Είναι ένας τύπος ο οποίος έβλεπε κάθε βράδυ στον ύπνο του συνεχώς το ίδιο όνειρο:
Οκτώ άλογα να τρέχουν Σκέφτεται αυτό δεν είναι τυχαίο σίγουρα είναι κάποιο σημάδι. Παίρνει λοιπόν
Την μεγάλη απόφαση. Σηκώνει όλες του τις καταθέσεις, πουλάει το σπίτι του, τις μετοχές του, τα χωράφια του και αποφασίζει να κατέβει στην Αθήνα.
Παίρνει τηλ. στον σταθμό να κλείσει εισιτήριο για το τρένο. Του δίνουν εισιτήριο για το τρένο που φεύγει στις οκτώ, στο οκτώ βαγόνι, θέση οκτώ. Φτάνει στην Αθήνα, παίρνει ταξί για το ξενοδοχείο, βλέπει το νούμερο απο το ταξί, ήταν το οκτώ. Κλείνει δωμάτιο στο ξενοδοχείο, του δίνουν ένα δωμάτιο στον όγδοο όροφο, το δωμάτιο νούμερο οκτώ.
Ξυπνάει το πρωί ,αφού είχε δει ξανά στον ύπνο του το ίδιο όνειρο, οκτώ άλογα ... και 100% τις 100% σίγουρος πια, πάει καρφί στον ιππόδρομο. Ποντάρει όλα τα χρήματα του στην όγδοη ιπποδρομία στο άλογο που έτρεχε στον όγδοο διάδρομο. Γίνετε λοιπόν η ιπποδρομία και το άλογο που πόνταρε βγαίνει..
Όγδοο
Κάποτε σ ενα χωριό ένας κυνηγός διηγούνταν σε συγχωριανούς του μια ιστορία που του συνέβει στην Αφρική, κατά τη διάρκεια ενός σαφάρι.
- Λέει, λοιπόν πως ενώ κυνηγούσε στη ζούγκλα, είδε ξαφνικά πίσω από έναν θάμνο ένα λιοντάρι να τον αγριοκοιτάζει. Τότε, αν και τρόμαξε, έστρεψε το όπλο του εναντίον του και πυροβόλησε, αλλά αστόχησε. Τότε άρχισε το λιοντάρι να τον κυνηγάει. Ενώ αρχικά είχε μια απόσταση 50 μέτρων,το λιοντάρι όλο και πλησίαζε, μέχρι που σχεδόν τον έφθασε και ετοιμάσθηκε να του χυμήσει. Ω του θαύματος όμως,το λιοντάρι την τελευταία στιγμή γλυστρά και ο κυνηγός καταφέρνει και αποκτά πάλι μια απόσταση ασφαλείας 50 μ. πάλι. Το κυνηγητό όμως συνεχίζεται,σύμφωνα με τη διήγησή του. Μόλις το λιοντάρι τον ξαναπλησιάζει, μα τι τύχη! Ξαναγλυστρά και ξαναπέφτει. Η ομήγυρη που ακούει την ιστορία δαγκώνει τα νύχια της από την αγωνία. Η διήγηση συνεχίζεται με 3-4 παρόμοιες σκηνές,οπότε ο σπαστικός της παρέας παρεμβαίνει και λέει:
"Σώπα ρε μεγάλε με την κωλοφαρδία σου! Τόσες φορές σε πλησίασε το λιοντάρι και κάθε φορά γλυστρούσε κι εσύ ξέφευγες. Εγώ θα είχα χεστεί από τον φόβο μου!
- Οπότε ο άλλος γυρίζει και του απαντάει:
Κι εσύ που νομίζεις ρε φίλε ότι πατούσε το λιοντάρι και γλύστραγε κάθε φορά!
Ήταν μια γριά που ήθελε να πάρει το παπαγάλο της στην εκκλησία. Έτσι την Κυριακή πήγε στην εκκλησία, αλλά ξέχασε τον παπαγάλο στο σπίτι. Βγαίνει έξω απ την εκκλησία και φωνάζει έναν τάξιτζη και του λέει:
- Θα πας στην οδό ... Και θα πάρεις έναν παπαγάλο που βρίσκεται στην αυλή, του έδωσε τα κλειδιά και του είπε να μην βρίζει.
Πάει ο τάξιτζης παίρνει τον παπαγάλο και φεύγει. Στο δρόμο είχε κίνηση και λέει:
- Κάντε ρε μά***** στην πάντα να περάσω![ο παπαγάλος το ακούει και το μαθαίνει]
Πιο πέρα μια γριά έριχνε κάτω νερά, της λέει:
- Τι ρίχνεις νερά μωρή παλιόγρια![...]
Πιο κάτω βλέπει ένα γάιδαρο στη μέση του δρόμου και λέει:
- Δώστου μια κλωτσιά να δεις πως θα σηκωθεί!
Πάει και ο παπαγάλος στην εκκλησία και βλέπει πολύ κόσμο και λέει:
- Κάντε στην άκρη ρε ...
Λιβανίζει ο παπάς τον παπαγάλο και του λέει:
- Τι ρίχνεις νερά μ...
Στο τέλος ο παπάς από τις πολλές αισχρολογίες λιποθυμάει και ο παπαγάλος λέει:
- Δώστου μια κλωτσιά να δεις πως θα σηκωθεί!
Μια μέρα μπαίνει ένας γάιδαρος μέσα σε ένα μπαρ και φαινόταν πολύ στεναχωρημένος.
Ζητάει ένα ποτό το πίνει και αρχίζει να κλαίει. Έκλαιγε μια ώρα, δυο ώρες, τρεις ώρες και δεν σταματούσε. Τα παίρνει ο μπάρμαν και αρχίζει να τον παρακαλάει, βρε καλέ μου, βρε χρυσέ μου, δεν πειράζει, κάνε κουράγιο, ότι κι αν είναι θα περάσει, τίποτε αυτός. Αφού τα δοκίμασε όλα ο μπάρμαν, λέει στους πελάτες πως όποιος κάνει το γάιδαρο να σταματήσει να κλαίει θα του δώσει 50 χιλιάρικα. Σηκώνεται τότε ένας, πλησιάζει τον γάιδαρο, του ψιθυρίζει κάτι στο αυτί και αυτός ξεκαρδίζεται στα γέλια. Δίνει ο μπάρμαν τα πενήντα χιλιάρικα στον πελάτη. Ο γάιδαρος όμως συνέχισε να γελάει και δεν σταματούσε με τίποτα. Μετά από καμιά ώρα και αφού τα είχε πάρει άγρια ο μπάρμαν, ξαναφωνάζει στους πελάτες πως όποιος κάνει το γάιδαρο να σταματήσει να γελάει θα έχει άλλα πενήντα. Ξανασηκώνεται ο ίδιος πελάτης, ψιθυρίζει κάτι στο αυτί του γαιδάρου και βγαίνουν έξω από το μπαρ. Μετά από λίγα λεπτά μπαίνουν μέσα και ο γάιδαρος ξαναρχίζει να κλαίει. Αγανακτισμένος ο μπάρμαν δίνει τα λεφτά στον πελάτη αλλά τον ρωτάει τι είπε στο γάιδαρο και τον έκανε στην αρχή να γελάει και μετά να κλαίει. Οπότε του λέει ο πελάτης:
Στην αρχή του είπα πως τον έχω μεγαλύτερο από τον δικό του. Και μετά; ρωτάει ο μπάρμαν. Και μετά του τον έδειξα.
Κάποιος με την κατσίκα του περιμένει στην άκρη της εθνικής οδού Χανίων - Ρεθύμνης κάνοντας ωτο - στόπ.
Σταματάει κάποιος οδηγός και τον ρωτάει που πηγαίνει.
- Στο Ρέθυμνο.
- Κυριέ μου θα σε έπαιρνα αλλά χωρίς την κατσίκα σου.
- Αυτό δεν γίνεται, πάντως σε ευχαριστώ.
Σε λίγο σταματάει μία Μερσέντες και ο οδηγός τον ρωτάει που πηγαίνει.
- Στο Ρέθυμνο
Να σε πάρω μαζίμου αλλά με την κατσίκα τι θά κάνουμε ?
- Μην στεναχωριέσαι θα την δέσουμε στον προφυλακτήρα, γίνεται?
Βεβαίως και γίνεται απαντάει ο οδηγός σκεπτόμενος ότι η κατσίκα δεν θα αντέξει την ταχύτητα και στην διαδρομή θα σκάσει και θα την ξεφορτωθούν.
Ξεκινούν λοιπόν και ο οδηγός ανέπτυσε ταχύτητα αλλά έβλεπε την κατσίκα να ακολουθεί κανονικά. Οταν έφθασε να τρέχει με 150 χιλ. βλέπει απο τον καθρέπτη την κατσίκα να του ανοιγοκλείνει το αριστερό μάτι και ρωτάει με αγανάκτηση και απορία τον συνεπιβάτη του :
- Φίλε γιατί η κατσίκα μου ανοιγοκλείνει το μάτι?
- Α, δεν ξέρεις ανάβει φλάς για να σε προσπεράσει!