Ένας άνδρας επιβιβάζεται στο αεροπλάνο, κάθεται στη θέση του και καθώς βάζει τη ζώνη του, βλέπει να μπαίνει στο αεροπλάνο η πιο όμορφη γυναίκα που έχει δει ποτέ στη ζωή του. Αντιλαμβάνεται ότι έρχεται κατ’ευθείαν σ’αυτόν και τον πιάνει κρύος ιδρώτας βλέποντας την γυναίκα να κάθεται στη διπλανή θέση.
Ανυπομονώντας να αρχίσει κουβεντούλα μαζί της, τη ρωτά:
- Επαγγελματικό ή ταξίδι αναψυχής;
- Συνέδριο Νυμφομανών στο Σικάγο, του απαντά η γυναίκα.
- «Θεούλη μου», σκέφτεται ξεροκαταπίνοντας, «Η πιο όμορφη γυναίκα που έχω δει, κάθεται μερικά εκατοστά παραπέρα και πάει σε συνέδριο νυμφομανών!» Προσπαθώντας να κρατήσει την ψυχραιμία του της λέει:
- Πολύ συναρπαστικό. Και με πια ιδιότητα πηγαίνετε εκεί;
- Είμαι εισηγήτρια. Χρησιμοποιώ τις εμπειρίες μου για να απομυθοποιήσω μερικούς δημοφιλείς μύθους για την σεξουαλικότητα, απαντά αυτή.
- Αλήθεια, και ποιοι είναι αυτοί οι μύθοι; ρωτά ο άνδρας.
- Ένας από αυτούς είναι ότι οι άνδρες της Αφρικανικής φυλής έχουν μεγάλο πέος, ενώ στην πραγματικότητα είναι οι Ινδιάνοι της Αμερικής που ξεπερνούν τις περισσότερες προσδοκίες. Ένας άλλος μύθος είναι ότι οι Γάλλοι είναι οι καλύτεροι εραστές, όμως οι ελληνικής καταγωγής άνδρες είναι οι καλύτεροι.
Ξαφνικά, η γυναίκα κοκκινίζει από ντροπή και του λέει:
- Συγνώμη, δεν θα έπρεπε να συζητώ αυτά τα πράγματα μαζί σας μιας και δεν ξέρω ούτε το όνομά σας.
- Καθιστή Αρκούδα Παπαδόπουλος, λέει ο άνδρας απλώνοντας το χέρι του να συστηθεί.
Δύο νεαροί φίλοι είχαν προγραμματίσει να πάνε διακοπές, οπότε ο ένας λέει στον άλλο:
- Φίλε χρειαζόμαστε προφυλακτικά. Δεν πας να πάρεις;
- Καλά εγώ θα πάω ρε φίλε;
- Γιατί ρε; Εσύ ντρέπεσαι;
- Όχι ρε βλάκα, τί λες… – Ε τότε πήγαινε!
- Ωχ καλά… Πάει ο τύπος στο περίπτερο και λέει: Ένα πακετάκι… ασπιρίνες και ένα προφυλακτικά.
Γυρνάει στον φίλο του, ο οποίος του λέει: Καλά ρε μόνο με ένα πακέτο θα πάμε; Νέα παλικάρια είμαστε, σε παρακαλώ πήγαινε πάρε περισσότερα… Πάει ο τύπος ξανά στο περίπτερο και λέει: 2 πακετάκια… ασπιρίνες και 2 προφυλακτικά.
Ξαναγυρνάει στον φίλο του ο οποίος εκνευρισμένος του λέει: Καλά ρε μόνο με 3 πακέτα θα πάμε; Πήγαινε πάρε κι άλλα τώρα!
Πάει ξανά ο τύπος και λέει στον περιπτερά: 15 πακετάκια… ασπιρίνες και 15 προφυλακτικά.
Και ο περιπτεράς γυρίζει και λέει στον τύπο: Σόρρυ ρε φίλε που ανακατεύομαι στα προσωπικά σου, αλλά αφού έχεις πονοκέφαλο, γιατί πηδάς;
Ένα παιδί ήταν 15 χρονών και δεν είχε ρωτήσει τους γονείς του ποτέ για τίποτα. Δεν είχε ποτέ του καμία απορία. Ο πατέρας του τον πήγε μια μέρα στο γιατρό για να δει τι έχει. Αφού τον εξέτασε ο γιατρός, λέει στον πατέρα του ότι δεν έχει δει παρόμοια περίπτωση και ότι δεν έχει λύση γι” αυτό το πρόβλημα.
Ο πατέρας λοιπόν, αποφασίζει να πάρει τον γιο του μαζί του σε ταξίδια, να δει τα αξιοθέατα του κόσμου μήπως αναρωτηθεί και ρωτήσει για ο,τιδήποτε. Πάνε στην Αμερική να δουν το άγαλμα της ελευθερίας.
- Παιδί μου αυτό είναι το άγαλμα της ελευθερίας, είναι χτισμένο από το 1886 και ζυγίζει περίπου 200 τόνους. Θέλεις να με ρωτήσεις τίποτα;
- Όχι, απαντάει ο γιος.
Μετά πηγαίνουν στην Αίγυπτο να δουν τις πυραμίδες.
- Παιδί μου, οι πυραμίδες αυτές είναι το αρχαιότερο σωζόμενο από τα επτά θαύματα του αρχαίου κόσμου και είναι οι πιο διάσημες πυραμίδες του κόσμου, μήπως θα ήθελες να με ρωτήσεις τίποτα;
- Όχι, απαντάει το παιδί.
Μετά ο πατέρας αποφασίζει να πάνε στη Ρώμη για να δουν το Κολοσσαίο.
- Γιε μου το Κολοσσαίο άρχισε να κατασκευάζεται το 72 μ. Χ. ολοκληρώθηκε το 80 μ. Χ και μπορούσε να χωρέσει 45.000 θεατές. Θες να με ρωτήσεις τίποτα;
- Όχι, απαντάει το παιδί.
Απογοητευμένος ο πατέρας αποφασίζει να πάει με το γιο ένα τελευταίο ταξίδι στη Γερμανία. Πηγαίνουν σε ένα εργοστάσιο κρεάτων.
- Παιδί μου, εδώ βρισκόμαστε σε ένα εργοστάσιο κρεάτων, σ” αυτό το μηχάνημα που βλέπεις βάζουμε κρέας από βόδι και αυτό βγάζει λουκάνικα. Μήπως θες να κάνεις καμιά ερώτηση;
- Ναι έχω μια ερώτηση, απαντάει το παιδί.
Εκείνη τη στιγμή ο πατέρας χοροπηδώντας από τη χαρά του, του λέει :
- Ότι θες παιδί μου, ότι θες ρώτα.
Και τότε το παιδί ρωτάει :
- Υπάρχει μηχάνημα που να βάζουμε λουκάνικο και να βγάζει βόδι;
Και τότε νευριασμένος ο πατέρας γυρνάει και του λέει:
- Ναι, το μ… της μάνας σου!
Ένας γέρος που ήταν άρρωστος ήταν στο νοσοκομείο και ήθελε να εκφράσει την τελευταία του επιθυμία. Έτσι λέει στο νοσοκόμο:
- Αγόρι μου… πήγαινε σε παρακαλώ στο σαλόνι και φέρε μου τις αγαπημένες μου χνουδωτές παντόφλες που είναι κάτω από το καθιστικό. Είναι και οι δύο εγγονές μου εκεί.
Ο νοσοκόμος λοιπόν πάει στο σαλόνι και τι βλέπει; Tις δύο εγγονές του παππού οι οποίες ήταν γκομενάρες. Τότε με μεγάλη άνεση τις πλησιάζει και τους λέει:
- Ο παππούς σας, σαν τελευταία του επιθυμία, μου είπε πως θέλει να σας πη…. Ω και τις δύο!
Τότε οι κοπέλες πετάγονται και του λένε:
- Αποκλείεται! Ούτε που να το σκέφτεσαι. Δεν υπάρχει ενδεχόμενο να έχει πει τέτοιο πράγμα ο παππούς.
Και εκείνος φωνάζει στον παππού:
- Παππού και τις δύο;
Κι εκείνος λέει:
- Ναι, ναι, και τις δύο παιδί μου!
Στο 3000 μ. Χ. όλα έχουν εξελιχθεί στο μέγιστο και όταν οι άνθρωποι είχαν κάποιο πρόβλημα με κάποιο μέλος του σώματός τους μπορούσαν να πάνε σε μαγαζιά με ανταλλακτικά ανθρώπων. Μπαίνουν 3 τύποι σε ένα πολυκατάστημα με χέρια, πόδια, μάτια κλπ και τους ρωτάει ο καταστηματάρχης. – Παρακαλώ οι κύριοι τι επιθυμούν; Έχουμε τα πάντα σε λογικές τιμές. Λέει ο πρώτος: – Θα ήθελα ένα δεξί χέρι γιατί το προηγούμενο το έχασα στον 6ο Παγκόσμιο Πόλεμο. – Βεβαίως κύριε περιμένετε να ψάξω στο αρχείο μου. Δεξί χέρι, Δεξί χέρι, δεξί χέρι λυπάμαι στην αποθήκη μου έχω μόνο ένα δεξί χέρι αλλά είναι γυναικείο, το θέλετε; – Φέρτο μωρέ κομμάτια να γίνει, από το να έχω ένα χέρι καλύτερα δύο. Παίρνει το χέρι και κλακ το κουμπώνει στον ώμο του και φεύγει ικανοποιημένος. Λέει ο δεύτερος: – Εγώ θα ήθελα ένα αριστερό πόδι γιατί το έχασα στον πόλεμο με τα cyborgs. – Βεβαίως κύριε περιμένετε καθώς έψαχνε το αρχείο του, αριστερό πόδι, αριστερό πόδι, αριστερό πόδι λυπάμαι κύριε έχω μόνο ένα αριστερό αλλά είναι γυναικείο, το θέλετε; – Βεβαίως και το θέλω, τόσα χρόνια είμαι κουτσός και να μην το θέλω; Παίρνει το πόδι και κλακ το φοράει στο μηρό και φεύγει. Λέει και ο τρίτος χαμηλόφωνα: – Κοίταξε να δεις εγώ δεν έχω πρόβλημα αναπηρίας αλλά το πουλί μου είναι πολύ μικρό μα πάρα πολύ μικρό, μήπως έχετε κάτι ΒΑΡΒΑΤΟ; – Βεβαίως βεβαίως κύριέ μου έχω έναν πούτσο κάπου στους 60 πόντους μήκος και 20 πόντους φάρδος αλλά ανήκε στον διάσημο μαύρο Χαμούντ Πουτσείνογλου που ήταν διάσημος σταρ του πορνό, το θέλετε; – Οχι όχι, θέλω κάτι πιο μακρύ και βαρβάτο. – Α τότε θα σας δώσω μια προβοσκίδα από ελέφαντα που είναι και ευέλικτη αλλά και αρκετά μακρυά και χοντρή. Χαρούμενος ο τύπος τη φοράει τη δένει γύρω από το πόδι του και φεύγει. Μετά από 1 μήνα μπαίνουν πάλι οι 3 τύποι φανερά αγανακτισμένοι και λέει ο πρώτος: – Πάρτο αυτό το διαόλι πίσω γιατί μου έχει σπάσει τα νεύρα, όποτε πάω να κοιμηθώ με τρίβει με τρίβει καθότι είναι γυναικείο το χέρι και δεν μπορώ να κοιμηθώ. Λέει ο δεύτερος: – Πάρτο πίσω το πόδι γιατί όποτε πάω να κάτσω ή να κοιμηθώ τακ ανοίγει το πόδι σαν πουτάνα και όλοι με παρεξηγούν. Λέει και τρίτος: – Πάρτην αυτήν την αναθεματισμένη κολοπροβοσκίδα γιατί όποτε βλέπει χόρτα τα μαζεύει και τα βάζει στο κώλο μου!
Είναι 2 πούστηδες στην εθνική οδό και τρέχουν με 100 χιλιόμετρα την ώρα. Ξάφνου από μια στροφή πετάγεται μια νταλίκα και από τύχη χτυπάει λίγο το αμάξι τους. Βγαίνει από τη νταλίκα ο νταλικέρης και ζητάει χιλιάδες συγνώμη, μα ο ένας απο τους πούστηδες φωνάζει:
– Ρούλη, Ρούλη φώναξε τώρα αμέσως την αστυνομία. Εκείνη τη στιγμή ο νταλικέρης λέει στον πούστη ότι αν δεν φωνάξει τους μπάτσους θα του έδινε 100.000. Μα ο πούστης συνέχιζε:
– Ρούλη, Ρούλη φώναξε τώρα αμέσως την αστυνομία. Ο νταλικέρης συνεχίζει:
– Συγνώμη κύριέ μου. Θα σας δώσω 500.000 δρχ., μα ο πούστης τίποτα συνέχιζε να φωνάζει. Ο κακόμοιρος ο νταλικέρης μη μπορώντας να κάνει τίποτα είπε στον πούστη ότι αν δεν φωνάξει τους μπάτσους θα του έδινε 1.000.000 δρχ., μα ο πούστης τίποτα το βιολί του:
– Ρούλη, Ρούλη φώναξε τώρα αμέσως την αστυνομία. Οπότε σε μια στιγμή τα παίρνει στο κρανίο ο νταλικέρης και λέει στον πούστη:
– Ε τι θέλεις μωρή ποια, να σου δώσω τ  αρχίδια μου; Οπότε ο πούστης φωνάζει στον άλλο:
– Ρούλη,Ρούλη άσε την αστυνομία το λύσαμε το πρόβλημα με τον κύριο.
Έρχεται ένας Βλάχος στην Αθήνα. Μπαίνει σε ένα ταξί και λέει στο ταξιτζή να τον πάει να πηδήξει. Τον πάει λοιπόν στο Κολωνάκι. Βλέπει μια γυναίκα. – Πόσου πάει μωρή το πήδημα; – 30.000 και η μπύρα κερασμένη. – 30.000; τόσου ακριβά; καλά θα δω τι θα κάνω. Μπαίνει μέσα στο ταξί και του λέει να τον πάει κάπου πιο φτηνά. Ο ταξιτζής τον πάει στην Ομόνοια. Βλέπει ο Βλάχος μια γυναίκα. – Πόσου πάει μωρή του πήδημα; – 15.000 και η μπύρα κερασμένη – 15.000; καλά θα δω τι θα κάνω. Ξαναμπαίνει μέσα στο ταξί και του λέει να τον πάει κάπου ακόμα πιο φτηνά. – Θα σε φτιάξω καλά τώρα. Μουρμούριζε εκείνος και τον πάει στη Συγγρού. Βλέπει ο Βλάχος μια τραβεστί αλλά φυσικά την περνάει για γυναίκα. – Πόσου πάει μωρή του πήδημα; 5.000 και η μπύρα κερασμένη. 5.000; μόνο; πάμε! Πραγματικά πάνε στο ξενοδοχείο. Η τραβεστί κατάλαβε ότι ο Βλάχος τη νόμιζε κανονική γυναίκα και σκεφτόταν πως να του το πει. – Ωραίος καιρός σήμερα! – Μωρή άντε γδύσου εκεί να τελειώνουμε! – θα του το πω χύμα και ότι γίνει. Σκέφτηκε Ξέρεις. Δεν έχω. Κλειτορίδα. Του λέει – Ε! φέρε μια heineken! Εκεί θα κολλήσουμε τώρα;
Kαλό κορίτσι η Μαρία, αλλά πολύ αθώα. Η μητέρα της ανησυχούσε συνεχώς για το τι θα απογίνει.
Όταν έμαθε ότι η κόρη θα έβγαινε ραντεβού και με έναν άγνωστο κόντεψε να πάθει έμφραγμα με τη σκέψη του τι μπορεί να συνέβαινε.
Την έπιασε λοιπόν, λίγο πριν φύγει, και την συμβούλεψε τα παρακάτω:
- Πρόσεξε κόρη μου. Τώρα που θα πας στο ραντεβού, αν, λέω αν, τυχόν ο > συνοδός σου προσπαθήσει να σου πιάσει τα βυζιά, θα του πεις, μη, έχει αγκάθι και τρυπάει. Εντάξει;
Και αν, αν λέω, προσπαθήσει να σε πιάσει χαμηλά, ξέρεις, ανάμεσα στα πόδια, θα τον σταματήσεις λέγοντας του:
Μη, είναι φούρνος και καίει. Να θυμάσαι.
Χαρούμενη, και σίγουρη με τις συμβουλές τις μάνας της, φεύγει η Μαρία.
Περνούν οι προκαθορισμένες ώρες, περνά και άλλη μία, περνούν δύο τρεις, η μητέρα της έβγαλε σπυράκια από την ανησυχία της.
Τι κάνει τόσες ώρες, τι να έπαθε, δεν τα συνηθίζει αυτά, και άλλα τέτοια.
Τελικά, λίγο πριν η μητέρα της ειδοποιήσει το στρατό να πάει να τη βρει, κατά τις τέσσερις το πρωί, εμφανίζεται στο κεφαλόσκαλο η Μαρία.
Η μάνα της, σίγουρη ότι είναι καλά, αρχίζει το κλασσικό μοτίβο:
- Που ήσουν παλιοκόριτσο, λωρίδες θα βγεις από τα χέρια μου, λέγε γρήγορα τι σου συνέβη και καλύτερα να είναι πιστευτό.
- Ήμουν με το Γιώργο μαμά. Με πήγε για φαγητό.
- Τόσες ώρες για φαγητό, ε; λέγε που πήγατε.
- Ε, να, μετά το φαγητό, πήγαμε μια βόλτα στην παραλία.
- Τι, βόλτα στην παραλία η δική μου κόρη! παλιοκόριτσο, θα σε ταράξω.
Και μετά τι έγινε;
- Ε, καθίσαμε στα βραχάκια.
- ΑΑΡΡΓΓΚΚ, βραχάκια. άκου βραχάκια. Και τι διάολο κάνατε στα βραχάκια;
- Ε, μιλούσαμε, και, να, κάποια στιγμή πήγε να μου πιάσει τα βυζιά.
(στο σημείο αυτό, πρέπει να σημειώσουμε ότι η μαμά έχει πάρει μια απόχρωση ροζ-προς το σάπιο μήλο και κάνει μια μεγάλη παύση πριν μπορέσει να αρθρώσει την επόμενη κουβέντα) - Και εσύ πως αντέδρασες;
- Ε, φυσικά του είπα, σταμάτα, έχει αγκάθι και τρυπάει.
(ξεφύσημα ανακούφισης από τη μεριά της μαμάς) - Α, πάλι καλά. Και τότε σε έφερε πίσω, ε; Ε; (προσδοκία).
- Εεεεε, όχι τότε ήταν που προσπάθησε να με πιάσει κάτω χαμηλά, ανάμεσα στα πόδια.
Μια έντονη έκφραση πανικού στο πρόσωπο της μητέρας. Το χρώμα γίνεται ωχρό λαχανί, και η παύση μεγαλύτερη) - Και εσύ τι έκανες; τι έκανες, ε;
- Ε, μα ότι με συμβούλεψες. Του είπα, μη, σταμάτα, είναι φούρνος και θα σε κάψει. (ξανά ανακούφιση) - Μπράβο κόρη μου. Τότε ήταν που σε παράτησε και γύρισες με τα πόδια, ε;
- Εεε, όχι ακριβώς, τότε είπε:
- Να βάλω ένα σουβλάκι στον φούρνο να το ψήσω;
(... Ησυχία...) - Και τι έγινε;
- Ε, ρε μάνα, δυόμισι ώρες το έψηνε, και όταν το έβαλα στο στόμα μου, ακόμη ωμό ήταν.
Ο λευκός ιεραπόστολος ζούσε ειρηνικά σε ένα Αφρικάνικο χωριό εδώ κι ένα χρόνο περίπου. Μια μέρα ο αρχηγός του χωριού τον κάλεσε στη σκηνή του για να συζητήσουν για ένα μεγάλο πρόβλημα. - Τι συμβαίνει αρχηγέ; ρώτησε ο ιεραπόστολος. - Εσύ σε μεγκάλο μπελά! Χτες ανιψιά μου γκέννησε λευκό παιντί. Εσύ μόνος λευκός στο χωριό. Αποφασίσω αν εσύ ζήσεις. Ο ιεραπόστολος κοίταξε πίσω από τον αρχηγό προς την πλαγιά του βουνού. - Κοίταξε γέρο μου. Ξέρω ότι φαίνεται άσχημο. αλλά είναι απλώς μια παραξενιά της φύσης. Λέγεται αλβινισμός. Η διαφορετικότητα δε σημαίνει τίποτε. Παντού υπάρχουν εξαιρέσεις. Για παράδειγμα, κοίταξε εκείνο το κοπάδι με τα άσπρα πρόβατα που βόσκουν στο λόφο απέναντι. - Τα βλέπω. - Τότε θα πρόσεξες ότι στο κοπάδι υπάρχει κι ένα μαύρο πρόβατο. Είναι το μοναδικό μαύρο πρόβατο σε όλο το χωριό αρχηγέ. - Εντάξει, εντάξει. Αν εσύ ντεν μιλήσεις, ντεν μιλήσω κι εγκώ, είπε χλωμιάζοντας ο αρχηγός.