Δημοφιλή ανέκδοτα

Μια φορά στο σχολείο του Τοτού πήρε τηλέφωνο ο επιθεωρητής και είπε πως θα επισκεφθεί το σχολείο. Η δασκάλα του Τοτού θέλοντας να εντυπωσιάσει στοίχισε τα θρανία της τάξης αλλά στο τέλος περίσσεψε ένα.
Έτσι έβαλε σε αυτό το θρανίο τον Τοτό. Την επόμενη μέρα ήρθε ο επιθεωρητής και μπήκε στην τάξη του Τοτού. Είπε στα παιδιά πως θα τους βάλλει να λύσουν ένα πρόβλημα και αν το λύσουν θα πάνε σπίτια τους. Αρχίζει και λέει:
- Το 1918 έγινε ένας σεισμός 5,9 Ρίχτερ, έπεσαν 120 σπίτια, σκοτώθηκαν 18 άνθρωποι και τραυματίστηκαν 96. Πόσο χρονών είμαι;
Λοιπόν, οι καλοί μαθητές άρχισαν να λογαριάζουν ενώ ο Τοτός σήκωσε απ` την αρχή το χέρι του.
Η δασκάλα του έλεγε με νοήματα να κατεβάσει το χέρι του γιατί νόμιζε ότι θα πει καμιά μαλακία ως συνήθως. Όμως ο Τοτός εξακολουθούσε να σηκώνει το χέρι του. Τελικά ο επιθεωρητής του είπε να πει αφού κανείς άλλος δε σήκωνε το χέρι του, τότε ο επιθεωρητής απ
Αποφάσισε να τον σηκώσει.
- Πόσο χρονών είμαι; ρώτησε ο επιθεωρητής - 40, απάντησε ο Τοτός.
- Μπράβο, πως το βρήκες;
- Γιατί έχω ένα φίλο που είναι 20 και λέει τις μισές μαλακίες απ` ότι λες εσύ.
Ένας άνεργος ηθοποιός παίρνει τηλεφώνημα από έναν συνάδελφο:
- Σε δυο ώρες έχουμε πρεμιερα. Εχουμε κάποιον που λέει μια φράση στην
Αρχή του έργου. Ε να, έπαθε ατύχημα και δεν μπορεί να ρθει. Δέχεσαι να
Τον αντικαταστήσεις; Μια ατάκα μόνο θα πεις, με θεατρικό τρόπο
Βεβαία, γι`αυτο και δεν βάζουμε όποιον όποιον, και η αμοιβή πολύ
Καλή. Τι λες;
- Τι λέει η ατάκα;
- Άκου! τα κανόνια μουγκρίζουν!
- Εντάξει, ντύνομαι κι έρχομαι.
- Κάνε γρήγορα
Ο τύπος ξεκινάει απ το σπίτι του βιαστικά και στο δρόμο "άκου, τα
Κανόνια μουγκρίζουν" και πάλι δώστου "άκου τα κανόνια
Μουγκρίζουν", φτάνει στο θέατρο, πάει να μπει, τον σταματάει ο θυρωρός.
- Εσύ ποιος είσαι; -εγώ είμαι ο άκου τα κανόνια μουγκρίζουν!-είσαι ο
Άκου τα κανόνια μουγκρίζουν; άργησες γρήγορα, τρέξε στην
Μακιγιέζ... Τρέχει στην μακιγιέζ -εσύ ποιος είσαι; -εγώ είμαι ο άκου
Τα κανόνια μουγκρίζουν! -έλα ρε χριστιανέ μου τελευταία στιγμή, κάτσε
Κάτω να σε φτιάξω... Τον μακιγιάρει -τρέξε στη σκηνή!... Τρέχει, πέφτει
Απάνω στον σκηνοθέτη -εσύ ποιος είσαι; -εγώ είμαι ο άκου τα κανόνια
Μουγκρίζουν -άντε ρε παιδί μου ακριβώς πάνω στην ώρα που βγαίνεις,
Και τον σπρώχνει στη σκηνή, ανοίγει η αυλαία και βρίσκεται ο τύπος
Μπροστά σε ένα θέατρο φίσκα τίγκα και ξαφνικά ακούγεται από πίσω του
Ένας ΤΡΟΜΑΧΤΙΚΟΣ θόρυβος, ο τύπος παθαίνει το τρέμουλο της ζωής
Του, επί σκηνής, αλλά, απ`την άλλη, συνειδητοποιώντας ότι τον βλέπουν
Χιλιάδες μάτια, προσπαθεί να το παίξει κουλ και λέει.
- Ρε, και γαμώ τον θόρυβο, ε;
Ήταν ένας τύπος που είχε παιδικό όνειρο να μάθει την τέχνη του καουμπόη.
Τελικά το πήρε απόφαση και πήγε στην Αμερική, στο Τέξας να πραγματοποιήσει
Το όνειρό του. Έπιασε δουλειά σε ένα ράντσο και όλα πήγαιναν καλά. Έμαθε και
Τα κόλπα με το λάσσο, τα πιστόλια και όλα τα σχετικά που δείχνουν οι
Ταινίες. Κάποτε, το αφεντικό ήθελε να στείλει μέρος από τις αγελάδες του σ
Έναν γνωστό του σε διπλανή πολιτεία. Βάζει λοιπόν το δικό μας μαζί με δυο
Τρεις άλλους που είχε να συνοδέψουν το κοπάδι. Κει που πήγαιναν, τους
Επιτίθενται οι Ινδιάνοι. Τρεις αυτοί, τριακόσιοι οι Ινδιάνοι, δεν είχαν και
Πολλές επιλογές, το βάζουν στα πόδια κι αρχίζουν να τρέχουν. Μπρος αυτοί,
Πίσω οι Ινδιάνοι, ποιος λογάριαζε τις αγελάδες. Κάποια στιγμή σκοντάφτει ο
Δικός μας, πέφτει κάτω. Έρχεται ένας Ινδιάνος από πάνω του και είναι έτοιμος
Να τον καρφώσει με το κοντάρι. Και το τσεκούρι έτοιμο από δίπλα. "Αχ,
Παναγίτσα μου, σώσε με και θα σου ανάψω λαμπάδα ίσα με το μπόι μου!"
Σταυροκοπιέται αυτός πάνω στην απελπισία του. Σαν το βλέπει αυτό ο Ινδιάνος,
Κοντοστέκεται και του λέει:
"Ρε συ, Έλληνας είσαι; Γιατί δεν το λές τόση
Ώρα;"
Πάει ο τύπος σ ένα ιερέα για να εξομολογηθεί. Του λέει ο ιερέας:
"Πες
Μου, τέκνον μου, τι αμαρτία πιστεύεις ότι έχεις κάνει;". Ο
Τύπος αρχίζει να μιλά:
"Πήγα μια μέρα στο σπίτι της αρραβωνιαστικιάς
Μου, για να πάμε βόλτα. Αυτή όμως έλειπε. Ήταν εκεί η
Μεγάλη της αδελφή. Ε, τώρα, μόνη αυτή στο σπίτι, μόνος εγώ, έγινε το
Κακό".
"Μα παιδάκι μου, με τη μεγάλη αδελφή της
Αρραβωνιαστικιάς σου πήγες να το κάνεις;".
"Δεν ήταν μόνο αυτό",
Συνεχίζει ο μεταμελημένος τύπος, που συνεχίζει ακάθεκτος,
"Την άλλη μέρα που πήγα ήταν εκεί η μικρή της αδελφή. Ε, τώρα, μόνη
Αυτή, μόνος εγώ, δεν άργησε να γίνει το... κακό". Ο
Πάτερ άκουγε και δεν πίστευε στ αυτιά του. "Τέκνον μου, είναι βαριά τα
Κρίματά σου, αμφιβάλλω αν συγχωρεθούν". Ο τύπος
Όμως δεν είχε τελειώσει:
"Ξέρετε, πάτερ, κι άλλη μια φορά πήγα σπίτι και
Βρήκα μόνη τη μητέρα της. Τι να σας πω. Μόνος εγώ,
Μόνη αυτή, έγινε το κακό...". Σε κάποια στιγμή ο τύπος σηκώνει το κεφάλι
Του, αλλά ο παπάς έχει γίνει "άφαντος". Τον αναζητεί
Και τον βλέπει πίσω από κάτι κουρτίνες. "Γιατί, πάτερ, κρυφτήκατε εκεί
Πίσω;", αναρωτιέται ο τύπος. Κι ο παπάς έντρομος:
"Δεν
Καταλαβαίνεις; Μόνος εγώ, μόνος εσύ, άσε να μη γίνει τίποτα!".