Δημοφιλή ανέκδοτα

Ο Τοτός κάνει πάρτυ στο σπίτι του για τα γενέθλια του. Η μητέρα του είναι στην κουζίνα και ετοιμάζει λιχουδιές για τα παιδιά. Εκείνη την ώρα έρχεται ο πατέρας του Τοτού από τη δουλειά και λέει στη γυναίκα του.
- Γυναίκα έχω ορμές και θέλω να κάνουμε έρωτα τώρα αμέσως.
- Μα αντρούλη, έχουμε πάρτυ, καλεσμένους και θα γίνουμε ρεζίλι.
- Δεν αντέχω ούτε λεπτό και πρέπει να κάνουμε κάτι για να τα βολέψουμε.
- Δηλαδή σαν τι;
- Να, εσύ θα κοπείς λίγο με το μαχαίρι, θα σπάσουμε και ένα πιάτο και θα πούμε ότι έσπασε ένα πιάτο και κόπηκες όταν μάζευες τα σπασμένα και ότι θα πάμε πάνω για να στο δέσω.
Πράγματι κόβεται λίγο η μητέρα του Τοτού, πετάνε και ένα πιάτο κάτω για να σπάσει. Ακούει ο Τοτός το θόρυβο και τρέχει στην κουζίνα.
- Τι έγινε;
- Τίποτα σημαντικό, απαντάει ο πατέρας του, έσπασε ένα πιάτο η μαμά σου και κόπηκε όταν τα μάζευε και θα πάμε πάνω να το δέσουμε.
- Καλά, λέει ο Τοτός και ξαναγυρίζει στους φίλους του, ενώ οι γονείς του πήγανε επάνω.
Η ώρα περνούσε, οπότε ο Τοτός ανησύχησε και πήγε επάνω να τι γίνεται. Περνώντας έξω από την κρεβατοκάμαρα των γονιών άκουσε βογκητά. Σκύβει και βλέπει τους γονείς του να κάνουν έρωτα. Αμέσως αλλάζει χρώμα και γίνεται άσπρος, κατεβαίνει με τα τέσσερα τα σκαλοπάτια, τρέχει κλείνει τη μουσική και γυρίζει προς τους φίλους του και τους λέει:
- Μην τολμήσει κανένας να σπάσει πιάτο γιατί θα τον γαμήσει ο πατέρας μου.
Ήταν μια φορά ενας βλάχος και πήγε να μείνει σε ένα ξενοδοχείο της Αθήνας. Λέει στη ρεσεψιόν, λοιπόν,να του δώσει ένα δωμάτιο και του λέει αυτή:
- Μήπως θα θέλατε και καμμιά κοπελίτσα για παρέα το βράδυ;
- Αμέ, γιατί όχι!
Γίνεται ότι γινεται, λοιπόν, την επόμενη μέρα πάει ο βλάχος να πληρώσει.
- Δε χρωστάτε τίποτα, λέει η ρεσεψιόν και του δίνει και 200 Ευρώ!
Πάει ο βλάχος όλο χαρά στο κατσικοχώρι του και λέει ότι έγινε στους συγχωριανούς του.
Αρχίζουν λοιπόν να πηγαίνουν ένας-ένας στο περιβόητο ξενοδοχείο και είχαν όλοι την ίδια εμπειρία.
Κάποια στιγμή τους πήρε πρέφα ο παπάς του χωριού και πήγε ο ίδιος στο ξενοδοχείο της Αθήνας να τσεκάρει.
Πάει στη ρεσεψιόν και της ζητάει δωμάτιο.
Αυτή, κλασσικά, του λέει:
- Μήπως θα θέλατε και καμμιά κοπελίτσα για παρέα το βράδυ;
- Αυτά είναι πράγματα του Σατανά, τέκνον μου, λέει ο παπάς,αλλά μιας και το ανέφερες...
Πάει ο παππάς στο δωμάτιο με την γκόμενα, την ξεσκίζει και την επόμενη μέρα πάει για να πληρώσει.
Η ρεσεψιόν του είπε οτι δε χρωστάει τίποτα και του δίνει 3000 Ευρώ.
Ο παπάς τα έχει χάσει και τη ρωτάει:
- Μα τέκνον μου, γιατί στους υπόλοιπους συγχωριανούς μου έδωσες 200 και σε μένα 3000 Ευρώ;
Και η ρεσεψιόν του λέει:
- Κοιτάξτε, τσόντα με παπά πρώτη φορα γυρίζουμε!
Μία μέρα στην ζούγκλα ο πίθηκος κάπνιζε ένα "πεντάφυλλο"! Τον βλέπει η σαύρα και τον ρωτά:
- Τι κάνεις εκεί, ρε πίθηκε;
- Να, της λέει ο πίθηκος, καπνίζω ένα τσιγάρο. Αμα θέλεις, έλα να δοκιμάσεις.
Απονήρευτη η σαύρα ανεβαίνει πάνω στο κλαδί και παίρνει το τσιγαριλίκι που της έδωσε ο πίθηκος. Τραβά δύο-τρεις τζούρες και ΜΠΑΜ πέφτει ξερή κάτω από το κλαδί.
- Ωχχχ, λέει ο πίθηκος, τι έπαθες σαύρα μου;
- Να, του λέει η σαύρα, δεν είμαι και πολύ συνηθισμένη και έγινα χάλια. Πάω να πιω λίγο νερό να φτιαχτώ.
Και ξεκινά προς το ποτάμι. Με το που φτάνει στο ποτάμι και σκύβει να πιει νερό πετιέται ο κροκόδειλος,
- Καλά τι έπαθες σαύρα μου και είσαι έτσι ; την ρωτά.
- Ασε, του λέει, μου έδωσε ένα τσιγάρο ο πίθηκος και τρελάθηκα...
- Που; Που; ρωτά το αλάνι ο κροκόδειλος.
- Να εκεί πιο πέρα στο δάσος, του λέει η σαύρα.
Ξεκινά ο κροκόδειλος και λίγο πιο κάτω βρίσκει τρία τσιγαριλίκια καπνισμένα μέχρι την άκρη. Κοιτά ψηλά στο δέντρο και βλέπει τον πίθηκο ντίρλα.
Ο πίθηκος μες την ζάλη του κοιτά, ξανακοιτά, ξανακοιτά με γουρλωμένα μάτια τον κροκόδειλο και του λέει:
- Καλά μωρή χαμούρα, πόσο νερό ήπιες;