Ο Αρχιεπίσκοπος έκανε ένα ταξίδι στην Κρήτη, και, μετά τις επαφές του με την τοπική εκκλησία, μπήκε σε ένα καράβι που έκανε μια μικρή κρουαζιέρα στις ακτές του νησιού.
Ξαφνικά είδε μια μεγάλη αναστάτωση: Ένας αβοήθητος άνδρας, που φορούσε ένα μπλουζάκι Ολυμπιακού, ήταν μέσα στα κύματα και ούρλιαζε απελπισμένος προσπαθώντας να ξεφύγει από τα σαγόνια ενός πελώριου καρχαρία.
Ξαφνικά εμφανίστηκε ένα ταχύπλοο με τρεις άντρες, που όλοι φορούσαν μπλουζάκια Παναθηναικού και ήταν μέλη του τοπικού συλλόγου. Ένας από αυτούς εκτόξευσε με δύναμη ένα καμάκι στα πλευρά του καρχαρία, ενώ οι άλλοι δύο πλησίασαν και έβγαλαν από την θάλασσα τον μπλε και ημιαναίσθητο ολυμπιακό.
Μετά και οι τρεις κτύπησαν τον καρχαρία με κοντάρια και τον ανέσυραν νεκρό πάνω στο σκάφος τους.
Ο Αρχιεπίσκοπος, όπως είναι φυσικό, ενθουσιάστηκε από την πράξη τους και φώναξε:
- Μπράβο τέκνα μου! Να έχετε την ευλογία του Θεού για την γενναία σας πράξη! Λοιπόν, ενώ νόμιζα ότι υπήρχε αγεφύρωτο χάσμα ανάμεσα σε οπαδούς του Παναθηναϊκού και του Ολυμπιακού, τώρα όμως διαπιστώνω ότι αυτό δεν είναι αλήθεια.
Μετά την αναχώρηση του Αρχιεπισκόπου, ο τύπος με το καμάκι
Αναρωτήθηκε:
- Ρε σύντεκνοι, ποιος ήταν τούτος; Κάτι μου θυμίζει η φάτσα του...
- Καλά, ρε, δεν ξέρεις τον Αρχιεπίσκοπο; Είναι ένας άνθρωπος του Θεού και κατέχει την θεία σοφία και τα διδάγματα.
Οπότε απαντά ο τύπος:
- Μπορεί να έχει την θεία σοφία, αλλά δεν έχει ιδέα από ψάρεμα
Καρχαριών. Και με την ευκαρία, το δόλωμα συνήλθε και είναι καλά, ή να πάμε να βρούμε κάποιον άλλον;
Ένας πατέρας θέλει να στείλει το παιδί του στον πολιτισμό μιας και στο χωριό του όλοι είναι πολύ πίσω, του λέει λοιπόν ο πατέρας:
- Παιδί μου, θα ακολουθήσεις αυτά τα δύο σίδερα (γραμμες τραίνου) και στην πρώτη πόλη που θα βρεις θα δεις μία εκκλησία, ακριβώς δίπλα μένει η θεία σου.
Το παιδί λοιπόν ξεκινάει και μόλις μπαίνει στο πρώτο τούνελ ακούγεται "ΤΣΑΦ, ΤΣΟΥΦ, ΤΣΑΦ, ΤΣΟΥΦ" και ξαφνικά γυρίζει πίσω και βλέπει ένα τεράστιο φως να έρχεται κατά πάνω του.
Πηδάει μετά δυσκολίας στην άκρη με τρεις πιρουέτες και δύο κωλοτούμπες και τη γλιτώνει.
Στο δεύτερο τούνελ πάλι το ίδιο!
Φτάνει στην πόλη, βλέπει την εκκλησία, και βρίσκει την θεία του.
Μετά το καλωσόρισμα προσφέρεται η θεία του να του φτιάξει ένα φλυτζάνι και βάζει την τσαγιέρα στο μάτι.
Η τσαγιέρα μετά από λίγο αρχίζει να κάνει "τσαφ, τσουφ, τσαφ, τσούφ" και το παιδί ορμά στην τσαγιέρα και αρχίζει να την κοπανάει με μία καρέκλα.
- Μα τι κάνεις, παιδί μου;! ρωτά η θεία του.
- Αυτά, θεία, να τα σκοτώνεις από μικρά γιατί άμα μεγαλώσουν την έχεις κάτσει...
- Πως θα έλεγαν τον Μπομπ το Μάστορα αν έμενε άνεργος;
- Μπομπ.
- Πως θα έλεγαν τον Μπομπ το Μάστορα αν ήταν ιερέας;
- Μπομπ ο πάστορας.
- Πως θα έλεγαν τον Μπομπ το Μάστορα αν ροκάνιζε δέντρα;
- Μπομπ ο κάστορας.
- Πως θα έλεγαν τον Μπομπ το Μάστορα αν ήταν είδος καθαρισμού;
- Μπομπ ο Σφουγγαράκης.
- Πως θα έλεγαν τον Μπομπ το Μάστορα αν κάπνιζε ένα μπάφο;
- Μπομπ ο μάστουρας.
- Πως θα έλεγαν τον Μπομπ το Μάστορα αν κάπνιζε ΠΟΛΛΑ μπάφα;
- Μπομπ Μάρλεϋ.
- Πως θα έλεγαν τον Μπομπ το Μάστορα αν έπινε μπύρες;
- Μπόμπυρας.
- Πως θα έλεγαν τον Μπομπ το Μάστορα αν φούσκωνε λάστιχα;
- Τρόμπομπ.
- Πως θα έλεγαν τον Μπομπ το Μάστορα αν ήταν από σίδερο και τα έσπαγε όλα;
- Τρόμποκοπ.
- Πώς θα έλεγαν το Μπομπ το Μάστορα αν ήταν φιλοχουντικός δημοσιογράφος;
- Μπόμπ Μαστοράκη.
- Πως θα έλεγαν τον Μπομπ το Μάστορα αν ήταν πούστης με ξανθό μαλλί;
- Μπίμπι Μπόμπ.
Ήταν ένας καθολικός παπάς, ένας μουσουλμάνος, ένας εβραίος και ένας έλληνας.
Λέει ο μουσουλμάνος:
- Εμείς κάνουμε ένα κύκλο, πετάμε τα λεφτά, και όσα πάνε μέσα στον κύκλο τα παίρνει η εκκλησία , τα υπόλοιπα εμείς.
Λέει ο καθολικός:
- Εμείς όταν μετράμε τα λεφτά από το παγκάρι, κάνουμε μια γραμμή, πετάμε τα λεφτά στον αέρα, και όσα πέσουν δεξιά τα παίρνει η εκκλησία και όσα πέσουν αριστερά τα παίρνουμε εμείς.
Λέει ο εβραίος:
- Εμείς κάνουμε μία γραμμή στο πάτωμα, πετάμε τα λεφτά, και όσα πέσουν πάνω στην γραμμή τα παίρνει η εκκλησία, τα υπόλοιπα εμείς.
Βγαίνει και ο έλληνας και λέει:
- Και εμείς κάνουμε μία γραμμή στο πάτωμα. Μετά πετάμε τα λεφτά ψηλά, και όσα πάνε στον Θεό τα παίρνει, τα υπόλοιπα εμείς...
Πάει ένας νέος στον ιερέα για εξομολόγηση.
Οπότε, τον ρωτάει ο παπάς.
- Τέκνον μου, τι αμαρτίες έκανες;
- Ε, να, του λέει, προχθές το βράδυ, ψιλόβρεχε και είχα πάει στο σπίτι της θειας μου ε, και όπως καθόμασταν εκεί... το κάναμε...
Έξαλλος ο παπάς του λέει.
- Το κάνατε; Αυτό είναι μεγάλη αμαρτία... Κάνε 40 μετάνοιες και κάνε 5 μέρες νηστεία και ο Θεός θα σε συγχωρέσει...
Μετά από μια εβδομάδα, ξαναέρχεται ο ίδιος νέος στον παπα.
Οπότε, τον ρωτάει ο παπάς.
- Τέκνον μου, τι αμαρτίες έκανες;
- Ε, να, του λέει, προχθές το βράδυ, ψιλόβρεχε και είχα πάει στο σπίτι της αδερφής μου ε, και όπως καθόμασταν εκεί... το κάναμε...
Έξαλλος ο παπάς του λέει:
- Το κάνατε; Αυτό είναι τεράστια αμαρτία... κάνε 100 μετάνοιες και κάνε 10 μέρες νηστεία και ίσως ο Θεός θα σε συγχωρέσει!
Μετά από μια εβδομάδα, ξαναέρχεται ο ίδιος νέος στον παπα.
Οπότε, τον ρωτάει ο παπάς:
- Τέκνον μου, τι αμαρτίες έκανες πάλι;
- Ε, να, του λέει, προχθές το βράδυ, ψιλόβρεχε και είχα πάει στο σπίτι της μάνας μου ε, και όπως καθόμασταν εκεί... το κάναμε...
Εκεί ο παπάς τρελαίνεται και του λέει:
- Ακου παιδί μου... αυτό είναι ασυγχώρητη αμαρτία, αδύνατον να σε συγχωρέσει ο Θεός!
- Έλα βρε πάτερ, κάτι θα βρεις εσύ...
- Μα δεν γίνεται τίποτα σου λέω, η αμαρτία σου είναι τόσο μεγάλη που δεν συγχωρείται με τίποτα!
- Πάτερ... πρόσεχε γιατί έξω ψιλοβρέχει...
Ο μεθυσμένος μπήκε στο λεωφορείο. Μύριζε σαν βαρέλι του κρασιού και πήγε κι έκατσε δίπλα σε έναν παπά. Το πουκάμισό του ήταν λεκιασμένο, το πρόσωπό του γεμάτο κόκκινο κραγιόν και ένα μισογεμάτο μπουκάλι κρασί να βγαίνει από την τσέπη του.
Ανοίγει την εφημερίδα του και αρχίζει να διαβάζει. Μερικά λεπτά αργότερα, γυρίζει και ρωτά τον παπά:
- Πάτερ, τι προκαλεί την αρθρίτιδα;
- Κύριε, λέει με αποδοκιμασία ο παπάς, η αρθρίτιδα προκαλείται από χαλαρή ζωή, με το να βρίσκεσαι με φτηνές και ανήθικες γυναίκες, το πολύ αλκοόλ και την αδιαφορία για τον πλησίον σου.
- Να με πάρει ο διάολος, ψιθύρισε ο μεθυσμένος και συνέχισε να διαβάζει την εφημερίδα του.
Ο παπάς, αναλογιζόμενος τι του είπε, γύρισε στον μεθυσμένο και του ζήτησε συγγνώμη.
- Λυπάμαι, δεν το εννοούσα αυτό που σου είπα. Πόσο καιρό υποφέρεις από την αρθρίτιδα;
- Μα δεν έχω εγώ αρθρίτιδα, πάτερ. Μόλις διάβασα στην εφημερίδα ότι ο Πάπας έχει τέτοια αρρώστια.
Κατεβαίνει ο Μανούσος κάθε Κυριακή από το Μιτάτο και πάει στη εκκλησία του χωριού στέκεται μπροστά στο τέμπλο,στην εικόνα του Αγίου Νικολάου και του λέει:
"Aι Νικόλα κάνε ως την άλλη Κυριακή να έχω παντρευτεί"
. Έρχεται όμως η Κυριακή ο Μανούσος δεν έχει παντρευτεί αυτό γίνεται συνέχεια οπότε σκέφτεται και λέει:
"Μπρε κι ο Aγιος φοβέρα θέλει"
. Πάει πάλι στην εκκλησία στέκεται πάλι μπροστά στην εικόνα του Αγίου και του λέει αγριεμένος:
"Γιάε Aι Νικόλα αν δεν έχω παντρευτεί ως την άλλη Κυριακή θα ρθω και θωρείς τη κατσούνα, θα σου κάνω την εικόνα χίλια κομμάτια,"
Και φεύγει. Τον ακούει ο παπάς που ήτανε μέσα στο Ιερό και λέει:
"Έχει γούστο ναρθεί ο τροζός να σπάσει την εικόνα"
. Και πιάνει και βγάζει την εικόνα από το τέμπλο και βάζει στη θέση της ένα μικρό εικονισματάκι του Αγίου Νικολάου. Έρχεται η άλλη Κυριακή οπότε καταφθάνει διαολισμένος ο Μανούσος στην Εκκλησία μπαίνει μέσα και πάει γραμμή στo τέμπλο θωρεί το μικρό εικονισματάκι του Αγίου σκύβει και του λέει αγριεμένος:
"Μπρε Νικολιό που είναι ο μπαμπάς σου;"
Στην ενορία του χωριού πάει ο δεσπότης της εκεί περιφέρειας να λειτουργήσει έπειτα από πολύ καιρό.
Ο χώρος της εκκλησιάς ήταν γεμάτος από πιστούς και όλοι ήταν εκεί μαζεμένοι. Έγινε το λοιπόν η λειτουργία και όλοι περίμεναν με αγωνία τον εκκλησιαστικό λόγο στο τέλος.
Ο δεσπότης δεν αισθάνονταν καλά και λέγει στον ιερέα να βγάλει αυτός τον λόγο. Ο ιερέας αν και ντρέπονταν είπε λίγο από την θεια κοινωνία και είπε τον λόγο.
Αφού λοιπόν τελείωσε ρωτά τον άγιο: Δέσποτα τα είπα καλά; και Aγιος του απαντά: καλά τα είπες όμως έκανε λίγα λαθάκια όπως:
Α) Όταν ανεβαίνουμε τα σκαλοπάτια τα ανεβαίνουμε ένα - ένα και όχι τρία - τρία και ζικ ζακ αλλά στην ευθεία β) Όταν αρχίζουμε την ομιλία λέμε αγαπητοί αδελφοί χριστιανοί και όχι για σας μάγκες
Γ) Όταν φθάνουμε στην ανάσταση του κυρίου λέμε για το δέος της νυκτός, εκείνης, τότε και όχι: έγινε της ρουτίνας το κάγκελο, δεν έμεινε κολυμπυθρόξυλο
Δ) Όταν τελειώνουμε κλείνουμε με το αμήν και όχι με το : όλε
Ε) Όταν κατεβαίνουμε τα σκαλοπάτια, πάλι ένα-ένα και όχι τσουλήθρα, κατά τα άλλα καλά τα πηγές.