα: και τα αρχ***α σου να τραβάς μαλ**α βάλαμε ματάκι τώρα και σε βλέπουμε.
Κηρύχθηκε κάποτε πόλεμος στο δάσος και βγήκε μια ανακοίνωση που καλούσε όλα τα ζώα του δάσους, να παρουσιαστούνε φαντάροι για να πολεμήσουν.
Φυσικά κανένα ζώο δεν ήθελε να πάει να σκοτωθεί και άρχιζαν να σκαρφίζονται διάφορα κόλπα για να τη γλυτώσουν.
Πρώτη και καλύτερη η αλεπού, κόβει την ουρά της και πάει να καταταγεί. Τη κοιτάει καλά καλά ο στρατολόγος και αποφασίζει:
- Αλεπού Αλεπουδοπούλου, χωρίς ουρά, Ι5 και τη στέλνει σπίτι της.
Αυτή, γεμάτη χαρά που τη σκαπούλαρε, λέει τα καθέκαστα στο λαγό. Ο λαγός το σκέφτεται για λίγο και μετά κόβει τα αυτιά του και πάει να παρουσιαστεί.
- Λαγός Λαγόπουλος, χωρίς αυτιά, Ι5, βγάζει το συμπέρασμά του ο στρατολόγος και στέλνει και το λαγό στο σπίτι του.
O Αρκούδος που έτυχε να περνάει από εκεί, βλέπει την Αλεπού χωρίς ουρά και το Λαγό χωρίς αυτιά και γεμάτος απορία ρωτάει τι τους έπιασε και πετσοκόφτηκαν. Όταν του λένε όλη την ιστορία, αυτός γυρίζει και τους λέει όλο απελπισία:
- Καλά εσείς είχατε κάτι να κόψετε, εγώ τι να κόψω ο φουκαράς;
- Κόψε τα παπάρια σου, του λένε και οι δύο, χωροδιακά.
- Τι λέτε μωρέ, μουρλαθήκατε τελείως; διαμαρτύρεται στην αρχή αυτός, αλλά τον τρομοκράτησαν οι άλλοι δύο ότι καλύτερα χωρίς παπάρια παρά νεκρός και κάτι παρόμοια και τελικά το αποφάσισε και τα έκοψε.
Μια και δυο πάει στη στρατολογία να παρουσιασθεί. Ο γνωστός μας τύπος τον κοιτάει λίγο και μετά λέει:
Μετά από πολύ καιρό τα ζώα της ζούγκλας αποφασίζουν να βγάλουν καινούργιο αρχηγό, στη θέση του λιονταριού.
Στο διαγωνισμό μπορούν να πάρουν μέρος όλα τα ζώα και για να κερδίσουν πρέπει να πουν ένα ανέκδοτο, τόσο καλό ώστε να γελάσουν όλα ανεξαιρέτως τα ζώα. Για να αποφύγουν το συνωστισμό από τις πολλές αιτήσεις, βάλανε έναν όρο ότι έστω και ένα ζώο να μη γελάσει, τότε τον διαγωνιζόμενο θα τον σκοτώσουν. Μαζεύονται λοιπόν τα ζώα σε ένα ξέφωτο και αρχίζει ο διαγωνισμός. Πρώτη μιλάει η τίγρη και τους λέει ένα φοβερό ανέκδοτο και γελάνε όλοι εκτός από την χελώνα. Το βλέπουν αυτό οι κριτές και λένε στην τίγρη:
- Το ανέκδοτο σου ήταν καταπληκτικό, αλλά επειδή δεν γέλασε η χελώνα θα σε σκοτώσουμε, όπως και έγινε.
Μετά η μαϊμού τους λέει ένα καταπληκτικό ανέκδοτο και ξεραίνονται όλοι στα γέλια, εκτός πάλι από τη μαϊμού που δεν μιλά καθόλου. Το βλέπουν αυτό οι κριτές και λένε στην μαϊμού:
- Το ανέκδοτο σου ήταν φοβερό, αλλά επειδή δεν γέλασε η χελώνα θα αναγκαστούμε να σε σκοτώσουμε, όπως και έγινε.
Μετά ήρθε η σειρά του βουβαλιού και ένα τόσο ηλίθιο ανέκδοτο που κανείς δεν γέλασε εκτός από τη χελώνα, που κόντευε να βγει από το καβούκι της από τα γέλια. Το παρατηρούν οι κριτές και γεμάτοι περιέργεια τη ρωτάνε:
- Πες μας χελώνα, που βρήκες το αστείο σε αυτό το ηλίθιο ανέκδοτο και γελάς έτσι;
- Απλά, θυμήθηκα το ανέκδοτο της τίγρης.
Μια μέρα η μητέρα της έπρεπε να φύγει απο το σπίτι, και της έδωσε μια συμβουλή "παιδί μου τώρα που θα φύγω πρόσεχε μην ανοίξεις στον κακό το λύκο και σε φάει, γι αυτό θα βάλουμε ένα σύνθημα για να αναγνωρίσεις ότι είμαι εγώ και να μου ανοίξεις.
Το σύνθημα θα είναι:
"Είμαι η μαμά της κατσικούλας και τραβάω τα βυζιά μου".
Μόλις έφυγε η μαμά της κατσικούλας ήρθε ο κακός ο λύκος και χτύπησε την πόρτα.
- "Ανοιξε κατσικούλα είμαι η μητέρα σου", είπε ο λύκος.
Η κατσικούλα απάντησε:
- "Δεν είσαι η μητέρα μου γιατί η φωνή της είναι πολύ λεπτή."
Ο λύκος αφού ήρθε αρκετές φορές και χτύπησε την πόρτα της κατσικούλας και αυτή δεν του άνοιγε σκέφτηκε να παραφυλάξει ώστε όταν έρθει η μητέρα της να δει τη θα πει για να της ανοίξει. Ήρθε η μητέρα της είπε το γνωστό σύνθημα και μπήκε μέσα. Ο λύκος το άκουσε και την επόμενη μέρα αφού λίμαρε τη γλώσσα του για να γίνει πιο λεπτή η φωνή του. Έτσι πήγε στο σπίτι της κατσικούλας χτύπησε την πόρτα και είπε:
- "Είμαι η μαμά της κατσικούλας και τραβάω τα βυζιά μου."
Η κατσικούλα απάντησε:
- "Ρε δεν τραβάς και τ` αρχίδια σου; Βάλαμε ματάκι."
Εκεί που η μαϊμού τρώει ανέμελη την μπανάνα της βλέπει να πλησιάζει το λιοντάρι προς το μέρος της. Πανικόβλητη ανεβαίνει επάνω στο δέντρο και φτάνοντας το λιοντάρι της λέει:
- Μαϊμού, κατέβα να παίξουμε λίγο, έχω φάει ένα ζαρκάδι και θέλω να χωνέψω.
- Παλάβωσες; ρωτάει η μαϊμού. Αν κατέβω θα με φάς. Τρελή είμαι;
- Δεν θα σε φάω μωρέ μαϊμού, αφού σου λέω, μόλις έφαγα και θέλω να χωνέψω. Αντε κατέβα απο κει να παίξουμε!
- Θα κατέβω μόνο αν δέσεις τα πόδια σου, λέει η μαϊμού.
- Εντάξει θα τα δέσω.
Δένει το λιοντάρι τα πόδια του και κατεβαίνει η μαϊμού και το γα... Πάνω στο ζόρι του το λιοντάρι λύνεται και ορμάει στη μαϊμού. Τρέχει μπροστά η μαϊμού απο πίσω το λιοντάρι. Τρέχουν τρέχουν μπαίνουν σε ένα χωριό βλέπει η μαϊμού ένα περίπτερο μπαίνει μέσα παίρνει μια εφημερίδα και την ανοίγει.
Έρχεται το λιοντάρι στο περίπτερο και την ρωτάει:
- Μήπως είδατε μια μαϊμού να περνάει απο δώ;
- Ποιά αυτή που γα... το λιοντάρι;
- Όχι ρε γαμώτο! Το έγραψαν κι οι εφημερίδες;