Skip to main content
Ο μούτσος ενός καραβιού ήταν απίστευτα κοντός, μόλις τριάντα εκατοστά! Αλλά για το μπόι του ήταν φοβερός δουλευταράς. Μια μέρα λοιπόν τον φωνάζει ο καπετάνιος:
- "Λοιπόν, αγόρι μου, επειδή είσαι πολύ καλός στη δουλειά σου αποφάσισα να σου κάνω ένα δώρο. Θα πας στην καμπίνα μου και μέσα στο συρτάρι μου θα βρεις ένα παλιό λυχνάρι. Τρίψε το κι απ' το τζίνι που θα εμφανιστεί ζήτα ό,τι θες!"
Ο μούτσος ευχαριστεί τον καπετάνιο και πάει στην καμπίνα του. Βρίσκει το λυχνάρι, το τρίβει κι απ' το στόμιό του πετάγεται καπνός, που παίρνει σε λίγο τη μορφή ενός γέρικου πνεύματος.
- "Στις διαταγές σου, αφέντη μου. Ποια είναι η επιθυμία σου;".
Σκέφτεται λίγο ο μούτσος κι απαντά:
- "Θέλω μια κάσα λίρες".
- "Δε σ' άκουσα, αφέντη μου, τι είπες πως θέλεις;", ξαναρωτά το τζίνι.
- "ΘΕΛΩ ΜΙΑ ΚΑΣΑ ΛΙΡΕΣ!", φωνάζει δυνατά ο μούτσος.
- "Καλά, αφέντη μου, πήγαινε και θα πραγματοποιηθεί η επιθυμία σου", λέει το τζίνι.
Την άλλη μέρα μόλις ξυπνά ο μούτσος βλέπει να τον περιμένει μπροστά στο κρεβάτι του μια κάσα μπίρες. Απογοητευμένος πηγαίνει στον καπετάνιο του.
- "Καπετάνιε, αυτό το κουφό το τζίνι αντί να μου φέρει μια κάσα λίρες που ζήτησα μου έφερε μια κάσα μπίρες!".
- "Βρε, το άχρηστο... Το ξανάκανε!"
- "Θέλεις να πεις, καπετάνιε, ότι το' χει ξανακάνει;", ρωτάει ο μούτσος.
- "Ναι, αγόρι μου. Νομίζεις πως εγώ του ζήτησα έναν μούτσο τριάντα εκατοστά;"
Ο Κώστας μπαίνει στο μπαρ και βλέπει το Γιάννη, με ένα χαμόγελο στο πρόσωπο, να πίνει το ποτό του.
- Πώς και είσαι τόσο ευτυχισμένος σήμερα; τον ρωτάει.
- Ε λοιπόν, Κώστα, εκεί που έπλενα το σκάφος μου χτες, με πλησιάζει μια κοκκινομάλλα, με κάτι βυζιά, να, μέχρι εκεί πέρα τα μπαλκόνια της, Κώστα, και με ρωτάει:
- «Μπορείς να με πας μια βόλτα με το σκάφος σου;». Δεν έχασα την ευκαιρία, την έβαλα μέσα και ξανοιχτήκαμε. Όταν ήμαστε μακριά απ την ακτή, σβήνω τη μηχανή και της λέω:
- «Ή γαμ***, ή κολύμπι μέχρι την ακτή». Δεν ήξερε μπάνιο, Κώστα μου, δεν ήξερε μπάνιο! Την άλλη μέρα πάλι ο Γιάννης, με ένα χαμόγελο ευτυχίας, απολαμβάνει το ποτό του στο μπαρ. Μπαίνει ο Κώστας και ο Γιάννης αρχίζει να του διηγείται:
- Κώστα, εκεί που έπλενα το σκάφος μου χτες, με πλησιάζει μια ξανθιά, με κάτι βυζιά, να, μέχρι εκεί πέρα τα μπαλκονόβυζά της, Κώστα, (του δείχνει, κάνοντας τη σχετική χειρονομία) και με ρωτάει:
- «Μπορείς να με πας μια βόλτα με το σκάφος σου;». Δεν περίμενα να το ξαναπεί, την έβαλα μέσα και ξανοιχτήκαμε. Όταν ήμαστε μακριά απ την ακτή, σβήνω τη μηχανή και της λέω:
- «Ή γαμ***, ή κολύμπι μέχρι την ακτή». Δεν ήξερε μπάνιο, Κώστα μου, δεν ήξερε μπάνιο! Μετά από κάνα-δυο μέρες, ο Κώστας μπαίνει στο μπαρ και βλέπει το Γιάννη να κλαίει πάνω απ τη μπίρα του.
- Τι έγινε, ρε παιδί; Γιατί δάκρυα σήμερα; - Ε λοιπόν, Κώστα, θα σου τα πω. Εκεί που έπλενα το σκάφος μου χτες, με πλησιάζει μια καστανή, με κάτι βυζιά, να, μέχρι εκεί πέρα τα μπαλκόνια της, Κώστα μου, τι βυζιά ήταν αυτά, (του δείχνει, κάνοντας τη σχετική χειρονομία) είχα μια στύση μόλις την είδα, άλλο πράμα. Με ρωτάει:
- «Μπορείς να με πας μια βόλτα με το σκάφος σου;». «Αλλο τυχερό σήμερα!» σκέφτηκα, την έβαλα μέσα και ξανοιχτήκαμε. Όταν ήμαστε μακριά απ την ακτή, σβήνω τη μηχανή και της λέω:
- «Ή γαμ***, ή κολύμπι μέχρι την ακτή». Κατεβάζει το σορτσάκι της και είχε ένα πέος, τόσο χοντρό και μακρύ, Κώστα μου. Αχ, Κώστα μου, δεν ξέρω μπάνιο, Κώστα μου, δεν ΞΕΡΩ μπάνιο!
Μπαίνει κάποιος στο μπαρ, ακολουθούμενος από μια στρουθοκάμηλο. Κάθεται κι ο μπάρμαν έρχεται να πάρει την παραγγελία.
- Μια μπίρα για μένα, λέει ο άντρας.
Και, γυρνώντας στη στρουθοκάμηλο, τη ρωτάει:
- Εσύ τι θα πάρεις;
- Κι εγώ μια μπίρα, απαντάει η στρουθοκάμηλος.
Ο μπάρμαν τους φέρνει τις μπίρες και ζητάει 8,24 ευρώ.
Ο άνδρας βάζει το χέρι στην τσέπη και βγάζει ακριβώς 8,24 ευρώ και τα δίνει στον μπάρμαν.
Το επόμενο βράδυ πάλι η ίδια ιστορία επαναλαμβάνεται: Δυο μπίρες για τον άντρα και τη στρουθοκάμηλο, ο άντρας πληρώνει 8,24 ευρώ ακριβώς, χωρίς να χρειαστεί να πάρει ρέστα. Την άλλη μέρα πάλι τα ίδια και ο μπάρμαν πλέον δεν αντέχει και ρωτάει:
- Πώς τα καταφέρνετε και πάντα έχετε το ακριβές αντίτιμο των ποτών στην τσέπη σας;
- Α, απαντάει ο άνδρας, πριν από κάμποσα χρόνια καθάριζα το πατάρι και βρήκα ένα παλιό λυχνάρι, το έτριψα και το τζίνι πετάχτηκε έξω και μου είπε ότι θα πραγματοποιούσε δυο επιθυμίες μου. Η πρώτη ήταν ότι, όταν θα χρειαζότανε να πληρώσω κάτι, θα είχα πάντα το ακριβές αντίτιμο στην τσέπη μου.
- Φοβερό! αναφώνησε ο μπάρμαν. Οι πιο πολλοί άνθρωποι θα είχαν ζητήσει ένα εκατομμύριο δολάρια ή κάτι τέτοιο, αλλά εσείς, με αυτό που ζητήσατε, θα είσαστε πάντα όσο πλούσιος θέλετε, για όσο ζείτε.
- Σωστά! λέει ο άντρας. Είτε πρόκειται για ένα λίτρο γάλα, είτε για μια Rolls Royce, πάντα έχω το ακριβές αντίτιμο στην τσέπη μου.
- Και κάτι ακόμη θα ήθελα να σας ρωτήσω. Γιατί κυκλοφορείτε πάντα με την στρουθοκάμηλο;
- Α, ξεροβήχει ο άνδρας, η δεύτερη επιθυμία μου ήταν να έχω πάντα στο πλευρό μου ένα θηλυκό με μακριά πόδια.
Ένας τύπος πηγαίνει σε ένα pet shop αποφασισμένος να αγοράσει το πιο περίεργο ζώο που θα βρει.
Μετά την σχετική συνεννόηση με τον υπάλληλο ο τελευταίος του προτείνει ένα εξωτικό ιγκουάνα.
- Αααα, ιγκουάνα μέχρι και η πεθερά μου έχει πάρει, τί άλλο έχετε;
- Έχουμε επίσης και αυτόν τον απίθανο σκίουρο ο οποίος πλένει πιάτα! λέει ο υπάλληλος.
- Καλή φάση, σκέφτεται ο τύπος, αλλά έχω πλυντήριο σπίτι οπότε μάλλον αχρείαστος θα μου είναι. Τίποτα άλλο;
Έπειτα απο αρκετή ώρα καταλήγουν στο πιο εξωτικό ζώο του καταστήματος, μία σαρανταποδαρούσα που μιλάει!
Ενθουσιασμένος ο παίχτης τρέχει στο σπίτι όπου και τακτοποιεί το ζωάκι σε μια πολυτελή γυάλα με τα νεράκια της, το φαγάκι της και τα σχετικά. Στο καπάκι όμως δέχεται τηλέφωνο από φίλο για μπίρες στο κοντινό μπαράκι.
Στρέφεται λοιπόν στην σαρανταποδαρούσα για την πρώτη επικοινωνία:
- Θα πάω δίπλα για μπίρες, είσαι μέσα;
Μούγκα η σαρανταποδαρούσα.
- Εσένα μιλάω ρε! Θα έρθεις για μπίρες; συνεχίζει ενοχλημένος.
Τάφος η σαρανταποδαρούσα.
- Λοιπόν εγώ πάω, εσύ θα χάσεις...
- Ακουσα, άκουσα ρε μαλάκα, παπούτσια δένω!