Ήταν μια φορά ένας βοσκός στην εθνική οδό και έκανε ωτοστόπ. Μαζί του όμως είχε και μια αγελάδα. Ξαφνικά έρχεται ένας με μια Ferrari και σταματάει να τον πάρει. Oπότε δένουν την αγελάδα από πίσω και ξεκινάνε.
(βοσκός) Ρε φίλε δε γίνετε να πάμε ποιό γρήγορα; Με δυσκολία πατάμε τα 30χλμ
(οδηγός) Τι λες ρε μάστορα και η αγελάδα που είναι από πίσω;
(βοσκός) Μη σε νοιάζει γιʼαυτην δε μασάει
(οδηγός)Kαλά.
Ο οδηγός όμως τα είχε πάρει στο κρανίο και άρχισε να το πατάει, είχαν πιάσει τα 100χλμ άλλα η αγελάδα όμως από πίσω ακάθεκτη. 150χλμ τίποτα, έπιασαν τα 200χλμ άλλα εκεί η αγελάδα έτρεχε από πίσω.
Ο οδηγός τα είχε παίξει και αποφασίζει να τα δώσει όλα. Ξαφνικά λοιπόν που είχαν πιάσει τα 300χλμ η αγελάδα βγάζει τη γλώσσα της.
(οδηγός)Eίδες παππού η αγελάδα σου τα έπαιξε δεν αντέχει άλλο έβγαλε τη γλώσσα της έξω
(βοσκός) να σου πω γιε μου από που την έβγαλε;
(οδηγός) από αριστερά. Γιατί?
(βοσκός) Α δεν κουράστηκε, άπλα βγάζει φλας να προσπεράσει.
Ένας κυνηγός πάει σαφάρι στην Αφρική και παίρνει μαζί το σκύλο του.
Ενώ ο σκύλος περιφέρεται στη ζούγκλα, βλέπει μια λεοπάρδαλη να κατευθύνεται προς το μέρος του, φανερά πεινασμένη. Ο σκύλος σκέφτεται, «Ωχ μπλέξαμε!» Τότε βλέπει κάτι κόκαλα λίγο πιο πέρα και αρχίζει να τα ροκανίζει, με την πλάτη του στην λεοπάρδαλη. Ενώ εκείνη είναι έτοιμη να του χιμήξει, ο σκύλος λέει, «Πολύ νόστιμη αυτή η λεοπάρδαλη. Αναρωτιέμαι αν υπάρχουν άλλες εδώ τριγύρω.» Η λεοπάρδαλη, κι ενώ ήδη βρίσκεται στον αέρα παγώνει, και εξαφανίζεται πίσω από κάτι δέντρα. «Παραλίγο», λέει «λίγο έλειψε. Αυτός ο σκύλος σχεδόν με είχε.»
Ένας πίθηκος, παρακολουθώντας όλο το σκηνικό από ένα δέντρο, σκέφτεται ότι μπορεί να εξασφαλίσει την εύνοια της λεοπάρδαλης και να γλιτώσει το τομάρι του εξηγώντας της αυτό που είχε συμβεί. Πάει προς το μέρος της και εξηγεί τα πάντα. Η λεοπάρδαλη, έξαλλη για την κοροϊδία, λέει στον πίθηκο «Έλα, πίθηκε. Ανέβα στη ράχη μου να δεις από κοντά τι πρόκειται να πάθει ο σκύλος»
Ο σκύλος βλέπει τη λεοπάρδαλη να έρχεται προς το μέρος του με τον πίθηκο καβάλα. «Τι θα κάνω τώρα;» σκέφτεται. Τότε, αντί να το βάλει στα πόδια, κάθεται με την πλάτη γυρισμένη στους δυο. Όταν η λεοπάρδαλη και ο πίθηκος έχουν πλησιάσει αρκετά, ο σκύλος λέει, «Που είναι αυτός ο ηλίθιος πίθηκος; Ποτέ δεν μπορώ να τον εμπιστευτώ, τον έστειλα πριν από μισή ώρα να μου φέρει άλλη μια λεοπάρδαλη κι ακόμα να φανεί!»
Βρίσκονται τρεις μεγαλόσωμοι σκύλοι στο κτηνιατρείο και συζητούν τα παθήματά τους. Ρωτάει ο ένας τον άλλον για ποιόν λόγο βρίσκονται εκεί.
Απαντάει ο πρώτος. Εγώ που λέτε ρε παιδιά ήμουν ήσυχος. Αλλά ξαφνικά εκεί που πήγαινα βόλτα με το αφεντικό μου κάποιος μου πάτησε την ουρά και από τα νεύρα μου άρχισα να δαγκώνω τον κόσμο. Γέμισε ο τόπος αίματα. Μετά από το επεισόδιο με φέρανε εδώ να μου κάνουνε ευθανασία.
Απαντάει ο δεύτερος σκύλος. Εγώ που λέτε ήμουνα καλός φύλακας. Αλλά μια ημέρα μπαίνει στο σπίτι μια γειτόνισσα του αφεντικού μου που εγώ δεν την ήξερα και την πέρασα για κλέφτη. Της ορμάω, της δαγκώνω το πόδι, ούρλιαζε αυτή, γέμισε ο τόπος αίματα. Μετά από αυτό με φέρανε εδώ να μου κάνουνε ευθανασία.
Απαντάει και ο τρίτος της παρέας. Εγώ που λέτε καθόμουνα στο σπίτι ήσυχος και η γυναίκα του αφεντικού μου ήταν στο μπάνιο. Μόλις βγήκε από το μπάνιο με το μπουρνούζι ήρθε να με χαϊδέψει. Εγώ βάζω το κεφάλι μου ανάμεσα στα πόδια της και αρχίζω να την γλείφω. Της φεύγει και το μπουρνούζι και χωρίς
Να το καταλάβω πέφτω από πάνω της και έγινε το έλα να δεις. Όπως ήταν αυτή στα τέσσερα και εγώ από πάνω, με τα νύχια μου της έγδαρα την πλάτη που γέμισε αίματα.
- Σώπα ρε δικέ μου του λένε οι άλλοι δύο σκύλοι. Και σε φέρανε για ευθανασία και σένα ε;
- Όχι ρε παιδιά. Για μανικιούρ-πεντικιούρ!
Μία μέρα στην ζούγκλα ο πίθηκος κάπνιζε ένα "πεντάφυλλο"! Τον βλέπει η σαύρα και τον ρωτά:
- Τι κάνεις εκεί, ρε πίθηκε;
- Να, της λέει ο πίθηκος, καπνίζω ένα τσιγάρο. Αμα θέλεις, έλα να δοκιμάσεις.
Απονήρευτη η σαύρα ανεβαίνει πάνω στο κλαδί και παίρνει το τσιγαριλίκι που της έδωσε ο πίθηκος. Τραβά δύο-τρεις τζούρες και ΜΠΑΜ πέφτει ξερή κάτω από το κλαδί.
- Ωχχχ, λέει ο πίθηκος, τι έπαθες σαύρα μου;
- Να, του λέει η σαύρα, δεν είμαι και πολύ συνηθισμένη και έγινα χάλια. Πάω να πιω λίγο νερό να φτιαχτώ.
Και ξεκινά προς το ποτάμι. Με το που φτάνει στο ποτάμι και σκύβει να πιει νερό πετιέται ο κροκόδειλος,
- Καλά τι έπαθες σαύρα μου και είσαι έτσι ; την ρωτά.
- Ασε, του λέει, μου έδωσε ένα τσιγάρο ο πίθηκος και τρελάθηκα...
- Που; Που; ρωτά το αλάνι ο κροκόδειλος.
- Να εκεί πιο πέρα στο δάσος, του λέει η σαύρα.
Ξεκινά ο κροκόδειλος και λίγο πιο κάτω βρίσκει τρία τσιγαριλίκια καπνισμένα μέχρι την άκρη. Κοιτά ψηλά στο δέντρο και βλέπει τον πίθηκο ντίρλα.
Ο πίθηκος μες την ζάλη του κοιτά, ξανακοιτά, ξανακοιτά με γουρλωμένα μάτια τον κροκόδειλο και του λέει:
- Καλά μωρή χαμούρα, πόσο νερό ήπιες;
Μια φήμη κυκλοφορεί στο δάσος ότι μια αγριεμένη αρκούδα έχει κάνει μια λίστα στην οποία έχει βάλει όλα τα ζώα τα οποία πρόκειται να κατασπαράξει.
Έντρομα τα ζώα αρχίζουν και πανικοβάλλουν το ένα το άλλο. Οι μέρες περνάνε, οι επιθέσεις ακόμα δεν έχουν ξεκινήσει και τα νεύρα όλων των ζώων έχουν σπάσει. Κάποια από αυτά δεν θέλουν να ζουν πλέον με την αβεβαιότητα και παίρνουν την απόφαση να πάνε στην αρκούδα. Πάει πρώτα η αλεπού.
- Αρκούδα, έμαθα ότι έχεις μια λίστα με τα ζώα που θα κατασπαράξεις. Είναι αλήθεια;.
- Ναι, έτσι είναι, απαντάει η αρκούδα.
- Δεν μου λες κάτι; Κάνε μου μια χάρη. Δεν μπορώ να ζω άλλο με την αβεβαιότητα. Είσαι πιο δυνατή, το ξέρω, αλλά τουλάχιστον θα μου πεις αν είμαι κι εγώ στη λίστα;.
- Για κάτσε να τσεκάρω... Αλφα, αλεπού, ναι, μέσα είσαι.
- Αμάν, γαμώτο, τι ατυχία είναι να τελειώσω έτσι. Ας το κάνεις γρήγορα.
Χραπ, της τρώει το κεφάλι, πάει η αλεπού.
Πάει μετά ο σκύλος και λέει στην αρκούδα:
- Πες μου αν έχεις και μένα στη λίστα. Κοιτάει η αρκούδα...
- Π, ρ, σ, σκύλος, μέσα είσαι, φίλε.
- Οχι, ρε γαμώτο, εγώ που έχω τρομάξει τόσες γάτες να πεθάνω από μια αρκούδα;
Δεν θέλω να ταπεινωθώ μπροστά στους άλλους. Ο,τι είναι να κάνεις κάν το τώρα. Παπ, με μια δαγκωνιά πάει και ο σκύλος.
Μπαίνει μετά ο λαγός...
- Αρκούδα, κυκλοφορεί η φήμη και το ξέρουμε όλοι. Ας τελειώνει εδώ η ιστορία. Είμαι κι εγώ στη λίστα;.
- Ι, κ, λ, ναι, είσαι.
- Να σου πω κάτι, μπορείς να με σβήσεις;
- Ναι, αμέ, και τον σβήνει.
Ένας βιολιστής πετούσε με το ιδιωτικό του τζετ όταν ξαφνικά παρουσιάστηκε βλάβη κι αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το σκάφος με αλεξίπτωτο, προλαβαίνοντας μόνο να πάρει μαζί του πέφτοντας το βιολί του.
Τελικά έπεσε στο ξέφωτο μιας ζούγκλας κι εκεί που στεκόταν και σκεφτόταν τι να κάνει βλέπει στην άκρη του ξέφωτου ένα λιοντάρι. Το λιοντάρι τον βλέπει κι αυτό και βρυχώμενο αρχίζει να ορμά προς το μέρος του. Ο βιολιστής, συναισθανόμενος το τέλος του, βγάζει το βιολί του κι αρχίζει να παίζει μια λυπητερή μελωδία. Το λιοντάρι συνεχίζει να ουρλιάζει και να επιτίθεται κι ο βιολιστής παίζει. Τον πλησιάζει στα τριάντα μέτρα, στα είκοσι, στα δέκα, στα πέντε και ξαφνικά σταματάει μπροστά του, μαγεμένο απ τη μουσική, κι ακούει. Μετά από λίγο ένα δεύτερο λιοντάρι εμφανίζεται στην άκρη του ξέφωτου. Βρυχάται κι αρχίζει σαν αστραπή να ορμά. Πλησιάζει στα τριάντα μέτρα, στα είκοσι, στα δέκα, στα πέντε και σταματάει κι αυτό, μαγεμένο, κι ακούει το βιολιστή. Μετά από λίγο ένα τρίτο λιοντάρι κάνει την εμφάνισή του και βρυχάται κι επιτίθεται κι αυτό. Φτάνει στα τριάντα μέτρα, στα είκοσι, στα δέκα, στα πέντε και τελικά πέφτει πάνω στο βιολιστή και τον κατασπαράζει. Τότε γυρνάει το πρώτο λιοντάρι και λέει στο δεύτερο:
- Πάλι την έκανε τη μαλακία του ο κουφός!
Ένα πρωί, ξυπνάει μια τίγρη με πολύ καλή διάθεση.
Είχε τόσο καλή διάθεση, που βρίσκει μια μικρή μαϊμού και την ρωτά αγριεμένα:
- Ποιο είναι το πιο φοβερό ζώο της ζούγκλας;!
Η μικρή μαϊμού απαντά φοβισμένα:
- Μα φυσικά εσύ, δεν υπάρχει άλλο ζώο φοβερό σαν κι εσένα.
Προχωράει η τίγρη και συναντά ένα ελάφι. Το ρωτά:
- Ποιο είναι το μεγαλύτερο και πιο δυνατό από όλα τα ζώα της ζούγκλας;.
Το ελάφι τρέμει τόσο πολύ που δεν μπορεί να μιλήσει, αλλά τελικά καταφέρνει να αρθρώσει μερικές λέξεις:
- Ω μεγάλη τίγρη, εσύ είσαι το πιο φοβερό ζώο της ζούγκλας.
Η τίγρη τα πήρε πάνω της, ώσπου συναντά έναν ελέφαντα να τρώει ήσυχα-ήσυχα κάτι χόρτα και φωνάζει με όλη της τη δύναμη:
- Ποιο είναι το πιο φοβερό ζώο στη ζούγκλα;.
Ο ελέφαντας την πιάνει με την προβοσκίδα του, την σηκώνει στον αέρα, την πετά κάτω με δύναμη, την πιάνει ξανά, την χτυπά κι άλλο και τελικά την πετά σε ένα δέντρο που ήταν εκεί κοντά.
Η τίγρη στέκεται με δυσκολία στα πόδια της και κοιτώντας τον ελέφαντα του λέει:
- Καλά ρε μάγκα, επειδή δεν ήξερες την απάντηση, δεν χρειαζόταν και να με σπάσεις στο ξύλο.