Δημοφιλή ανέκδοτα

Ο Κωστίκας αποφάσισε μαζί με την γυναίκα του να πάνε διακοπές σε κάποιο νησί.
Μετά από μια εβδομάδα παραμονής η γυναίκα του τα φτιάχνει με τον γιατρό του νησιού. Το μαθαίνει ο Κωστίκας και γίνεται χαμός με την γυναίκα του. Η γυναίκα του τρέχει κατευθείαν στο γιατρό και του λέει πως το έμαθε ο άντρας της. Ο γιατρός της λέει ότι είναι βλάκας και να μη φοβάται. Έτσι της λέει:
- Κοίτα τι θα κάνεις αύριο που θα πας στην παραλία και μπεις στο νερό θα πεις βοήθεια βοήθεια μπήκε ένα καβούρι στο μ... Ι μου και μετά θα πεις ότι θα πρέπει να πάμε στον γιατρό. Έτσι και έγινε. Την επόμενη μέρα ο Κωστίκας παίρνει την γυναίκα του και τρέχουν στον γιατρό και του λένε πως έγινε. Ο γιατρός τότε λέει στον Κωστίκα:
- Κοίτα να δεις... Θα κάτσεις να γαμήσεις την γυναίκα σου και μόλις αισθανθείς να σε δαγκώνει ο κάβουρας θα τραβηχτείς.
- Μα τι λες γιατρέ θα μου τον κόψει. Ας το κάνει άλλος. Ο γιατρός του λέει ότι θα το κάνει αυτός. Βάζει από κάτω την γυναίκα του Κωστίκα και αρχίζει. Περνά μισή ώρα και ο Κωστίκας ρωτάει αν τσιμπάει.
- Όχι ακόμα, απαντά ο γιατρός.
Περνάει μια ώρα και ρωτάει ο Κωστίκας αν τσιμπάει ξανά.
- Όχι ακόμα απαντά ο γιατρός.
Περνάνε δυο ώρες και ρωτάει ο Κωστίκας αν τσιμπάει ξανά.
Ρε γιατρέ δεν χύνεις τουλάχιστον να τον πνίξουμε;
Ήταν μια φορά ένας Άγγλος, ένας Γερμανός και ένας πόντιος, και είχαν χαθεί στη ζούγκλα. Σε μια στιγμή βλέπουν ένα λιοντάρι. Πιάνει ο Άγγλος μια πέτρα και την πετάει στο λιοντάρι, αυτή το πετυχαίνει στο δόξα πατρί και το λιοντάρι πέφτει κάτω νεκρό. Ενθουσιασμένοι οι άλλοι δύο, κοιτάζουν τον Άγγλο όλο απορία και συνεχίζουν να περπατάνε.
Μετά από λίγο βλέπουν ακόμα ένα λιοντάρι, πιο μεγάλο αυτή τη φορά, να έρχεται κατά πάνω τους. Πιάνει ο Γερμανός μια πέτρα, πιο μεγάλη, την πετάει στο λιοντάρι και αυτό πέφτει κάτω ξερό. Κατενθουσιασμένοι οι άλλοι δύο και χωρίς φόβο πλέον, συνεχίζουν το περπάτημα.
Σε λίγο, βλέπουν μια αγέλη από λιοντάρια να έρχεται κατά πάνω τους. Πανικοβλημένοι τώρα, κοιτάζουν γύρω τους και σκέφτονται:
- Ούτε πέτρες, ούτε ξύλα, ούτε ... Τίποτα δε μας σώζει τώρα. Να το βάλουμε στα πόδια!
Αρχίζουν, λοιπόν, να τρέχουν. Ο Άγγλος και ο Γερμανός βρίσκουν ένα ψηλό δέντρο και σκαρφαλώνουν πάνω του, ο πόντιος, όμως, κάθεται από κάτω.
- Βρε, ανέβα πάνω, του λένε οι άλλοι.
- Όχι, απαντά ο πόντιος.
Τα λιοντάρια συνεχίζουν να πλησιάζουν.
- Ανέβα πάνω, του ξαναλένε, θα `ρθουν και θα σε φάνε.
- Γιατί! Εγώ έριχνα τις πέτρες;, απαντά ο πόντιος.
Ήτανε κάποτε ένας μούτσος εξήντα εκατοστά, που δούλευε σε ένα μεγάλο καράβι. Κάποτε τον φώναξε ο καπετάνιος και του είπε:
- "Aν γυαλίσεις πολύ καλά το κατάστρωμα, έτσι ώστε να γλυστρίσει κάποιος από το πολύ γυάλισμα, τότε θα εμφανιστεί ένα τζίνι. Εσύ μπορείς να του πεις μόνο μια ευχή, αλλά πρόσεχε γιατί είναι λίγο κουφό!"
Έτσι και έκανε ο μούτσος που ήταν εξήντα εκατοστά και του εμφανίστηκε το τζίνι. Τότε ο μούτσος του είπε ότι θέλει τριάντα σακιά λίρες, όμως το τζίνι του έφερε τριάντα σακιά μπύρες! Τότε πηγαίνει ο μούτσος στον καπετάνιο και του λέει:
- "Τι είναι αυτά τα πράγματα; Εγώ ζήτησα τριάντα σακιά λίρες και μου έφερε τριάντα σακιά μπύρες!"
Τότε γυρνάει ο καπετάνιος και του λέει:
- "Tι, νομίζεις ότι εγώ του ζήτησα εξήντα εκατοστά μούτσο;"
Πάει μια δημοσιογράφος σε ένα χωριό να πάρει συνέντευξη από έναν κτηνίατρο.
Ρωτάει λοιπόν το γιατρό: Τι γνώμη έχετε να μας πείτε για το φαινόμενο των τρελών αγελάδων;
- Έχουν όλες μουρλαθεί τελείως, απαντά ο γιατρός.
- Ναι αλλά εσείς, σαν κτηνίατρος, που αποδίδετε το γεγονός ότι οι αγελάδες τρελαίνονται; ρωτάει η δημοσιογράφος.
- Να σου πω κοπέλα μου λέει ο κτηνίατρος:
Εδώ δίπλα στη στάνη έχω μια αγελάδα.
Ξέρεις πόσες φορές τον χρόνο μου την πηδάει ο ταύρος;
- Όχι απαντά η κοπέλα.
- Μια φορά το χρόνο.
Και συνεχίζει ο κτηνίατρος:
Ξέρεις πόσες φορές την ημέρα την αρμέγω;
- Όχι απαντά ξανά η δημοσιογράφος.
Τέσσερις φορές τη μέρα . Απαντά ο γιατρός
Έκπληκτη η δημοσιογράφος λέει.
- Καλά, τι σχέση έχουν όλα αυτά;
- Τι λες κοπέλα μου; της λέει ο κτηνίατρος. Εσένα αν σου έπιαναν τα βυζιά κάθε μέρα και σε πηδούσαν μια φορά το χρόνο, δε θα είχες χαζέψει;
4 φοιτητές χημείας , μέσα στην εξεταστική τους είχαν ένα μικρό διάλειμμα και αποφάσισαν να πάνε το σαββατοκύριακο σε μια διπλανή πόλη να το γλεντήσουν με κάτι κοπελιές που ήξεραν από κει . Μετά από τα έκτροπα που συνέβησαν το σαβ/κο με τις κοπελιές ( που λογοκρίνονται επειδή μας διαβάζουν και μικρά παιδιά ) αποφάσισαν να γυρίσουν για να δώσουν μάθημα τη Δευτέρα .
Τελικά γύρισαν αλλά δεν πρόλαβαν το διαγώνισμα .
Λένε : Τι θα κάνουμε τώρα ; πρεπει να βρούμε μια δικαιολογία που δεν πήγαμε .
Τι να κάνουμε τι να κάνουμε ; θα πάμε να του πούμε ότι μας έπιασε λάστιχο στο γυρισμό από το ταξίδι και γι αυτό δεν προλάβαμε .
Πήγαν στον καθηγητή που το διδάσκει λοιπόν , του εξήγησαν ότι και αυτοί σαν φοιτητές είχαν βγει να ξεσκάσουν λιγάκι και τελικά στον γυρισμό τους έπιασε λάστιχο και δεν πρόλαβαν να πάνε να δώσουν . Ο καθηγητής δέχτηκε να τους βάλει να δώσουν την επόμενη μέρα μόνους τους ...
Πάνε την επόμενη μέρα τα καμάρια μας , διαβασμένοι στην εντέλεια και τους βάζει ο καθηγητής σε διαφορετικό γραφείο τον καθένα να γράψει ...
Η πρώτη ερώτηση ήταν ένα πολύ απλό θέμα θεωρίας , από αυτό που πιάνει 3 - 4 γραμμές ... και δίνει μόλις 5 μονάδες στις εκατό ... και το οποίο απαντήθηκε πολύ εύκολα και από τους 4 ... η δεύτερη και τελευταία ερώτηση έπιανε τις υπόλοιπες 95 μονάδες και ήταν η εξής ερώτηση ...
Ποιο λάστιχο ;
Με τέτοιους φίλους...
Επισκέπτεται ο Κώστας, τον φίλο του Μιχάλη στο σπίτι του. Εκεί δεν βρίσκει τον ίδιο, αλλά τη γυναίκα του, αποφασίζει λοιπόν να τον περιμένει, κάνοντας παρέα στη σύζυγο του φίλου του. Με τα πολλά, και αφού περνούσε η ώρα και ο φίλος του δεν ερχόταν, πρότεινε στην κυρία να της δώσει δέκα χιλιάδες αν τον άφηνε να της πιάσει το στήθος της.
Εκείνη αφού το σκέφτηκε λίγο το δέχτηκε. Της δίνει το δεκαχίλιαρο, και της χαϊδεύει το στήθος. Μετά από λίγο της προτείνει να της δώσει ακόμα δέκα χιλιάδες, με σκοπό να της πιάσει και το άλλο. Εκείνη δέχεται και εισπράτει άλλες δέκα χιλιάδες. Τέλος ο Κώστας φεύγει ευτυχισμένος από το σπίτι του φίλου του μίας και όπως ισχυρίστηκε βαρέθηκε να τον περιμένει άλλο.
Μετά από δύο ώρες περίπου επιστρέφει σπίτι ο Μιχάλης κατακουρασμένος, στην πόρτα τον υποδέχεται η γυναίκα του λέγοντας του ότι πέρασε και ο φίλος του, και το ζητούσε. Τότε ο Μιχάλης τότε της είπε κουρασμένα, α! μπράβο ελπίζω να σου έφερε και τα είκοσι χιλιάρικα που μου χρωστάει...!