"Ένα ανδρόγυνο, τα φέρνει βόλτα δύσκολα.
Τα χρήματα είναι λιγοστά και ο σύζυγος φεύγοντας από το σπίτι κάθε πρωί, αφήνει στη σύζυγο για τα καθημερινά ψώνια, ένα μόνο χιλιάρικο. Το μεσημέρι, γυρίζοντας στο σπίτι ο σύζυγος, βρίσκει για φαγητό, ψαρόσουπα και συναγρίδα μαγιονέζα.- Γυναίκα, ρωτάει. Πως μαγείρεψες τέτοιο φαί με ένα χιλιάρικο; -Ας είναι καλά, η Κοινωνική πρόνοια. Λέει η γυναίκα του. Την επόμενη, το γεύμα αποτελείται από γαλοπούλα γεμιστή, ρύζι πιλάφι κ. Λ. Π.- Γυναίκα, πως τα κατάφερες να φτιάξεις τέτοιο φαγητό, με ένα χιλιάρικο;-Ας είναι καλά η Κοινωνική Πρόνοια, απαντά και πάλι η σύζυγος. Μετά μερικές ημέρες, η σύζυγος, φορά ένα καινούργιο συνολάκι, χάριν και πάλι της Κοινωνικής Πρόνοιας. Εν τω μεταξύ, κακοκαιρία και ψύχος, αναγκάζουν το ζευγάρι να ανάψει μαγκάλι για να ζεσταθούνε. Η σύζυγος έχει αγκαλιάσει με τα πόδια της το μαγκάλι, για καλύτερη ζεστασιά και ο σύζυγος την παρατηρεί:
- Σιγά Γυναίκα, να μην ... Κάψεις την ... Κοινωνική Πρόνοια.!
Ήταν μία φορά ένας φαντάρος και φίλαγε σκοπιά. Ε, μετά από λίγες ώρες το φανταράκι το πήρε ο ύπνος οπότε κάποιοι άλλοι φαντάροι που το πήρανε χαμπάρι πάνε και του κλέβουν το όπλο. Μόλις ξυπνάει ο φαντάρος κοιτάει, πουθενά το όπλο.
- Ο ρε πο**στη μου τι γαμ**με τώρα, σκέφτεται.
Τι να κάνει, πάει στο λοχαγό για να ομολογήσει. Ο λοχαγός έξω φρενών του λέει ότι μόνο μια περίπτωση υπάρχει για να μην περάσει στρατοδικείο.
Λοχαγός: Θα σου ρίξω μια κλανιά. Δεν ξέρω τι θα κάνεις άλλα πρέπει να την πιάσεις και να μου την φέρεις πίσω. Συμφωνείς!
Φαντάρος: Σύμφωνοί κύριε λοχαγέ μου.
Λοχαγός: Έτοιμος;
Φαντάρος: Ναι κύριε λοχαγέ!
Λοχαγός: Πρρρρρ! Τρέξε πιαστεί ρε μα**κα!
Ο φαντάρος με τι μία αρχίζει να τρέχει. Πηδάει από το παράθυρο και γίνεται καπνός. Περνάνε 3 μέρες πουθενά ο φαντάρος. Την τέταρτη μέρα παρουσιάζεται στο γραφείο του λοχαγού μες τις μουτζούρες και με ξεσκισμένα ρούχα.
Λοχαγός: Τι έγινε παιδί μου; Την έπιασες την κλανιά;
Φαντάρος: Μάλιστα κύριε λοχαγέ μου!
Λοχαγός: Και που είναι για δώσε μου τι!
Φαντάρος: Πρρρρρ! Πάρτη κύριε λοχαγέ μου.
Δάσκαλος: Για πείτε μου παιδιά ποιο είναι το γρηγορότερο πράγμα στον κόσμο;".
Αννούλα:
"Το φως κύριε!"
Δάσκαλος:
"Μπράβο Αννούλα, μας το εξηγείς;"
Αννούλα:
"Γιατί τρέχει με 300.000 χιλιόμετρα κύριε!"
Δάσκαλος:
"Μπράβο Αννούλα!"
Πετάγεται η Μαρία από διπλά και λέει:
- "Όχι κύριε η σκέψη είναι το ποιο γρήγορο πράγμα στον κόσμο!"
Δάσκαλος:
"Μπράβο Μαρία, μας το εξηγείς;"
Μαρία:
"Γιατί όταν σκεφτούμε κάτι τότε έχουμε κατευθείαν την εικόνα στο μυαλό μας!"
Δάσκαλος:
"Μπράβο παιδί μου!"
Πετάγετε και ο Τοτός από δίπλα και λέει φωνάζοντας:
- "Όχι κύριε λάθος το είπανε! Το ποιο γρήγορο πράγμα στον κόσμο είναι η δυσκοιλιότητα!"
Δάσκαλος:
"Μπορείς να μου το εξηγήσεις γιατί πρώτη φωρά ακούω κάτι τέτοιο;"
Τοτός:
"Μάλιστα κύριε! Εγώ μια φορά που είχα δυσκοιλιότητα ούτε το φως πρόλαβα να ανάψω ούτε να το σκεφτώ καλά καλά δεν πρόλαβα και χέστηκα!"
Ήμουν ευτυχισμένος. Η κοπέλα μου κι εγώ βγαίναμε πάνω από ένα χρόνο και έτσι αποφασίσαμε να παντρευτούμε.
Οι γονείς μας, μας βοήθησαν με κάθε τρόπο, οι φίλοι μου με παρότρυναν και η κοπέλα μου ήταν ένα όνειρο! Ένα μόνο με απασχολούσε: Η πεθερά μου. Ήταν γυναίκα καριέρας, έξυπνη αλλά όμορφη και σέξι και μερικές φορές με φλέρταρε κάνοντάς με να νιώθω αμήχανα. Μια μέρα με κάλεσε σπίτι της να ελέγξουμε τις προσκλήσεις. Έτσι πήγα. Ήταν μόνη της και όταν έφτασα μου ψιθύρισε στο αυτί ότι είχε κάποια αισθήματα για μένα και επιθυμίες που δεν μπορεί να κατανικήσει. Έτσι πριν παντρευτώ και δεθώ μόνιμα με την κόρη της θα ήθελε να κάνουμε έρωτα έστω μια φορά μόνο. Τι να έλεγα... Ήμουν σε κατάσταση σοκ και δεν μπορούσα να αρθρώσω λέξη. Έτσι, μου είπε:
- Πάω στην κρεβατοκάμαρα και αν θέλεις κι εσύ έλα σε περιμένω... Έμεινα αποσβολωμένος να κοιτώ τον υπέροχο πισινό της καθώς ανέβαινε τις σκάλες. Για 1-2 λεπτά έμεινα ακίνητος και μετά προχώρησα προς την εξώπορτα. Την άνοιξα και βγήκα έξω. Ο πεθερός μου ήταν εκεί και με δάκρυα στα μάτια με αγκάλιασε και μου είπε, πολύ χαρούμενος ότι πέρασα το μικρό τους τεστ και ότι δεν θα έβρισκαν καλύτερο σύζυγο για την κόρη τους και με καλωσόρισε στην οικογένεια. Όσο για μένα... το μάθημα που έμαθα ήταν :> > > > >> > > > >> > > > >> > > > >> > > > >> > > > >> > > > >Πάντα να κρατώ τα προφυλακτικά στο αυτοκίνητο!
Ένας τσοπάνης αποφάσισε να κατέβει στην Αθήνα να δει πως είναι επιτέλους η μεγαλούπολη. Πάει σε ένα ξενοδοχείο και νοικιάζει ένα δωμάτιο. Το βράδυ που κοιμόταν, ξαφνικά εμφανίζονται δυο γκόμενες από το σκοτάδι και αρχίζουν να τον χαϊδολογούν, χωρίς να έχει άλλη επιλογή ο τσοπάνης, τι να κάνει, τις πηδάει.
Την άλλη μέρα πάει στη ρεσεψιόν να πληρώσει για το δωμάτιο.
- "Τι χρωστάω;" λέει ο Βλάχος.
- "Χρωστάς;", λέει ο υπάλληλος, "πάρε και 30 χιλιάρικα!". Ξαφνιασμένος ο τσοπάνης πηγαίνει στο χωριό για να πει τι του έτυχε στην πρωτεύουσα. Πηγαίνει στο καφενείο και λέει με υπερηφάνεια τι του είχε συμβεί, όμως κανείς δεν τον πίστευε. Λέει ο Βλάχος αφού δε με πιστεύετε στείλτε το δήμαρχο στην Αθήνα στο ίδιο ξενοδοχείο να διαπιστώσει αν είναι αλήθεια τα λεγόμενα μου.
Πράγματι πάει ο Δήμαρχος στο ίδιο μέρος. Το βράδυ που κοιμόταν πετάγονται μέσα απο το σκοτάδι δύο γκομενάρες και τον χαϊδολογάνε. Τι να κάνει ο άμοιρος (αν και παντρεμένος) τις πηδάει. Πάει να πληρώσει την άλλη μέρα:
Δήμαρχος:
"Τι χρωστάω;"
Υπάλληλος:
"Χρωστάς;", "Πάρε και 30 χιλιάρικα".
Ενθουσιασμένος ο δήμαρχος πάει και λέει τα νέα στο καφενείο του χωριού, μα και πάλι κανείς δεν τον πίστευε. Αγανακτισμένος ο δήμαρχος λέει:
- "Αφού δε με πιστεύετε στείλτε τον παπά του χωριού".
Με τα χίλια ζόρια τον ψήνουν τον παπά και πάει (σίγουρος για το αντίθετο απο τα λεγόμενα) πάει στο ίδιο ξενοδοχείο. Το βράδυ που κοιμάται πετάγονται δύο γυναικάρες τον χαϊδολογάνε. Τι να κάνει ο παπάς υποκύπτει ενώπιον του Κυρίου. Την άλλη μέρα πάει να πληρώσει:
Παπάς:
"Τι χρωστάω τέκνον μου;
Υπάλληλος:
"Χρωστάς;", "Πάρε και 100 χιλιάρικα."
Παπάς:
"Μα γιατί τέκνον μου εμένα μου έδωσες 100 χιλιάρικα και στους άλλους δύο που ήρθαν 30;"
Και απαντάει ο υπάλληλος:
- "Τι να κάνουμε πάτερ, πρώτη φορά γυρνάμε τσόντα με παπά".
Πηγαίνει κάποιος στον γιατρό του:
- Γιατρέ, του λέει, το απόγευμα είναι να έλθει στο σπίτι μου μια σούπερ-γκόμενα, αλλά το κακό είναι ότι τελευταία δεν μου σηκώνεται... Μπορείς εσύ που ξέρεις τα πολλά κι ο νους σου κατεβάζει να κανείς κάτι γι αυτό και να βοηθήσεις την κατάσταση;
- Α, του λέει ο γιατρός, αυτό είναι απλό, πάρε αυτά τα χάπια και μια ώρα πριν έλθει η γκόμενα σπίτι σου πάρε ένα, ώστε μόλις έλθει η δική σου να είσαι απόλυτα έτοιμος,... αλλά είπαμε... μόνο ένα, γιατί αλλιώς... Μπορείς να πάθεις ζημιά...
Ο τύπος παίρνει τα χάπια και φεύγει...
Το βράδυ κατά τις δώδεκα η ώρα, ο γιατρός που έτσι κι αλλιώς δεν είχε και μεγάλη εμπιστοσύνη ότι ο άλλος θα ακολουθούσε πιστά τις οδηγίες του, τον παίρνει τηλέφωνο στο σπίτι... ʼπαντα μια αδύνατη φωνή, που λες κι ερχόταν απ τον τάφο...
- Οριιιστεεε...
- Ε, ρε μεγάλε τι έγινε; Εντάξει το φάρμακο;
- Εεεεν τααξει Γιατρέ..., Απαντά ο άλλος αδύναμα.
- Τι εντάξει δηλαδή, είχε επιτυχία σε όλα; επιμένει ο γιατρός.
- Ααααπολυτηη, γιατρέ, εεπιτυυχιια...
- Μπράβο ρε μεγάλε, χαίρομαι πραγματικά, λέει ο γιατρός, ... Και ανησυχούσα ξέρεις, και δεν μου λες,... και η γκόμενα τι έγινε;
- Ααα, ... η... γκοοοομενα; Δεν ήρθε!, απαντάει ο άλλος, κοντεύοντας να ξεψυχήσει...