Δυο χωριάτες, ο Γιώργης και ο Θανάσης που δεν είχαν πάει ποτέ τους στην πόλη αποφασίζουν να πάνε να δουν το μεγάλο πολυκατάστημα που άνοιξε.
Πάνε στα "αγροτικά είδη" και λέει ο ένας στον άλλο:
Θανάσης: Για δες ωρέ Γιώργη, "βιταμινούχος τροφή για χοίρους".
Γιώργη: Δεν αγοράζουμε να τη δοκιμάσουμε.
Θανάσης: Και δεν τ αγοράζουμε Πάνε στα "ηλεκτρονικά είδη" Θανάσης: Κοίτα Γιώργη: πλυντήριο για να μην πλένεις τα ρούχα στη σκάφη.
Γιώργης: Δεν αγοράζουμε ρε Θανάση να το δούμε.
Θανάσης: Και δεν αγοράζουμε Στα "είδη υγιεινής:
Θανάσης: Κοίτα Γιώργη, μια μεγάλη βούρτσα για τον καμπινέ.
Γιώργης: Δεν αγοράζουμε Θανάση να τη δοκιμάσουμε.
Θανάσης: Και δεν αγοράζουμε
Μετά από λίγες μέρες συναντιούνται:
Γιώργης: Που λες Θανάση πώς τη βρήκες τη χοιροτροφή; Τα γουρούνια μου΄γίναν τετράπαχα Θανάσης: Και τα δικά μου. Καλά άσε το πλυντήριο. Η γυναίκα μου είναι τρισευτυχισμένη που δεν πλένει πια στο χέρι.
Γιώργης: Και η δική μου.
Θανάσης: Τη βούρτσα πώς τη βρήκες;
Γιώργης: Ακου Θανάση μου, πές με οπισθοδρομικό, αλλά εγώ προτιμω το χαρτί υγείας
Ήταν ένας Πόντιος στην Σκωτία και ψάρευε με την βάρκα του στην λίμνη. Δίπλα του κολυμπούσε ένας Σκοτσέζος.
Κάποια στιγμή ακούει ο Πόντιος τον Σκοτσέζο να φωνάζει:
- Βοήθεια, βοήθεια, πνίγομαι!
Πηγαίνει με την βάρκα δίπλα του για να τον σώσε:
- Δώσε μου το χέρι σου, φωνάζει.
Τίποτε ο Σκοτσέζος.
- Ρε δώσε μου το χέρι σου να σε ανεβάσω στην βάρκα!
Ο Σκοτσέζος όμως ακούγοντας το αυτό απομακρυνόταν, μέχρι που πνίγηκε!
Τον ανεβάζει ο Πόντιος στην βάρκα και τον βγάζει στην παραλία.
Εκεί του λένε οι φίλοι του πνιγμένο:
- Μα δίπλα ήσουνα, γιατί δεν τον έσωσες τον άνθρωπο; και τον πλακώνουν στο ξύλο.
- Μα αφού του έλεγα "Δώσε μου χέρι σου" και αυτός αντί να το δώσει έφευγε!
Ξαναρχίζουν οι Σκοτσέζοι να τον βαράνε και του λένε:
- Μα καλά, δεν ξέρεις πως σε έναν Σκοτσέζο δεν του λες ποτέ "Δώσε". Έπρεπε να του πεις:
"Πάρε το χέρι μου!"