Δημοφιλή ανέκδοτα

Η σχέση αναπηρίας και ακοής Βατράχου.
Ο Καθηγητής Παντελής Βιολογίδης, κάνει μια σημαντικότατη ανακοίνωση σε παγκόσμιο συνέδριο Ιατρικής, σχετικά με τις επιπτώσεις της αναπηρίας στην ακοή...
Έμπροσθεν ενός ενθουσιώδους ακροατηρίου από όλες τις χώρες της Γής, επιδεικνύει το πείραμα που επαληθεύει τους ισχυρισμούς του.
- Ιδού κύριοι, αποκόπτω έναν των τεσσάρων ποδών αυτού του βατράχου και του φωνάζω να πηδήσει!... Παρακαλώ διευκολύνετέ με ,για την επιτυχή διεξαγωγή του πειράματος και ανακράξατε όλοι εν χορό για να πηδήξει ο βάτραχος...
Πράγματι το ακροατήριο εν χορό, ανακράζει:
- Βάτραχε πήδα!...
Και πραγματικά ο βάτραχος πηδά εν μέσω χειροκροτημάτων των συνέδρων...
- Δεύτερον μέρος του πειράματος και αποκόπτομε και τον δεύτερον πόδα του βατράχου και παρακαλώ φωνάξτε!...
- Βάτραχε πήδα!...
Και πραγματικά, ο βάτραχος εν μέσω αλαλαγμών του ακροατηρίου ξαναπηδά...
- Τρίτον μέρος του πειράματος !... Αποκόπτω τον τρίτον πόδα του βατράχου, και σας παρακαλώ να ανακράξομε όλοι να ξαναπηδήξει...
Πραγματικά, το ακροατήριο που συμμετέχει ενεργά στην διεξαγωγή του πειράματος φωνάζει εν χορό:
- Βάτραχε πήδα!...
Ω! του θαύματος ,ο βάτραχος κατορθώνει να ρίξει ένα ακόμη σάλτο εν μέσω δαιμονιώδους θορύβου του ακροατηρίου που ζει έντονα την διεξαγωγή του πειράματος...
- Φθάνομε τώρα στο τέταρτον και πλέον αποφασιστικό μέρος του πειράματος, καθώς αποκόπτομε τον τέταρτον και τελευταίον πόδα του βατράχου... Παρακαλώ φωνάξτε όλοι μαζί...
- Βάτραχε πήδα!...
Όμως ο βάτραχος μένει απαθής στην απαίτηση του ακροατηρίου... Οπότε ο σοφός κ. Καθηγητής εξηγεί το πείραμα και την κατάληξη του:
- Για να καταλήξομε στο καινοφανές συμπέρασμα αγαπητοί μου, ότι αποκοπτομένου και του τετάρτου ποδός ενός βατράχου, ούτος... Κουφαίνεται!...
- Στον προθάλαμο του Κτηνίατρου ήταν Τρία σκυλιά δυο μικρά Γιορκσαιρ και ένα θηριο Ντογκ . Λέει ο ένας μικρός στον άλλο μικρό.
" Γιατί σαι φέρον εδώ ;"
"Αχ άστα προχτές μπήκα στου γείτονα τον κήπο ήταν εκεί η μικρή σκυλίτσα του ε τι να κάνω την πήδηξα και σήμερα με έφερε η κυρά μου να με στείρωση "
" Aστα και μένα τα ίδια ήρθε επίσκεψη η φιλενάδα της κυράς μου με την σκυλίτσα της ε έγινε το αναπόφευκτο και σήμερα είμαι και εγώ για στείρωση "
" Εσύ Μεγάλε τι έκανες "
Εγώ εχθές έσκυψε η κυρά μου να σήκωσει κάτι και εγώ την πήδηξα "
" Καλά να πάθεις γάιδαρε τώρα θα σου κόψουν τα α*****α για να δεις "
" Όχι ρε μα***ες εμένα με έφερε η κυρά μου να μου κόψουν τα νύχια "
Ο πατέρας, της γενιάς του Πολυτεχνείου, κάθεται στο σαλόνι του σπιτιού του μαζί με τον 10χρονο γιο του και το νεώτερο βλαστάρι της οικογένειας, ένα μωρό 1 έτους. Κάποια στιγμή αποφασίζει να εξηγήσει στον "μεγάλο" τι σημαίνουν όλα όσα ακούγονται για τις κοινωνικές τάξεις, την αντιπαλότητά τους και τον ρόλο της εξουσίας στη ζωή μας.
- "Κοίτα παιδί μου", του λέει, "η κοινωνία είναι όπως η οικογένεια. Στην δική μας οικογένεια για παράδειγμα, εγώ είμαι το κεφάλαιο. Αυτός δηλαδή που κερδίζει και φέρνει τα χρήματα. Η μητέρα σου είναι η κυβέρνηση, αυτή αποφασίζει που και πώς θα τα ξοδέψουμε. Η υπηρέτρια είναι η εργατική τάξη. Εσύ παιδί μου είσαι ο λαός".
- "Το μωρό πατέρα τι είναι", ρωτάει ο γιος, "ο λαουτζίκος";
- "Όχι παιδί μου, το μωρό είναι το μέλλον του λαού", απαντάει ο πατέρας.
Η ώρα έχει περάσει και πάνε όλοι για ύπνο. Κάποια στιγμή, αργά τα μεσάνυχτα, το μωρό τα έχει "κάνει" και κλαίει με λυγμούς. Κανένας δεν σηκώνεται να το ησυχάσει. Ο γιος, σηκώνεται, χτυπάει την πόρτα της κρεβατοκάμαρας των γονέων του. Τίποτα! Μισανοίγει την πόρτα και βλέπει την μητέρα του να κοιμάται ατάραχη φορώντας ωτοασπίδες. Ο πατέρας πουθενά. Πηγαίνει προς την κουζίνα και από την μισάνοιχτη πόρτα βλέπει τον πατέρα του να "πηδάει" την υπηρέτρια. Φεύγει αθόρυβα και από εκεί πλήρως απογοητευμένος και επιστρέφει στο δωμάτιό του. Το πρωί, αναφέρει στον πατέρα του το βραδινό περιστατικό με το κλάμα του μωρού.
- "Να σου εξηγήσω γιε μου", λέει ο πατέρας.
- "Άσε, άσε πατέρα κατάλαβα", του απαντάει ο γιος. "Το κεφάλαιο "πηδάει" την εργατική τάξη, η κυβέρνηση κοιμάται του καλού καιρού, ο λαός φωνάζει, αλλά δεν τον ακούει κανείς και το μέλλον του λαού παραμένει σκατωμένο !
- Πέφτει ένα αεροπλάνο στη ζούγκλα. Υπάρχει μόνο ένας επιζώντας, τον οποίον τον πιάνουν οι μαύροι.
Του λένε "Έτσι και αλλιώς έχουμε σκοπό να σε σκοτώσουμε . Αν καταφέρεις να περάσεις τις 3 δοκιμασίες που θα σου βάλουμε θα σε αφήσουμε να ζήσεις."
- Εντάξει λέει ο άντρας, δεν έχω και τίποτα να χάσω.
- Πρώτη δοκιμασία, μια καλύβα γεμάτη με βαρέλια κρασί. Πρέπει να τα πιεις όλα, να μην αφήσεις σταγόνα.
- Δεύτερη δοκιμασία, μια άγρια τίγρης έχει πονόδοντο. Πρέπει να της βγάλεις το δόντι και φυσικά να επιζήσεις.
- Τρίτη δοκιμασία, είναι μια πουτ**α που έχει 20 χρόνια να πάει με άντρα. Αν καταφέρεις να την ικανοποιήσεις, τότε είσαι ελεύθερος.
Μπαίνει ο άντρας μέσα στην καλύβα με το κρασί, πίνει και πίνει και πίνει...
Κάποια στιγμή, τελείως σουρωμένος βγαίνει και κατευθύνεται προς την καλύβα με την τίγρη.
- Μπαίνει μέσα και αρχίζει ένα ανελέητο κυνηγητό. Φωνάζει ο άντρας, επιτίθεται η τίγρης. Για δυο ώρες γίνεται χαμός μέσα στην καλύβα. Ξαφνικά νεκρική σιγή.
Δεν ακούγεται τίποτα. Τον έφαγε η τίγρης σκέφτονται οι μαύροι και είναι έτοιμοι να φύγουν.
- Εκείνη τη στιγμή ανοίγει η πόρτα, βγαίνει ο άντρας και λέει, φανερά σουρωμένος "Πουυυ... είναι η πουτ**α... να της βγάλω το δόντι!"
Ένας φτωχός ανθρωπάκος με τη γυναίκα του πήγανε στο πανηγύρι του χωριού. Εκεί είχαν και ενα ελικοπτερο που έκανε ασκήσεις στον αέρα, γύριζε αναποδα, έπαιρνε απότομες στροφές και ηταν πολύ εντυπωσιακό. Ο τύπος ήθελε λοιπόν να μπει στο ελικόπτερο αλλά η γυναίκα του δεν τον άφηνε γιατί το εισιτήριο ήταν 50 ευρώ.
- Μα βρε γυναίκα δεν βλέπεις τι ωραίο που είναι; Που θα το ξαναζήσουμε αυτό;
- Ναι, αλλά 50 ευρώ είναι 50 ευρώ.
Τον επόμενο χρόνο, ξανά τα ίδια. Ο τύπος ήθελε να μπει στο ελικόπτερο αλλά η γυναίκα του επέμενε ότι 50 ευρώ είναι 50 ευρώ. Αφού γινόταν αυτό για μερικά χρόνια, κάποια χρονιά ο πιλότος του ελικοπτέρου τον λυπήθηκε τον φίλο μας. Οπότε του είπε οτι θα τον αφήσει αυτόν και την γυναίκα του να μπουν στο ελικόπτερο τζάμπα με τον όρο οτι δεν θα μιλήσουν και δεν θα φωνάξουν καθόλου όσο θα διαρκέσει η πτήση. Μπαίνουν λοιπόν και αρχιζει ο πιλότος μια να ανεβαίνει, μια να κατεβαίνει, να γυρίζει ανάποδα και να κάνει οτι τρέλα φανταστείς στον αέρα. Ο τύπος και η γυναίκα του δεν έβγαλαν ούτε άχνα. Ο πιλότος προσπαθεί περισσότερο για να τους εντυπωσιάσει, αλλά πάλι δεν ακούει τίποτα. Αφού τελειώνει η πτήση και προσγειώνονται, γυριζει ο πιλότος και λέει στον τύπο:
- Ρε φίλε, με ξαφνιάζεις. Τόσες τούμπες στον αέρα και δεν μίλησες καθόλου!
- Σκέφτηκα να πω κάτι όταν έπεσε η γυναίκα μου, αλλά 50 ευρώ είναι 50 ευρώ!
Ήταν ο Κώστας και ο Γιώργος, δύο φίλοι από παλιά. Τώρα πια, σπούδαζαν, και δυστυχώς, ο Γιώργος, θα πήγαινε να σπουδάσει στη Ρωσία. Ο Κώστας τη μέρα πριν φύγει του είπε:
Ήταν ο Κώστας και ο Γιώργος, δύο φίλοι από παλιά. Τώρα πια, σπούδαζαν, και δυστυχώς, ο Γιώργος, θα πήγαινε να σπουδάσει στη Ρωσία. Ο Κώστας τη μέρα πριν φύγει του είπε:
- Τώρα που το λες, θα το σκεφτώ και μπορεί να έρθω κι εγώ.
- Έλα τότε.
- Α, δεν μπορώ τώρα, έχω μερικές δουλειές να κανονίσω. Μια που θα πας εκεί, όταν μπορέσεις, γράψε μου ένα γράμμα για το πως είναι τα πράγματα εκεί.
Γράψε μου με κόκκινο στυλό αν όλα τα πράγματα είναι καλά και ωραία εκεί, και με μπλε αν είναι χάλια μέρος για να ζήσει κανείς.
Έτσι λοιπόν, ο Κώστας, μετά από τρεις μήνες, λαμβάνει ένα γράμμα από το φίλο του το Γιώργο.
Αγαπητέ Κώστα,
Τα πράγματα εδώ πέρα είναι τέλεια. Οι δρόμοι είναι πεντακάθαροι, η αστυνομία πολύ οργανωμένη, οι μισθοί είναι υψηλοί, τα ξενοδοχεία φτηνά, ο κόσμος φιλικός... Το μόνο εκνευριστικό πράγμα εδώ πέρα είναι ότι δεν μπορείς να βρεις πουθενά μπλε μελάνι.
Ενας τυπάς περπάταγε αμέριμνος στην εξοχή. Θαύμαζε τα λουλούδια, ανάπνεε τον καθαρό αέρα, ώσπου ξαφνικά, περνάει δίπλα από τον γεμάτο φυτά φράχτη μιας πανάκριβης εξοχικής κατοικίας.
Καθώς θαύμαζε τα πολυτελή παραθύρια, ακούει από τον κήπο μια παιδική φωνή να επαναλαμβάνει:
"Οτό, οτό οτό..."- Δεν πάμε καλά. Τι διάολο είναι τούτο πάλι, σκέφτεται.
Κολλάει το σώμα του στον φράχτη και προσπαθεί να κοιτάξει διακριτικά από πάνω. Πραγματικά, μέσα στην αυλή, ένα μικρό παιδάκι, πέντε με έξι χρονών, με τα χέρια ακουμπισμένα στο χείλος του πηγαδιού, κοιτούσε το χάος ίσια κάτω και μονολογούσε:
"Οτό, οτό, οτό".
Γεμάτος περιέργεια, σκυφτά-σκυφτά, περπατάει μέχρι την κοντινή αυλόπορτα. Μένοντας κρυμμένος, κοιτάει με την άκρη του ματιού του να δει τι ακριβώς γίνεται.
Καμιά διαφορά. Ο μικρός, εξακολουθεί να σκέκεται με τα χέρια πάνω στο χείλος, ελαφρά γερμένος προς τα μέσα, και να μονολογεί:
"Οτό, οτό, οτό".
Ο φίλος κοιτάει δεξιά, κοιτάει αριστερά, σηκώνεται όρθιος, βάζει τα χέρια στις τσέπες, σηκώνει το κεφάλι ψηλά και αρχίζει να περπατάει σφυρίζοντας. Διασχίζει την αυλόπορτα, φτάνει πάνω από τον μικρούλη, και ρίχνει μια προσποιητή αφηρημένη ματιά μέσα στο πηγάδι, χωρίς να σταματήσει το σφύριγμα.
Τζίφος. Το πηγάδι είναι φοβερά βαθύ και το μόνο που διακρίνει είναι σκοτάδι. Και ο μικρός εξακολουθεί:
"Οτό, οτό, οτό".
Ο φίλος αποφασίζει να το χειριστεί αλλιώς. Γονατίζει δίπλα στον μικρό, και με παιδική φωνή του λέει:
- Γεια σου, παιδάκι. Τι κάνεις εδώ;
Ο μικρός το βιολί του:
- Οτό, οτό, οτό.
- Τι είναι μες το πηγάδι;
Τα ίδια.
Ο φίλος τα παίρνει στο κρανίο. Σηκώνεται ξανά όρθιος, αποφασισμένος να λύσει το όλο αίνιγμα. Πλησιάζει το χείλος του πηγαδιού. Κοιτάει έντονα μέσα. Αβυσσος. Ακουμπάει το χέρια του στο χείλος και ξανακοιτάει. Σκοτάδι. Μεταφέρει το βάρος του στα χέρια του, γέρνει πάνω από το πηγάδι, και προσπαθεί να διακρίνει οτιδήποτε στο βάθος του. Ο μίκρος δίπλα το χαβά του. "Οτό, οτό, οτό".
Ο φίλος γέρνει ακομη περισσότερο.
Βρίσκεται τώρα σχεδόν ολόκληρος πάνω από το πηγάδι. Κοιτάζει με ένταση το σκοτάδι κάτω. Ξαφνικά, ο μικρός, μετακινείται απότομα. Ερχεται από πίσω του και με μια ελαφριά σκουντιά, τον αναγκάζει να χάσει την ισορροπία του.
Ο φίλος τρεκλίζει, προσπαθει να βρει κάτι να κρατηθεί, κουνάει απελπισμένα τα χέρια του γύρω-γύρω στον αερά και με ένα μακρόσυρτο "ΑΑΑααααα..." βουτάει προς τον πάτο του πηγαδιού.
Ο μικρός, ατάραχος, επανέρχεται στην προηγούμενη θέση του, ακουμπάει τα χέρια του πάνω στο χείλος του πηγαδιού και συνεχίζει:
- Εννιά, εννιά, εννιά ...
Μια φορά ήταν ο Γιωρίκας και ο Κωστίκας στο αμάξι του Γιωρίκα. Περνούσε η ώρα μέχρι που λέει ο Κωστίκας στο Γιωρίκα:
- "Ρε Γιωρίκα θέλω να κατουρήσω σταμάτησε το αυτοκίνητο να κατέβω λίγο."
- "Εντάξει Κωστίκα. Κάνε λίγο υπομονή, και σε λίγο όταν θα συναντήσουμε καμία πινακίδα θα σταματήσω, έτσι ώστε να κατουρήσεις με την ησυχία σου, χωρίς να σε δει κανένας και γίνεις ρεζίλη."
Προχώρησαν 1χλμ περίπου. Ο Κωστίκας από μακριά βλέπει μια ταμπέλα της Νέας Δημοκρατίας και λέει απελπισμένος στο Γιωρίκα:
- "Να Γιωρίκα μια ταμπέλα της ΝΔ. Σταμάτα να κατουρήσω εδώ!"
- "Τι λες ρε μαλάκα; Η ΝΔ είναι το κόμμα μου, αποκρίνεται ο Γιωρίκας."
- "Καλά, εγώ σέβομαι την άποψη σου αλλά δεν αντέχω άλλο, θα τα κάνω απάνω μου!"
Δεν πρόλαβε καλά καλά να τελειώσει ο Γιωρίκας και βλέπει το αυτοκίνητο να είναι σταματημένο μπροστά σε μια ταμπέλα του ΠΑΣΟΚ. Την ίδια στιγμή ακούει των Γιωρίκα να λέει:
- "Ορίστε Κωστίκα, κάτουρα εδώ."
- "Μα τι λες τώρα; Το ΠΑΣΟΚ είναι το κόμμα μου."
Ο Γιωρίκας βάζει το αμάξι μπροστά και προχωράει παραπέρα. Μετά απο 3χλμ δρόμο ο Γιωρίκας βλέπει μια ταμπέλα του ΚΚΕ και λέει αμέσως στον Κωστίκα ο οποίος τα κρατούσε με το ζόρι ακόμα:
- "Να Κωστίκα κάτουρα εδώ με την ησυχία σου. Εξάλλου το λέει κιόλας Κωστίκα Κάτουρα ΕΛΕΥΘΕΡΑ(ΚΚΕ)."