ΜΙΑ ημέρα ενός ζευγαριού... ΔΥΟ διαφορετικές εκδοχές...!
*Η εκδοχη τησ γυναικασ:
Ήταν παράξενος όταν έφθασα στο μπαράκι μας. Αρχικά σκέφτηκα ότι έχει θυμώσει που άργησα λίγο στο ραντεβού μας αλλά δεν το σχολίασε καθόλου αυτό. Ήταν δύσκολο να του ανοίξω συζήτηση μέσα στο θόρυβο και δε φαινόταν και πρόθυμος... Έτσι σκέφτηκα να πάμε κάπου πιο ήσυχα για να συζητήσουμε τι του συμβαίνει.
Πήγαμε λοιπόν σε ένα εστιατόριο αλλά η διάθεσή του δεν άλλαξε και πολύ.
Προσπάθησα να τον διασκεδάσω αλλά δεν τα κατάφερα και έτσι ρώτησα αν φταίω εγώ σε κάτι. Μου απάντησε "Όχι" αλλά η μονολεκτική του απάντηση δε με έπεισε. Καθώς γυρνούσαμε του είπα ότι τον αγαπώ και το μόνο που έκανεήταν να με ακουμπήσει στον ώμο. Πώς να το εκλάβω;
Ήμουν πολύ ανήσυχη όταν φθάσαμε σπίτι και ήθελα να τον ρωτήσω μήπως σκεφτόταν να χωρίσουμε αλλά εν τω μεταξύ είχε αποσβολωθεί μπροστά στην τηλεόραση.
Απελπισμένη, πήγα να κοιμηθώ. Ήρθε στο κρεβάτι μας 10 λεπτά αργότερα.
Κάναμε έρωτα αλλά ήταν πολύ αφηρημένος. Θέλησα να φύγω... Όμως τελικά αποκοιμήθηκα με δάκρυα στα μάτια.
Δεν ξέρω καθόλου τι μπορεί να του συμβαίνει, τι τον απασχολούσε... Ίσως να έχει βρει κάποια άλλη...
*Η εκδοχη του ανδρα:
Ο Πανσερραϊκός κατατρόπωσε τον Θρύλο 0 - 4, ξεφτίλα μέσα στην έδρα μας.
Κωλομέρα...
Το μόνο καλό είναι ότι γάμησα..
Στην συνηθισμένη συγκέντρωση των μικρών προσκόπων, αυτοί αναφέρουν τις καλές πράξεις που είχαν κάνει την προηγούμενη ημέρα.
Ο αρχηγός τους λοιπόν, τους ρωτάει:
- "Τι καλή πράξη έκανες εσύ παιδί μου Αννούλα, χτες όλη μέρα;"
- "Βοήθησα κύριε, μία γατούλα να κατέβει από ένα δέντρο που είχε ανέβει και δεν μπορούσε να κατέβει."
- "Μπράβο Αννούλα. Εσύ Κωστάκη τί έκανες;"
- "Βοήθησα μία γριούλα να περάσει στο απέναντι πεζοδρόμιο, γιατί δεν μπορούσε."
- "Μπράβο Κωστάκη. Εσύ Γιωργάκη;"
- "Βοήθησα τον Κωστάκη, να περάσει τη γριούλα, γιατί δεν μπορούσε μόνος του."
- "Μπράβο Γιωργάκη. Συναδελφική αλληλεγγύη. Μπράβο! Εσύ Μανωλάκη τι έκανες;"
- "Βοήθησα και εγώ τον Κωστάκη και τον Γιωργάκη να περάσουν τη γριούλα στο απέναντι πεζοδρόμιο."
- "Μα καλά, τρία άτομα για να περάσουν μία γριούλα στο απέναντι πεζοδρόμιο; Είναι δυνατόν Μανωλάκη;"
- "Μα δεν ήθελε να περάσει αρχηγέ!"
Ένας παπάς και μία καλόγρια χάνονται σε μία χιονοθύελλα κι εκεί που περπατούσαν εντελώς αποπροσανατολισμένοι ξαφνικά βλέπουν ένα ωραίο σπίτι.
Ανοίγουν την πόρτα και μπαίνουν μέσα, αλλά δεν ήταν κανείς. Δεν πειράζει σκέφτηκαν και πήγαν να κοιμηθούν, αλλά υπήρχε μόνο ένα κρεβάτι κι έτσι ο παπάς το παραχώρησε στην καλόγρια και θα κοιμόταν ο ίδιος στο πάτωμα μέσα σε έναν υπνόσακο.
Εκεί που είχε ξαπλώσει αυτός και είχε κλείσει και το φερμουάρ του υπνόσακου, του λέει η καλόγρια:
- Πάτερ, κρυώνω.
- Αδερφή, κάτσε στο κρεβάτι, θα πάω να σου φέρω εγώ να σκεπαστείς.
Πάει μέσα, ανοίγει τη ντουλάπα, της φέρνει μία κουβέρτα. Ξαναπέφτει για ύπνο στο πάτωμα, όταν μέσα σε δύο λεπτά:
- Πάτερ, ακόμα κρυώνω.
- Αδερφή, μην ανησυχείς, θα σου φέρω εγώ κουβέρτα.
Πάει πάλι μέσα, ανοίγει τη ντουλάπα και της φέρνει κι άλλη κουβέρτα. Ξαναπέφτει για ύπνο, οπότε γυρνάει σε ένα λεπτό πάλι η καλόγρια:
- Πάτερ, κάνει πολύ κρύο γιατί εγώ ακόμα κρυώνω.
- Αδερφή, κοίτα. Είμαστε μόνοι μας στη μέση του πουθενά και δεν μας βλέπει κανένας. Θα σε πείραζε για απόψε να κάνουμε σαν να ήμασταν ένα παντρεμένο ζευγάρι και να κάνουμε ότι κάνει ένα παντρεμένο ζευγάρι;
- Όχι πάτερ, δεν θα με πείραζε.
- Ε τότε σήκω πάνω και πάρε την μόνη σου την καταραμένη την κουβέρτα!
Ένας μπαίνει στο εξεταστήριο ενός γιατρού τύφλα στο μεθύσι, τρικλίζοντας και διπλωμένος στα δυο κυριολεκτικά, σωριάζεται κάτω.
Προσπάθησε να σηκωθεί αλλά δεν μπορούσε γιατί το σαγόνι του σχεδόν ακούμπαγε στο γόνατό του, μούγκριζε και κάθε τόσο που προσπαθούσε να σηκωθεί σωριαζότανε χάμω.
- Σώσε με γιατρέ μου, τραύλισε, εγώ ήμουνα μια χαρά όταν βγήκα από την ταβέρνα, πως κατάντησα έτσι...
- Πες μου ακριβώς τι έγινε, του λέει ο γιατρός.
Να! σου λέω γιατρέ μου. Πήγα στην ταβέρνα, κοπανάω Κανά δυο μισές και όταν σηκωνόμουνα να φύγω μπαίνει στην ταβέρνα ο φίλος μου ο Μιστόκλης και καθόμαστε κάτω και φέρε και φέρε και φέρε γίναμε Ούγγροι. Σηκώνομαι και πάω στο μέρος κι εγώ ήμουνα εντάξει (γλουκ , με... Το μπαρδόν) βγαίνω από μέσα σ αυτά τα χάλια (χικ) που με βλέπεις... Γιατρέ μου, κάνε με καλά. Ο γιατρός σκύβει από πάνω του, τον ψάχνει και σε λίγο του λέει:
- Σήκω πάνω και πήγαινε στο σπίτι σου, δεν έχεις τίποτα.
Σηκώνεται αμέσως αυτός όρθιος και διαπίστωσε ότι ήταν απόλυτα καλά και λέει στο γιατρό:
- Γιατρέ μου... Να μου ζήσεις, και του φίλησε τα χέρια ο μεθυσμένος. Τι έκανες και μ έσωσες;
- Δεν ήταν τίποτα, αλλά άλλη φορά όταν πηγαίνεις στο μέρος να είσαι πιο προσεκτικός και να μην κουμπώνεις το σακάκι σου στο παντελόνι σου...
- Ένας άντρας μέσα σε ένα αερόστατο συνειδητοποιεί ότι έχει χαθεί. Μειώνει ύψος και βλέπει έναν άντρα από κάτω.
Κατεβαίνει κι άλλο και φωνάζει: Συγγνώμη, μπορείτε να με βοηθήσετε; Υποσχέθηκα σε ένα φίλο ότι θα τον συναντούσα εδώ και μια ώρα, αλλά δεν ξέρω πού είμαι." -Ο άντρας από κάτω του απαντάει, "Είσαι σε ένα αερόστατο ζεστού αέρα σε Ύψος περίπου δεκαπέντε μέτρων. Βρίσκεσαι στις 38 μοίρες ανατολικά γεωγραφικό μήκος και στις 23 μοίρες βόρεια γεωγραφικό πλάτος." -Μήπως είσαι κομπιουτεράς;" ρωτάει ο αιωρούμενος. Ναι, είμαι λέει εκείνος στο έδαφος, "πώς το κατάλαβες;" -Κοίτα, ό,τι μου είπες είναι τεχνικά σωστό, αλλά δεν έχω ιδέα τι να κάνω με την πληροφορία που μου έδωσες, και το γεγονός παραμένει ότι είμαι ακόμα χαμένος. Ειλικρινά, δε με βοήθησες και πολύ ως τώρα." Ο από κάτω λέει "Εσύ πρέπει να είσαι manager." Πράγματι. Εσύ πώς το κατάλαβες;" -Κοίτα, δεν ξέρεις πού είσαι, ούτε πού πας. Έχεις ανέλθει στο ύψος σου χάρις σε μια μεγάλη φούσκα. Έδωσες μια υπόσχεση πού δεν γνωρίζεις πώς να την κρατήσεις, και περιμένεις από τους από κάτω σου να λύσουν τα προβλήματά σου.
- Το θέμα είναι ότι βρίσκεσαι ακριβώς στην ίδια κατάσταση όπου βρισκόσουν πριν με ρωτήσεις, αλλά, κατά κάποιο τρόπο, τώρα είναι δικό μου σφάλμα."
Ένας ηλικιωμένος (γύρω στα 70) γερό ποτήρι πάει στο καφενείο της γειτονιάς του να πιει «κανένα» ποτηράκι.
- Πάλι εδώ είσαι Παναγή του λέει ο καφετζής.
- Ε, ήρθα να πιω κανένα ποτηράκι να ξανανιώσω. Λένε ότι κάθε ποτηράκι σε κάνει 10 χρόνια νεότερο.
- Ε, αν είναι έτσι να σου βάλω ένα.
Αφού πίνει λοιπόν ο Παναγής το πρώτο ποτηράκι ρωτάει τον καφετζή.
- Γιώργο πόσο με κάνεις τώρα, μετά το πρώτο ποτηράκι;
- Τι να σου πω, μου φαίνεται απίστευτο. Δείχνεις το πολύ 60 χρονών.
- Ωραία. Βάλε μου άλλο ένα ποτηράκι.
Αφού το πίνει και αυτό ξαναρωτά:
- Τώρα πως σου φαίνομαι;
- Α! Θαύμα! Τώρα δείχνεις το πολύ σαν 50αρης.
Να μην σας τα πολυλογώ συνέχισε αυτή η ιστορία και αφού «κατέβασε» 4 ποτηράκια ακόμη κάνοντας την γνωστή ερώτηση:
- Χικ, Για πες μου τώρα πωθ θου φαίνομαι τώλα;
- Καλά τώρα είσαι σαν ένα 10 χρόνο παιδάκι, Η σάκα σου λείπει να πας στο σχολείο.
- Ωραία, πολύ ωραία! Ε να πηγαίνω και εγώ τώρα...
- Ε, στάσου. Που πας; Δεν θα πληρώσεις;
- Θα πω στον μπαμπά μου να περάσει να σε πληρώσει! Εγώ είμαι μικρός δεν έχω τόσα λεφτά.