Δημοφιλή ανέκδοτα

Καθόταν ένας παππούς στην αυλή και κοίταζε τον μικρό του εγγονό να παίζει.
Βλέπει τον εγγονό να βγάζει ένα σκουλήκι από την τρύπα, οπότε πηγαίνει στον εγγονό και του λέει:
- Θα σου δώσω πέντε ευρώ αν μπορέσεις να ξαναβάλεις το σκουλήκι μέσα στην τρύπα από όπου το έβγαλες.
Το αγοράκι σκέφτηκε ότι είναι πολύ εύκολο, και έτσι προσπάθησε. Μετά από λίγο κατάλαβε ότι δεν γινόταν τίποτε έτσι. Έτρεξε μέσα πήρε την λακ της γιαγιάς και ψέκασε το σκουλήκι. Το άφησε να στεγνώσει και μετά χωρίς δυσκολία το έχωσε πάλι στην τρύπα.
- Αυτό ήταν πολύ έξυπνο κόλπο, είπε ο παππούς. Πάρε τα 5 σου ευρώ.
Την επόμενη μέρα το αγόρι έπαιζε πάλι, και ο παππούς το πλησιάζει και του δίνει άλλα 5 ευρώ.
- Γιατί είναι αυτά; ρωτάει το αγόρι.
- Και η γιαγιά σου πιστεύει ότι ήταν έξυπνο κόλπο!
Είναι ένας τύπος που ξυπνάει το πρωί , πηγαίνει για το πρωινό κατούρημα , ξύρισμα , πλύσιμο , χτένισμα και εκεί που έβαλε το ζελέ στο μαλλί ( γυαλί , μαλλί και παντελόνι Lee ) λέει στον εαυτό του :
" Αγορίνα μου , τι θα κάνουμε σήμερα ; Θα πάμε στο κλαμπ το βράδυ και θα χτυπήσουμε μια γαμάτη γκόμενα και θα τη φέρουμε εδώ και θα της αλλάξουμε τα πετρέλαια . "
Πράγματι , το βράδυ πηγαίνει σε ένα κλαμπ , κλείνει το μάτι σε μια γκόμενα , έρχεται αυτή , την ψήνει να πάνε σπίτι του , πηγαίνουν και τελικά την πη**ει . Το άλλο πρωί , πάλι μπροστά στον καθρέφτη :
" Αγόραρε, χθες πη**ξαμε μία , σήμερα θα το κάνουμε με δύο . Σιγά το δύσκολο για ένα γκόμενο σαν κι εσένα . "
Πάει πάλι στο ίδιο κλαμπ , κλείνει το ένα μάτι σε μία αριστερά , κλείνει το άλλο μάτι και σε μια άλλη δεξιά και έρχονται και οι δύο . Τις ψήνει κι αυτές να πάνε μαζί σπίτι του όπου τελικά τις πη**ει και τις δύο μαζί !
Το άλλο πρωί , όλο κεφάτος ο τύπος, μονολογεί στον καθρέφτη :
" Μεγάλε μπήχτη παιδαρά , χθες πή**ξες δύο , σήμερα θα πη**ξεις τρεις . "
Πάει λοιπόν στο κλαμπ , κλείνει το μάτι σε μία αριστερά , κλείνει το μάτι σε μία από πίσω , κλείνει το μάτι και σε μία δεξιά . Αποτέλεσμα : Δεν έρχεται καμία . Βρε ξανακλείνει το μάτι αριστερά , ξανακλείνει το μάτι πίσω , ξανακλείνει το μάτι και δεξιά αλλά πάλι τίποτα και τελικά γυρνάει μόνος του στο σπίτι . Οπότε την άλλη μέρα , κοιτιέται στον καθρέφτη και με ένα διαβολικό χαμόγελο λέει στον εαυτό του :
" Ανεξάρτητε ! "
Είναι δύο φυλακισμένοι και ρωτάει ο ένας τον άλλο.
Α: Τι έκανες κι είσαι στη φυλακή;
Β: Ήμουν στη δουλειά και δεν αισθανόμουν καλά. Μια και δεν είχε πολύ δουλειά
Μου λέει αφεντικό "άντε πήγαινε σπίτι σου να συνέλθεις". Πάω κι εγώ σπίτι
Μου και βρίσκω τη γυναίκα μου στο κρεβάτι με τον καλύτερό μου φίλο. Ε,
Άρπαξα τη κυνηγητική μου καραμπίνα και την άδειασα πάνω τους και βρέθηκα
Εδώ. Εσύ τι έκανες;
Α: Πού να σου τα λέω. Σφαγή.
Β: Αντε ρε και φαίνεσαι καλό παιδί.
Α: Γυρίζω σπίτι μου και λέω στη γυναίκα μου:
"Αγάπη μου, άκουσα ένα
Καταπληκτικό ανέκδοτο. Ακου να πεθάνεις απ τα γέλια". Της λέω το ανέκδοτο
Και την πιάνει ένα νευρικό γέλιο, γέλαγε ασταμάτητα επί δύο ώρες μέχρι που
Της ήρθε ανακοπή και πέθανε. Ο εισαγγελέας δε με πίστεψε και μου απήγγειλε
Κατηγορία ανθρωποκτονίας. Ήμουν στην πρώτη σελίδα όλων των εφημερίδων. Στη
Δίκη όταν έφτασε η ώρα της απολογίας μου, ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου μου
Είπε ειρωνικά:
"Ώστε ισχυρίζεστε πως η σύζυγός απεβίωσε από το πολύ γέλιο.
Για πέστε το και σ εμάς αυτό το τόοοοσο καταπληκτικό ανέκδοτο που λέτε πως
Της είπατε". Τους διηγήθηκα το ανέκδοτο κι άρχισαν όλοι να γελάνε
Ασταμάτητα. Ο Πρόεδρος, ο Εισαγγελέας, οι Δικαστές, οι Ένορκοι, οι
Δικηγόροι, οι αστυνομικοί, το ακροατήριο. Μόνο δυο Πόντιοι που κάθονταν στην
Άλλη άκρη της αίθουσας δεν γελούσαν. Πέρασαν δυο ώρες τρεις ώρες κι όλοι
Γελούσαν μέχρι που ξεψύχησαν ένας ένας. Μετά από δύο εβδομάδες πέθαναν και
Οι δύο Πόντιοι