Δημοφιλή ανέκδοτα

Μια νεαρή δασκάλα αποφασίζει να κάνει ένα πρόχειρο διαγώνισμα στην τάξη της , για να διαπιστώσει την πρόοδο των μαθητών της . Το θέμα είναι δύσκολο κι αρχίζουν να γράφουν αμέσως . Γυρνάει η δασκάλα να γράψει το θέμα στον πίνακα , σηκώνεται η μίνι φούστα της και απ το βάθος της τάξης ακούγεται ένα γέλιο .
- Τι συμβαίνει , Δημητράκη ; ρωτάει η δασκάλα .
- Κυρία , είδα μια απ τις ζαρτιέρες σας !
- Έξω απ την τάξη , λέει η δασκάλα . Δε θέλω τέτοια πράματα στο μάθημά μου . Δε θέλω να σε δω για 3 ημέρες .
Τότε η δασκάλα αποφάσισε να δώσει κάτι συμπληρωματικές οδηγίες , γυρνάει στον πίνακα και , καθώς τεντώνεται να γράψει , ένα ακόμη γέλιο ακούγεται απ την τάξη .
- Τι συμβαίνει , Γιαννάκη ; ρωτάει η δασκάλα , που είχε αρχίσει να εκνευρίζεται .
- Κυρία , είδα τη ζαρτιέρα σας , απαντάει ο Γιαννάκης .
- Έξω απ την τάξη μου , ξαναλέγει η δασκάλα . Κι αυτή τη φορά η τιμωρία θα είναι πιο αυστηρή . Θα επιστρέψεις μετά από 3 βδομάδες . Εκνευρισμένη όπως ήτανε , γυρίζει πάλι στον πίνακα , αλλά της πέφτει ο σπόγγος . Σκύβει να τον πιάσει και ένα δυνατότερο γέλιο ακούγεται απ το βάθος της τάξης . Στρέφει προς τους μαθητές η δασκάλα και βλέπει τον Μπόμπο να κατευθύνεται προς την έξοδο .
- Και για πού το βαλες εσύ , των ρωτάει.
- Μ αυτό που είδα εγώ , απαντάει ο Μπόμπος , καταλαβαίνω ότι οι μέρες μου στο σχολείο τελειώσανε πια !
Ένα πρωί πλησιάζει στο συνοριακό φυλάκιο της Κακαβιάς ένας τύπος καβάλα σε ένα ποδήλατο. Στους ώμους του κρέμονται δύο σάκοι.
- "Επ, που πας εσύ", τον ρωτάει με καχυποψία ο φύλακας. "Τι έχεις μέσα στους σάκους;"
- "Αμμο", απαντάει ο τύπος.
- "Τι άμμο και μαλακίες μου λες. Χθεσινός είμαι; Κατέβα αμέσως για έλεγχο."
Κατεβαίνει αυτός και αρχίζει να ψάχνει ο τελωνιακός μέσα στην άμμο. Μετά από δύο ώρες ψαξίματος δε βρίσκει τίποτα και αφήνει τον τύπο να περάσει.
Την άλλη μέρα το πρωί η ίδια δουλειά. Ο τύπος με το ποδήλατο πλησιάζει, το σταματάει ο τελωνιακός, του παίρνει τους σάκους και μετά από τέσσερεις ώρες επίμονου ψαξίματος τον αφήνει να περάσει.
Την τρίτη μέρα να σου πάλι ο τύπος, καβάλα στο ποδήλατο με τους δύο σάκους να κρέμονται στου ώμους του.
- "Ρε γαμώτο, πάλι εσύ; Τι θα γίνει με την περίπτωση σου; λέγε τι κουβαλάς μέσα στους σάκους."
- "Αμμο."
- "Καλάααα... Κατέβα για έλεγχο."
Έξι ώρες παιδευόταν ο τελωνιακός. Εξέτασε την άμμο κόκκο προς κόκκο αλλά τίποτα.
Επί έξι μήνες, κάθε πρωί ο τύπος ερχότανε, έπινε τον καφέ του όσο ο τελωνιακός ξεσκιζότανε να βρει κάτι μέσα στην άμμο και πέρναγε απέναντι καβάλα στο ποδηλατάκι του με τους δυο σάκους άμμο. Μέχρι στο χημείο του κράτους είχε στείλει την άμμο ο τελωνιακός μπας και βρει τίποτα ύποπτο αλλά τίποτα. Κόντευε να τρελαθεί.
Ένα πρωί δεν άντεξε και του λέει:
- "Ακου να δεις φίλε, δεν αντέχω να σε ψάχνω άλλο. Θα σε ρωτήσω κάτι και θέλω να μου απαντήσεις ειλικρινά, κι εγώ σου υπόσχομαι ότι ούτε θα σε συλλάβω, ούτε θα σε πειράξω, ούτε τίποτα."
- "Εντάξει."
- "Κάνεις λαθρεμπόριο;"
- "Κάνω."
- "Και τι διάολο βγάζεις λαθραία απ` τη χώρα τόσο καιρό;"
- "Ποδήλατα."
Ένας νεαρός αφήνει τη φίλη του στο σπίτι της, μετά από ένα ραντεβού τους. Όταν φτάσανε στην πόρτα του σπιτιού της, στηρίζεται με το ένα χέρι του στον τοίχο και της λέει:
- Θα μου πάρεις μια πίπα;
- Τι; Είσαι τρελός;
- Μη σε νοιάζει, θα κάνουμε γρήγορα, λέει αυτός.
- Όχι! Κάποιος μπορεί να μας δει.
- Μα έλα τώρα. Μια μικρή πίπα, επιμένει αυτός. Αλλωστε το ξέρω ότι σ αρέσει.
- Όχι! Είπα όχι!
- Μωρό μου, μη μου το κάνεις αυτό.
Ξαφνικά η μικρότερη αδελφή της κοπέλας εμφανίζεται στην πόρτα, αγουροξυπνημένη, τρίβοντας τα μάτια της. Τους κοιτάζει και τους δυο και λέει:
- Ο μπαμπάς είπε είτε εσύ να του πάρεις μια πίπα, είτε εγώ να του πάρω μια πίπα, είτε να σηκωθεί εκείνος και να έρθει να του πάρει μια πίπα, αλλά, για όνομα του θεού, πέσ του δικού σου να πάρει το χέρι του απ
Το θυροτηλέφωνο, για να μπορέσουμε να κοιμηθούμε λιγάκι.
Ένας άνεργος ηθοποιός παίρνει τηλεφώνημα από έναν συνάδελφο:
- Σε δυο ώρες έχουμε πρεμιερα. Εχουμε κάποιον που λέει μια φράση στην
Αρχή του έργου. Ε να, έπαθε ατύχημα και δεν μπορεί να ρθει. Δέχεσαι να
Τον αντικαταστήσεις; Μια ατάκα μόνο θα πεις, με θεατρικό τρόπο
Βεβαία, γι`αυτο και δεν βάζουμε όποιον όποιον, και η αμοιβή πολύ
Καλή. Τι λες;
- Τι λέει η ατάκα;
- Άκου! τα κανόνια μουγκρίζουν!
- Εντάξει, ντύνομαι κι έρχομαι.
- Κάνε γρήγορα
Ο τύπος ξεκινάει απ το σπίτι του βιαστικά και στο δρόμο "άκου, τα
Κανόνια μουγκρίζουν" και πάλι δώστου "άκου τα κανόνια
Μουγκρίζουν", φτάνει στο θέατρο, πάει να μπει, τον σταματάει ο θυρωρός.
- Εσύ ποιος είσαι; -εγώ είμαι ο άκου τα κανόνια μουγκρίζουν!-είσαι ο
Άκου τα κανόνια μουγκρίζουν; άργησες γρήγορα, τρέξε στην
Μακιγιέζ... Τρέχει στην μακιγιέζ -εσύ ποιος είσαι; -εγώ είμαι ο άκου
Τα κανόνια μουγκρίζουν! -έλα ρε χριστιανέ μου τελευταία στιγμή, κάτσε
Κάτω να σε φτιάξω... Τον μακιγιάρει -τρέξε στη σκηνή!... Τρέχει, πέφτει
Απάνω στον σκηνοθέτη -εσύ ποιος είσαι; -εγώ είμαι ο άκου τα κανόνια
Μουγκρίζουν -άντε ρε παιδί μου ακριβώς πάνω στην ώρα που βγαίνεις,
Και τον σπρώχνει στη σκηνή, ανοίγει η αυλαία και βρίσκεται ο τύπος
Μπροστά σε ένα θέατρο φίσκα τίγκα και ξαφνικά ακούγεται από πίσω του
Ένας ΤΡΟΜΑΧΤΙΚΟΣ θόρυβος, ο τύπος παθαίνει το τρέμουλο της ζωής
Του, επί σκηνής, αλλά, απ`την άλλη, συνειδητοποιώντας ότι τον βλέπουν
Χιλιάδες μάτια, προσπαθεί να το παίξει κουλ και λέει.
- Ρε, και γαμώ τον θόρυβο, ε;
Ήταν ένας τύπος που είχε παιδικό όνειρο να μάθει την τέχνη του καουμπόη.
Τελικά το πήρε απόφαση και πήγε στην Αμερική, στο Τέξας να πραγματοποιήσει
Το όνειρό του. Έπιασε δουλειά σε ένα ράντσο και όλα πήγαιναν καλά. Έμαθε και
Τα κόλπα με το λάσσο, τα πιστόλια και όλα τα σχετικά που δείχνουν οι
Ταινίες. Κάποτε, το αφεντικό ήθελε να στείλει μέρος από τις αγελάδες του σ
Έναν γνωστό του σε διπλανή πολιτεία. Βάζει λοιπόν το δικό μας μαζί με δυο
Τρεις άλλους που είχε να συνοδέψουν το κοπάδι. Κει που πήγαιναν, τους
Επιτίθενται οι Ινδιάνοι. Τρεις αυτοί, τριακόσιοι οι Ινδιάνοι, δεν είχαν και
Πολλές επιλογές, το βάζουν στα πόδια κι αρχίζουν να τρέχουν. Μπρος αυτοί,
Πίσω οι Ινδιάνοι, ποιος λογάριαζε τις αγελάδες. Κάποια στιγμή σκοντάφτει ο
Δικός μας, πέφτει κάτω. Έρχεται ένας Ινδιάνος από πάνω του και είναι έτοιμος
Να τον καρφώσει με το κοντάρι. Και το τσεκούρι έτοιμο από δίπλα. "Αχ,
Παναγίτσα μου, σώσε με και θα σου ανάψω λαμπάδα ίσα με το μπόι μου!"
Σταυροκοπιέται αυτός πάνω στην απελπισία του. Σαν το βλέπει αυτό ο Ινδιάνος,
Κοντοστέκεται και του λέει:
"Ρε συ, Έλληνας είσαι; Γιατί δεν το λές τόση
Ώρα;"