Η πόλη μας.
Ένας Κύπριος διηγείται την ιστορία της πόλης του σ` ένα φίλο του:
- Όταν ήμασταν μιτσιοί, επηέναμεν στην θάλασσαν για μπάνιον τσιε βλέπαμεν τσι κορούες να παίζουν ε και καυλώναμεν, χώναμεν τους βίλλους μας στην άμμον... τσιε ξεκαυλώναμεν!
Αμαν εμεγαλώσαμεν λίαν, επηέναμεν στην θάλασσαν για μπάνιο τσιε βλέπαμεν τσι κορούες να σούζουν τα βυζιά τους, εκαυλώναμεν, εχώναμεν τους βίλλους μας στην άμμον... τσιε ξεκαυλώναμεν!
Αμαν εμεγαλώσαμεν πολλάν, επηέναμεν στην θάλασσαν για μπάνιον τσιε βλέπαμεν τσι κορούες να σούζουν τσου κώλους τους, εκαυλώναμεν, εχώναμεν τους βίλλους μας στην άμμον... τσιε ξεκαυλώναμεν!
Αμαν εγινίκαμεν άντρες, επηέναμεν στην θάλασσαν για μπάνιον τσιε βλέπαμεν τσι κορούες να κάμνουν ηλιθεραπείαν, εκαυλώναμεν, εχώναμεν τους βίλλους μας στην άμμον... τσιε ξεκαυλώναμεν!
Έτσι εφκάλαμεν την πόλην μας Αμμόχωστον.
Ένας Ελληνοαμερικάνος επισκέπτεται τον αδερφό του, βοσκό στην Κρήτη. Έχει μαζί του κι ένα σκύλο ράτσας Αλάσκας. Τον βλέπει ο βοσκός και παρακαλά.
- Aσε μου ρε αδερφέ το σκύλο εδώ, εγώ θα τον έχω στην περιποίηση, και τέτοιο σκύλο δε βρίσκω εδώ ενώ εσύ θα ξαναβρείς!
- Ναι! του λέει κι ο ξενιτεμένος άλλά θέλω να ζει σαν ... Άνθρωπος! Εμείς στην Αμερική είμαστε πολύ φιλόζωοι!
- Να μην στεναχωριέσαι! Στη μάντρα ή στο σπίτι θα τον έχω πάντα μαζί μου και μόνο κρέας και γάλα θα τρώει! Με τα πολλά λύγισε ο Αμερικάνος στη θέληση του αδερφού του. Περνάνε δέκα χρόνια, μοιραία πεθαίνει ο σκύλος. Τηλεφωνά ο βοσκός στον αδερφό του, και παίρνει την απάντηση.
- Α!είπαμε σαν άνθρωπος! θα τον κηδέψεις χριστιανικά.
- Μα γίνονται αυτά τα πράγματα;
- Πές το στον παπά του χωριού να το κάνει!
Πάει ο βοσκός στον παπά του λέει ότι θέλει χριστιανική κηδεία για το λυκόσκυλο και του λέει ο παπάς:
- Σήφη, την τσικουδιά να την λιγοστέψεις! ήντα ναι αυτά που μου ζητάς!
- Μα ο αδερφός μου λέει... Παίρνει το κινητό (ναι! το νου σας! όλοι οι βοσκοί στην Κρήτη είχαν κινητά πριν τους δικηγόρους! ζωοκλοπές βλέπετε!) και μιλά με τον αδερφό του.
- Δώσε μου τον παπά! - λέει εκείνος: Έλα παπα-Λάμπρο με ακούς; δυόμισυ χιλιάδες δολάρια σου στέλνω για την κηδεία του σκύλου αλλά να γίνει όπως πρέπει! εντάξει;
- Εντάξει! εντάξει.
Κλείνει το κινητό ο παπάς και λέει του Σήφη.
- Καλά ρε κουμπάρε! γιατί δεν μου λές από την αρχή ότι ο σκύλος σου... Ήταν Ορθόδοξος;
Τον περασμένο χρόνο, έχοντας σκάψει σε βάθος 100 μέτρων, Ρώσοι επιστήμονες ανακάλυψαν χάλκινα σύρματα 1000 ετών και κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι οι πρόγονοί τους, ήδη πριν από 1000 έτη, διέθεταν τηλεφωνικό δίκτυο.
Μετά από μερικές εβδομάδες, Αμερικανοί επιστήμονες έσκαψαν σε βάθος
200 μέτρων και η εφημερίδα NY Times ανέφερε:
"Αμερικανοί επιστήμονες ανακάλυψαν ίχνη οπτικών ινων και έχουν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι οι πρόγονοί τους διέθεταν, 1000 έτη πριν από τους Ρώσους, ψηφιακό τηλεφωνικό σύστημα προηγμένης υψηλής τεχνολογίας".
Μετά από μιά εβδομάδα, οι Ελληνικές εφημερίδες ανέφεραν τα ακόλουθα:
"Έχοντας σκάψει σε βάθος 800 μέτρων, οι Ελληνες επιστήμονες δεν βρήκαν απολύτως τίποτα. Κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι πριν από 5000 έτη, οι πρόγονοί τους ήδη χρησιμοποιούσαν ασύρματη τεχνολογία".
Ο Γερο Μανούσος ο κρητικός είχε δυο γιους.
Όταν τελείωσαν το γυμνάσιο τους κάλεσε και τους ρώτησε.-Ηντα μωρέ θέλετε να κάνετε στη ζωή σας;Εγώ πατέρα λέει πρώτος θέλω να μείνω μαζί σου να γίνω γεωργός. Εγώ πατέρα λέει ο δεύτερος θέλω να μάθω τη γαλλιστί. Γαλλιστί; λέει ο πατέρας ήντα μωρέ τη θες τη γαλλιστί. Ε, πατέρα ξέρεις τουρισμός και τα λοιπά. Λέει ο γιος.-Τι να κάνει ο γέρος τον στέλνει λοιπόν στη Γαλλία να μάθει γαλλικά. Δυο χρόνια έλειπε ο αθεόφοβος και ξεκοκάλισε τα λεφτά του γέρου. Γυρνάει λοιπόν πίσω πάει στο σπίτι τον καλοδέχονται και ο γέρος τον ρωτά. Ήμαθες μωρέ του λέει τα γαλλικά; Βέβαια πατέρα του λέει ο γιος.-Και πως μωρε λένε το ψωμί; Ρωτά ο γέρος. Ψωμιέν πατέρα του λέει ο γιος. Και το χωράφι ρωτά ο γέρος;Χωραφιέν πατέρα λέει ο γιος. Σπυριά πήγε να βγάλει ο γέρος όταν άκουσε τα γαλλικά του γιου του. Και τη μάνα; πως μωρέ λένε τη μάνα;Μανιέν πατέρα λέει ο κανακάρης. Και ο γερο Μανούσος ολοδιαόλιστος γυρνάει και του λέει.-Σήκω εδά γαιδούρακα πάρε μια ολιά ψωμιέν βαλέτω μέσα στον ντρουβιέν και πήγαινε να σκάψεις το χωραφιέν να μη σου σπάσω την κεφαλιέν.