Η δασκάλα έστειλε τον Τοτό και άλλα δύο παιδιά στο γραφείο του διευθυντή γιατί είχαν κάνει μια αταξία.
- Εσύ παιδί μου τι έκανες; ρωτάει το πρώτο παιδί ο διευθυντής.
- Πέταξα μια καρέκλα στη δασκάλα!
- Δύο ημέρες αποβολή. Εσύ; ρωτάει το δεύτερο.
- Εγώ έβρισα τη δασκάλα!
- Μια ημέρα αποβολή. Και εσύ Τοτέ τι έκανες;
- Εγώ πέταξα το στραγαλάκι στον τοίχο.
- Εσύ γρήγορα στην τάξη σου.
Αυτό επαναλήφθηκε ξανά και ξανά. Δηλαδή τα δύο παιδιά έπαιρναν αποβολή και ο Τοτός πήγαινε στην τάξη του κανονικά.
Μια ημέρα λοιπόν που τους ξανακάλεσε ο διευθυντής ο Τοτός έφερε μαζί του και ένα παιδί με επιδέσμους, σπασμένα πόδια και χέρια και πατερίτσες.
Ο διευθυντής τους ξαναρώτησε και όταν ο Τοτός του είπε πως πέταξε το στραγαλάκι στον τοίχο.
Ο διευθυντής τότε τον ρώτησε:
- Καλά και αυτό το παιδί ποιο είναι;
- Ο Στραγαλάκης, κύριε!
Ένας Γενικός Διευθυντής μιας εταιρίας, επιβιβάζεται στο τρένο μαζί με έναν νεαρό υπάλληλο του για να πάνε Θεσσαλονίκη.
Δεν μπορούν να βρουν όμως άλλο μέρος να καθίσουν, εκτός απο ένα βαγόνι όπου απέναντι τους κάθεται μία γιαγιά με την όμορφη εγγονή της. Ύστερα απο λίγο, είναι φανερό ότι υπάρχει ενδιαφέρον μεταξύ των δυο νεαρών, απο τις ματιές που ανταλλάζουν. Στο ύψος της Λαμίας, το τρένο περνάει μέσα απο ένα τούνελ και στο βαγόνι γίνεται πίσσα σκοτάδι. Ξαφνικά, ακούγεται ο ήχος ενός φιλιού και ο θόρυβος απο ένα δυνατό χαστούκι. Όταν το τρένο βγαίνει απο το τούνελ, και οι τέσσερις κάθονται όπως πριν, αμίλητοι. Η γιαγιά σκέφτεται μέσα της :
"Θράσος που το είχε ο νεαρός να φιλήσει την εγγονή μου! Πάντως χαίρομαι που τον έβαλε στην θέση του με αυτό τo χαστούκι"
Ο Γεν. Διευθυντής, σκεπτόταν κάπως ενοχλημένος :
"Δεν ήξερα ότι ο νεαρός ήταν τόσο θαρραλέος για να φιλήσει τη κοπέλα! Σίγουρα όμως θα προτιμούσα να μην είχε αστοχήσει αυτή στο χαστούκι της γιατί αντί αυτόν πέτυχε εμένα"
Η εγγονή πάλι σκεφτόταν :
" Χάρηκα που με φίλησε ο τύπος, αλλά με στενοχώρησε που η γιαγιά μου τον χαστούκισε"Ο νεαρός υπάλληλος απο την άλλη, καθόταν με ένα χαμόγελο ικανοποίησης στο πρόσωπο του. "Κοίτα να δεις τι ωραία που είναι η ζωή μερικές φορές" σκεπτόταν, "πόσο συχνά έχει κάποιος την ευκαιρία να φιλήσει μια όμορφη κοπέλα και ταυτοχρόνως να τραβήξει και ένα χαστούκι στον Διευθυντή του!"
Ένας βοσκός πήγε για πρώτη φορά στην ζωή του στην πόλη. Βλέπει ένα μεγάλο κτίριο και ρωτάει τον φύλακα τι είναι αυτό. Αυτός του λέει πως είναι σχολείο. Βαζεις μοσχάρια (αμόρφωτους ανθρώπους) και βγάζεις μορφωμένους ανθρώπους.
Ο βοσκός που ήταν ανόητος άφησε ένα μοσχάρι εκεί. Μετά από ένα χρόνο επιστρέφει και ζητάει να δει τον μόσχο. Ο φύλακας όμως είχε αλλάξει και δεν ήξερε το περιστατικό, οπότε τον στέλνει στον διευθυντή του σχολείου που κατά σύμπτωση λεγόταν Μόσχος.
Μπαίνει ο βοσκός στο γραφείο του διευθυντή:
- Μόσχο μου, είσαι καλά;
- Σας γνωρίζω, κύριε;
- Μόσχο μου, ξέχασες που σε τάιζα χορταράκι στα λιβάδια;
Τον πετάει έξω ο διευθυντής.
Την επόμενη μέρα ξανάρχεται ο βοσκός με ένα μεγάλο μοσχάρι και ξαναπάει στον διευθυντή:
- Κύριε, τί είναι αυτό;
- Εμένα δεν με θυμάσαι, μόσχο μου... Αλλά την μάνα σου;
Ήταν ένας τύπος και κάθε πρωί περνούσε από ένα pet-shop για να πάει στην δουλειά του.
Εκεί ο παπαγάλος που ήταν έξω του έλεγε:
"Καλημέρα μαλάκα" ενώ στον άλλο κόσμο έλεγε απλώς καλημέρα. Αυτό συνεχίστηκε για δύο μήνες ακόμα.
Μια μέρα όμως πάει ο τύπος μέσα στο μαγαζί και ρωτάει πόσο έκανε ο παπαγάλος. Έκανε 900ευρώ. Μαζεύει ότι οικονομίες είχε και δεν είχε και πάει να τον αγοράσει.
Και μόλις τον αγοράζει του σκέφτεται:
"Τώρα ρε κερατά, θα σε φτιάξω εγώ!" και πάνε σπίτι.
Μόλις έφτασαν τον έβαλε μέσα σε μια τσάντα και άρχισε να τον κοπανάει στον τοίχο, στο πάτωμα, στο κρεβάτι, στο τραπέζι, παντού για ένα τέταρτο.
Μετά κουρασμένος σωριάζεται κάτω, ανοίγει η τσάντα και ζαλισμένος ο παπαγάλος λέει:
- Θεέ μου, έγινε σεισμός και μόνο εγώ και ο μαλάκας μείναμε!
Αποφασίζει η NASA να στείλει τον πρώτο άνθρωπο στο φεγγάρι.
Πάει λοιπόν στον γερμανό αστροναύτη.
NASA: Γειά σας είμαστε από την NASA και θέλουμε να στείλουμε τον πρώτο άνθρωπο στο φεγγάρι,πόσα θες για να πας?
Γερμανός : 1 εκατ. ευρο.
NASA: Γιατί τάσα ρε μεγάλε?
Γερμανός : καθήστε ρε παιδιά στο φεγγάρι θα πάω. Αμα πάθω τίποτα να μην αφήσω πέντε φράγκα
Στην οικογένεια μου.
NASA : Καλά θα το σκεφτούμε...
Πάνε στον γάλλο αστροναύτη.
NASA: Γειά σας εέμαστε απο την NASA και θέλουμε να στείλουμε τον πρώτο ανθρωπο στο φεγγάρι, πόσα θες για
Να πας?
Γάλλος : 2 εκατ. ευρο.
NASA: Γιατί τόσα ρε μεγάλε? Ο γερμανός ήθελε 1.
Γάλλος: καθήστε ρε παιδιά στο φεγγάρι θα πάω. Άμα πάθω τίποτα να μην αφήσω το ένα στην οικογένεια μου.
NASA: και το άλλο?
Γάλλος : Να μην μοιράσω και ένα στις ερωμένες μου?
NASA: Καλά θα το σκεφτούμε...
Πάνε και στον Έλληνα...
NASA: Γειά σας είμαστε από την ΝΑSA και θέλουμε να στείλουμε τον πρώτο άνθρωπο στο φεγγάρι, πόσα θες για να πας?
Έλληνας : με 3 εκατ ειμαι καλά!
NASA : Γιατί τόσα ρε μεγάλε? Ο γερμανός ήθελε 1, ο γάλλος ήθελε 2, εσύ γιατί 3?
Έλληνας : Κοίτα πως κάνουμε τις δουλειές εδώ στην Ελλάδα...
1 εκατ. θα πάρεις εσύ που θα μου δώσεις την δουλειά
1 εκατ θα πάρω εγώ... και
1 εκατ θα δώσουμε στον γερμανό να πάει στο φεγγάρι...
Το αγγελάκι.
Ήταν κάποιος που γυρνούσε πολύ αργά από την δουλειά και την έπεφτε αμέσως για ύπνο. Κάθε βράδυ λοιπόν στον ύπνο του, έβλεπε ένα αγγελάκι που ερχότανε και τον έπιανε από το μάγουλο και του έλεγε:
- Τσισάκια κάναμε;
- Όχι απαντούσε αυτός, και ονειρευότανε πως πήγαινε στην τουαλέτα και κατουρούσε. Το πρωί ξύπναγε και αντιλαμβανότανε με ντροπή πως είχε κατουρήσει το κρεβάτι του.
Αυτό γινόταν για αρκετό καιρό, ώσπου αποφάσισε να πάει σε έναν ψυχολόγο να του πει το πρόβλημα του. Του λέει ο ψυχολόγος:
- Αν ξανάρθει σήμερα το αγγελάκι και σε ξαναρωτήσει, εσύ θα του πεις ΝΑΙ έκανα!
Πάει σπίτι του και πέφτει για ύπνο. Έρχεται σε λίγο το αγγελάκι, τον πιάνει από το μάγουλο και του λέει:
- Τσισάκια κάναμε;
- Ναι κάναμε του απαντάει αγριεμένος ο τύπος.
Και το αγγελάκι συνεχίζει:
- Τσισάκια κάναμε, κακάκια όμως δεν κάναμε εεε;
Η πιο πετυχημένη εγχείρηση!
Τρεις διακεκριμμένοι πλαστικοί χειρούργοι συζητούσαν για τις επιτυχίες τους.
Λέει ο Γερμανός:
- Στο ιατρείο μου ήρθε κάποιος με τεράστια αυτιά σαν γαϊδάρου. Με παρακάλεσε να του τα φτιάξω κανονικά. Τον έβαλα στο χειρουργείο μου και κόψε-ράψε-κόψε-ράψε, του εφτιαξα κανονικά αυτιά.
- Ασε, του λέει ο Γάλλος, σε μένα ήρθε ένας ο οποίος ειχε μια γλώσσα μισό μέτρο και διχαλωτή! Δύσκολη επέμβαση, αλλά κόψε-ράψε-κόψε-ράψε κατάφερα και του έφτιαξα μια κανονική γλώσσα.
Ηρθε η σειρά του Έλληνα ο οποίος είπε:
- Αυτά συνάδελφοι δεν είναι τίποτε. Μία ημέρα ήρθε κάποιος στο ιατρείο μου και μου είπε:
"Γιατρέ, θέλω να κάνεις τα αρχίδια μου όταν περπατάω να σέρνονται στο χώμα".
- Μη μου πείς οτι τα κατάφερες; ρώτησαν με απορία οι άλλοι.
- Ε, κόψε-ραψε-κόψε-ράψε, του έκανα τα πόδια 2 εκατοστά...
Ήτανε μια φορά κι ενα καιρό...
, τρεις πολύ κολλητές κυρίες, η Πόπη, η Λούλα και η Μαργαρίτα, που γνωριζόντουσαν απο μικρά παιδιά και μέχρι τώρα που είχαν περάσει τα 80 διατηρούσαν τη φιλία τους στο ακέραιο! Η δε υγεία τους ηταν μια χαρά για τα χρόνια που κουβαλούσαν στην καμπούρα τους και το μόναδικό πρόβλημα είχε να κάνει με κάποια κρούσματα αμνησίας που είχαν προκύψει τον τελευταίο καιρό. Αλλά κατά τα άλλα, όλα καλά!
Εκείνο λοιπόν το Κυριακάτικο πρωινό αποφάσισαν η Πόπη και η Λούλα να επισκεφτούν την Μαργαρίτα και μια και δυο κίνησαν για το σπίτι της φιλενάδας τους.
Το τι χαρές εκανε η Μαργαρίτα οταν τις είδε δε λέγεται...
- Καλώς τα κορίτσια! (ματς-μούτς-ματς-μουτς!) Τι κάνετε βρέ;
Και αφού έφτιαξε τρεις βαρβάτους καφέδες, άρχισαν όλες μαζί το μπλα-μπλα.
Σε καμιά ωρα λέει η Πόπη:
- Βρε Μαργαρίτα μου, να, με την κουβέντα στέγνωσε το στόμα μου... Μήπως έχεις κάτι να τσιμπήσουμε;
- Βεβαίως-βεβαίως, έχω ετοιμάσει κάτι σάντουιτς μούρλια! Πάω αμέσως να τα φέρω!
Και έτρεξε η Μαργαρίτα αμέσως προς την κουζίνα. Μπαίνοντας όμως μέσα, ξέχασε για ποιο λόγο είχε έρθει και άρχισε να αναρωτιέται.
"Βρε τι μου είπανε να φέρω... Τι μου είπανε... Ε, τι αλλο θα θέλουνε; Μα φυσικά καφέ!"
Και φτιάχνει ξανα-μανά τρεις βαρβάτους καφέδες και τους πάει στα κορίτσια, τους πίνουνε κι αρχίζει πάλι το μπλα-μπλα.
Και νά σου πάλι σε καμμιά ωρα τα ίδια.
- Θα φάμε τίποτα;
- Βεβαίως!
Και "Τι μού πανε να τούς φέρω..."
Και να τρεις καφεδιές!
Ε. αυτή η δουλειά συνεχίζεται μέχρι αργά τη νύχτα, έχουνε πιεί καμιά διακοσαριά καφέδες και κάποια στιγμή η Πόπη και η Λούλα αντιλαμβάνονται ότι είναι περασμένη ωρα και αποφασίζουν να φύγουν.
Με δάκρυα στα μάτια αποχαιρετούν την παιδική τους φίλη και φεύγουν.
Στο δρόμο τώρα, λέει η Λούλα στην Πόπη:
- Τι να σου πω, βρε Πόπη μου, χρυσό κορίτσι αυτή η Μαργαρίτα, αλλά ούτε ένα καφέ δεν μας έψησε τόσες ώρες που ήμασταν σπίτι της!
Και η Πόπη απαντά με απορία:
- Ποιά Μαργαρίτα;
Η οικογένεια του Νώντα του τσιγγάνου μένει με άλλες πολλές οικογένειες στον καταυλισμό, έξω από την πόλη.
Απαρτίζεται από τρία άτομα, αυτόν τη γυναίκα του και τον γιό του, όμως έχουν στενές σχέσεις και με την πεθερά του που χήρεψε πρόσφατα, την κουνιάδα του και μια μακρινή τους ξαδέλφη που είναι μόνη και γιA αυτό κάθεται με την πεθερά του και την κουνιάδα του. Τα τσαντίρια τους δεν απέχουν πολύ το ένα από το άλλο.
Εργατικός άνθρωπος ο Νώντας γυρίζει με το φορτηγάκι του όλη μέρα στις λαϊκές και στις γειτονιές να πουλήσει λαχανικά και φρούτα για να μπορέσει να τα βγάλει πέρα με τις υποχρεώσεις του. Ο γιός του τον βοηθάει όσο μπορεί γιατί ακόμη είναι μικρός,
Γύρω στα έντεκα. Έτσι ο Νώντας παλεύει ολομόναχος, κουράζεται και ευτυχώς που έχει και τη μαϊμού του να του κρατάει παρέα τις δύσκολες ώρες της δουλειάς. Την έβαζε και καθόταν σε μιαν άκρη της καρότσας κι επέβλεπε τα πάντα όταν αυτός ζύγιζε. Έτσι κι έκανε κάποιος ν αγγίξει ένα φρούτο, τσίριζε και χοροπηδούσε σαν τρελή. Παρόλα αυτά όμως, η γυναίκα του δεν ήταν ευχαριστημένη και καθημερινά του γκρίνιαζε ότι την παραμελούσε κι ότι δεν την ήθελε πια ερωτικά . Του κάκου αυτός της ορκιζόταν πως δεν συνέβαινε κάτι τέτοιο αλλά ήταν απλώς η κούραση που
Του αφαιρούσε το κέφι. Είδε κι αποείδε, λοιπόν, μια μέρα λέει
Στο γιο του:
"Έλα δω, βρε αγόρι μου... Τον ξέρεις αυτόν τον
Φαρμακοποιό στην πόλη, που πήγαινε ο παππούς πριν πεθάνει;"
"Τον ξέρω, πατέρα, γιατί;"
" Να, θέλω να πας και να του πεις να
Σου δώσει από αυτές τις κάψουλες που έδινε στον παππού. Πες πώς
Λεγόμαστε και θα μας θυμηθεί, μας ξέρει. Πες του ότι είναι για τον πατέρα μου τώρα και μη ξεχάσεις να ρωτήσεις πόσες θα παίρνω." Συμφώνησε ο μικρός, πάει στον φαρμακοποιό, του δίνει αυτός ολόκληρο σακούλι κάψουλες ( για ξόδεμα τις είχε) και
Όταν ο μικρός τον ρώτησε πώς θα τις παίρνει ο πατέρας του, αυτός του είπε:
"Μία κάθε τρεις.. το θυμάσαι; Είπαμε, κάθε τρεις μία.."
Το λεγε και το ξανάλεγε στο δρόμο ο μικρός για να μην το ξεχάσει:
"Τρεις.. μία... Τρεις... Μία..."
Ώσπου στο τέλος φυσικά και μπερδεύτηκε και είπε στον πατέρα του:
"Τρεις (κάψουλες) κάθε
Μία (μέρα)...
Πέρασε κάμποσος καιρός. Μια μέρα συνάντησε ο φαρμακοποιός
Τον μικρό τυχαία στο δρόμο. "Τί έγινε μικρέ; Τί κάνει ο πατέρας
Σου;" τον ρωτάει. "Μωρέ, ο πατέρας μου είναι μια χαρά, εμάς τους
Άλλους μας πήρε και μας σήκωσε..."
"Γιατί, παιδί μου; Τί πάθατε;"
"Τί άλλο να παθαίναμε! Πέθανε η μάνα μου, πέθανε η γιαγιά μου,
Πέθανε η θεία μου, πέθανε η ξαδέλφη τους, εγώ δεν μπορώ να κάτσω
Στην καρέκλα κι η μαϊμού δεν κατεβαίνει από το δέντρο..."