Skip to main content
Σε ένα μπαρ που συχνάζουν μηχανόβιοι, με τα υπερμεγέθη μούσκουλα και την πέτσινη εμφάνιση, σκάει μύτη μία τύπισσα λες και είχε κατέβει από τον παράδεισο. Δίμετρη, ξανθό μαλλί, γαλανό μάτι, βλέμμα λάγνο-ηδονικό, αγγελικό πρόσωπο, πόδι αλογίσιο και όλα αυτά τυλιγμένα σε προκλητικό μίνι φόρεμα.
Εκείνη τη στιγμή, την "μπανίζει" ο μηχανόβιος των μηχανόβιων.. και παθαίνει πλάκα.
- Καθήστε καλά παιδιά, λέει στους υπόλοιπους, αυτό το γκομενάκι το θέλω για την πάρτη μου.
Πραγματικά, κανείς δεν κάνει κίνηση... ούτε καν μιλάει... ο τύπος την κοζάρει, φτιάχνει τα μανίκια του, τα μπατζάκια του.. πέρνει το ύφος του πολλά βαρύ μάγκα - είμαι ο Mr. γ@μ@ω και δέρνω, την πλησιάζει και την χτυπάει ελαφρά στον ώμο. Η γκόμενα γυρίζει και τον κοιτάει.. εκείνος της λέει...
- Είσαι;
- Που και πότε, απαντάει εκείνη.
- Εεε γ@μ@ το, αν είναι να πιάσουμε την κουβέντα...
Είναι βράδυ και το ζευγάρι μόλις έχει κάνει έρωτα και χαλαρώνει. Η γυναίκα λέει στον άντρα της:
- Πεινάω, τι θα έλεγες για κανένα σουβλάκι? - Και γω πεινάω, λέει ο άντρας, θα πεταχτώ να πάρω από τον κυρ Μήτσο. Μια και δυο, φοράει πρόχειρα κάποια ρούχα και ξεκινά για το σουβλατζίδικο. Την ώρα που ετοιμαζόταν να μπει στο αμάξι του, σταματάει δίπλα του ένα αυτοκίνητο και βγαίνει από μέσα μια κουκλάρα - δίμετρη - ξανθιά - η φαντασίωση κάθε άντρα - κλπ και λέει: Σας παρακαλώ, μήπως ξέρετε πως θα πάω στην οδό ΤΑΔΕ 15? Κόκαλο ο τύπος της ψελλίζει:
- Θα πάτε ίσια, δύο στενά μετά δεξιά και στο τρίτο αριστερά. Η κούκλα:
- Αχ, δεν μπορώ να προσανατολιστώ εύκολα τη νύχτα, σας παρακαλώ μπορείτε να με πάτε, θα σας ήμουν υπόχρεη. Αν και ο δρόμος δεν είχε καμιά σχέση με το σουβλατζίδικο, δέχτηκε (χωρίς πολλά-πολλά) να την εξυπηρετήσει. Φτάνοντας στην οδό ΤΑΔΕ 15 του λέει η κούκλα:
- Ξέρετε, είναι μερικές μέρες που έχω μετακομίσει εδώ και δεν βρίσκω εύκολα το σπίτι τα βράδια. Σας ευχαριστώ πάρα πολύ για την εξυπηρέτηση, θα ήθελα να έρθετε πάνω να σας κεράσω κάτι, οπωσδήποτε. - Όχι, ε εευχαριστώ, είναι αργά μια άλλη φορά ίσως, είπε ο τύπος. - Όχι, επιμένω να έρθετε, είπε αυτή. Με τα πολλά ανεβαίνουν επάνω, το σπίτι ήταν τεράστιο και όμορφο και η κοπέλα του προτείνει να βάλει κάτι να πιει μέχρι "να φορέσει κάτι πιο άνετο!" Ο τύπος δεν κατάλαβε πότε έβαλε το ποτό να πιει, πότε είδε την τύπισσα να εμφανίζεται σας θεά, πότε βρέθηκαν στο κρεβάτι για τα ακατονόμαστα... Κάποια στιγμή, μέσα από την γλυκιά χαύνωση, άνοιξε το μάτι του και είδε από το παράθυρο να μπαίνει το πρώτο φως της ημέρας (τον είχε πάρει ο ύπνος). "ΩΧ, Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΜΟΥ", είπε και έφυγε τρέχοντας ψάχνοντας για μια ΚΑΛΗ δικαιολογία. Στον δρόμο της επιστροφής, έκανε παράκαμψη και μπήκε σε ένα χαρτοπωλείο και αγόρασε ένα τεμπεσίρι με το οποίο και έτριψε τα χέρια του. Φτάνοντας στο σπίτι βρήκε την γυναίκα του να ωρύεται. - Που ήσουνα βρε παλιοτόμαρο, που στο διάολο πήγες παλιοαλήτη, πες μου, που κοπροσκύλιαζες όλο το βράδυ και πήγα να τρελαθώ! - Που να στα λέω, δεν θα το πιστέψεις αγάπη μου. Την ώρα που έφυγα από εδώ και πριν μπω στο αμάξι, σταματά ένα αυτοκίνητο δίπλα μου και κατεβαίνει μία θεογκόμενα που με ρώτησε για κάποια οδό. Της είπα πως ακριβώς θα πάει μα δεν κατάλαβε και με παρακάλεσε να την συνοδεύσω μέχρι εκεί για να μην χαθεί. - Και μετά, τι έγινε? ρώτησε η γυναίκα του, διατηρώντας κάποια αμφιβολία για τα λεγόμενα του άντρα της. - Την συνόδευσα μέχρι το σπίτι της και μου ζήτησε να ανέβω επάνω για ένα ποτό για να με ευχαριστήσει. Δέχτηκα και την ώρα που έπινα το ποτό μου αυτή πήγε να αλλάξει και γύρισε με ένα ημιδιάφανο ρούχο και μου την έπεσε, εγώ δεν μπορούσα να αντισταθώ και βρεθήκαμε στο κρεβάτι να κάνουμε έρωτα, μετά με πήρε ο ύπνος... Έτσι έγιναν τα πράγματα γλυκιά μου και γι αυτό άργησα.
- Βρε αλήτη, είπε η γυναίκα του, θες να πιστέψω αυτές τις μαλακίες που μου λες? Για να δω τα χέρια σου!
- Ορίστε κάνει αυτός...
- Α ρε χαμένο κορμί, όλο ψέματα μου λες, πάλι για μπιλιάρδο είχες πάει...
Ήταν μια φορά ένα ζιγκολό που την είχε πενήντα (50) πόντους και χρέωνε με τον πόντο. Ο κάθε πόντος πήγενε 10.000 δρχ. Δηλαδή σου έβαζε 30 πόντους, πλήρωνες 30.000. Αν σου έβαζε 40 πόντους, πλήρωνες 40.000 δρχ. κ. Ο. Κ. Ήταν λοιπόν μια κοπέλα που τον γούσταρε πολύ αλλά δεν είχε λεφτά. Τόσες φορές τον είχε παρακαλέσει αλλά εκείνος ήταν ανένδωτος:
"Τζάμπα δε γ**ώ". Το βάζει λοιπόν σκοπό η κοπέλα, και αρχίζει να κάνει οικονομίες. Όταν είχε μαζέψει 10.000 πάει και τον βρίσκει, του δίνει τα λεφτά, "παίρνεις δέκα πόντους με αυτά τα χρήματα".
"Εντάξει" του λέει αυτή, συμβιβάζεται αφού δεν είχε άλλα λεφτα. Πάνε λοιπόν, για να το κάνουν.
Γδύνετε η κοπέλα, βγάζει ο τύπος τη μαλαπέρδα. Μετράει δέκα πόντους και βάζει σημάδι με το μαρκαδόρο, και τσουπ της τη βάζει. Δέκα πόντους, ούτε χιλιοστό παραπάνω. Εκει λοιπόν που το κάνανε, τρώει μια γλίστρα ο τυπάς, και τη βάζει κατά λάθος μέσα όλη!
"ΑΑΧΧ ! Το μο**ί μου!" ουρλιάζει η λεγάμενη! "Ποιό μου** σου μωρέ... εδώ πάθαμε 40.000 ζημιά..!"
Ένα μεσημεράκι, την ώρα που τα πιτσιρίκια σχολάνε από την ημερήσια ταλαιπωρία τους (βλέπε σχολείο), μία μητέρα περιμένει το παιδάκι της στο προαύλιο του σχολείου. Αφού χτυπάει το κουδούνι, ο πιτσιρίκος τρέχει στην μητέρα του, και βγαίνουν στον κεντρικό δρόμο για να πάρουν Ταξί.
Αν και η ώρα είναι δύσκολη, βρίσκουν σχετικά εύκολα Ταξί. Καθώς έχουν μπει στο πίσω κάθισμα, ο μπόμπιρας είναι εξαιρετικά υπερκινητικός και περιεργάζεται τα πάντα. Ο Ταξιτζής, παρόλο που εκνευρίζεται που ο μικρός πειράζει τα τασάκια, πατάει τα κουμπιά από τα παράθυρα, κλωτσάει το κάθισμα και ούτω καθ΄ εξής, προσπαθεί να συγκρατήσει τα νεύρα του.
Σε κάποια στιγμή ο πιτσιρίκος γυρνάει στην μητέρα του και την ρωτάει με ενοχλητική φωνή...
- Μαμάαα.. αν εσύ ήσουν αρκούδα και ο μπαμπάς ήταν αρκούδος, εγώ θα ήμουν αρκουδάκι;
- Ναι παιδί μου, απαντάει αδιάφορα η μητέρα του.
Ο Ταξιτζής εν τω μεταξύ έχει αρχίσει να φορτώνει... Μετά από λίγο, ο πιτσιρίκος επανέρχεται με καινούρια ερώτηση...
- Μαμάαα... αν εσύ ήσουν γάτα και ο μπαμπάς ήταν γάτος, εγώ θα ήμουν γατάκι;
- Ναι παιδί μου, απαντάει η μητέρα του, χαζεύοντας από το παράθυρο.
Ο Ταξιτζής μονολογεί χωρίς να ακούγεται ιδιαίτερα...
"Τι μαλα*** λέει το μούλικο γα** το στανιό μου...". Δεν περνάνε 2 λεπτά, και ο μικρός ξαναρωτάει...
- Μαμάαα... αν εσύ ήσουν σκύλα και ο μπαμπάς σκύλος, εγώ θα ήμουν κουταβάκι;
- Ναι παιδί μου, ξανααπαντάει η μητέρα με φανερή αδιαφορία...
Εκείνη τη στιγμή ο Ταξιτζής που έχει βγει από τα ρούχα γυρνάει απότομα και λέει στο μικρό...
- Aκου να δεις μπόμπιρα, θα σου βάλω εγώ τώρα ένα δύσκολο... αν η μάνα σου ήταν πουτ***, και ο πατέρας σου πού****, εσύ τι θα ήσουν;
Και ο μικρός...
- Ταξιτζής ...
Ήταν ένα μεσημεράκι στη ζούγκλα, όπου ο ήλιος έκαιγε ανυπόφορα. Κάπου σε ένα ξέφωτο ο λαγός είχε βάλει τα αρ***ια του πάνω σε ένα βράχο, ενώ με έναν άλλο τα χτυπούσε με δύναμη. Κάθε φορά που τα χτύπαγε φώναζε με ηδονικό ύφος:
- Καύ**...
Ο λαγός συνέχιζε το "παιχνίδι" του, όταν κάποια στιγμή τον παίρνει χαμπάρι το λιοντάρι. Στην αρχή παραξενεύεται, αλλά σύντομα αρχίζουν και του περνούν διάφορες σκέψεις από το μυαλό...
- Δεν είναι δυνατόν ο μικρός και ασήμαντος λαγός να το κάνει αυτό και να καυ*****ι, και εγώ ο βασιλιάς των ζώων να μην το έχω δοκιμάσει ακόμα...
Έτσι, αποφασισμένο πάει στο λαγό, του παίρνει την πέτρα, τον παραμερίζει και βάζει αυτό τα αρ***ια του πάνω στο βράχο. Σηκώνει την πέτρα ψηλά, την κατεβάζει με δύναμη πάνω στ αρ***ια του...
- Ααααααααααααααααα ..., φωνάζει σαν να το πυροβολήσανε. Κοιτάει τα αρ***ια του τα οποία ήταν ματωμένα σε κακό χάλι. Γυρνάει στο λαγό...
- Ρε πού*** λαγέ, που στο διάολο τη βρίσκεις την καύ** σ αυτό;
Και ο λαγός...
- Η καύ** είναι να μην τα πετύχεις...
Το lifting έχει γίνει πια πολύ της μόδας. Σαρώνουν βέβαια οι γυναίκες αλλά όχι μόνο ! Έτσι κι ο ήρωας μας, ένας 50ρης, επειδή διαπίστωνε ότι η φάτσα του τσίμπαγε λίγο προς το "σιτεμέ", πήρε την απόφαση και έσκασε ένα στρογγυλό ποσό στους αρμόδιους επιστήμονες και τον ... Σιδερώσανε δεόντως.
Ο γυφτικοσκεπαρνισμός του όμως τον έτρωγε. "Κάναμε τίποτα ;", σκεφτότανε, "Γιατί εδώ ακουμπήσαμε και παχυλό μπακοτσέτουλο !" Αμ έπος αμ έργον σταματά στο πρώτο περίπτερο:
- Ένα Rothmans μου δίνετε...;
Και ενώ ο περιπτεράς ασχολείται με τη συναλλαγή, ο άνθρωπός μας με ύφος ντεμί-κλανί του τη ρίχνει:
- Δε μου λες φίλε μου, πόσο χρονών με κάνεις;
Ο περιπτεράς, λίγο παραξενευμένος, τον κοιτάει εξεταστικά και του λέει:
- Γύρω στα 35
- Κι όμως είμαι 50 !, λέει ο τύπος όλος ενθουσιασμό
Παίρνει το πακέτο με τους καρκινοσωλήνες και επειδή η ματαιοδοξία είναι από τα ελαττώματα κατά συρροήν, χώνεται στο απέναντι Goodys, για ρεπετισιόν.
- Ένα Premier αλλαντικών και μια πατάτες !, ανακράζει στο "Εσείς εξυπηρετείστε ;" της μικράς μινιφορούσας
Και αμέσως μετά, πλησιάζοντας το ταμείο με ένα χαμόγελο στο πολύ δήθεν στυλ:
- Δεν μου λέτε δεσποινίς, πόσο με κάνετε;
- 30 με 35 - του απαντά η κοπέλα σκεπτόμενη:
"Πέσαμε σε μαλάκα !"
- Κι όμως δεσποινίς μου, ΚΙ ΟΜΩΣ ΕΙΜΑΙ 50 ΧΡΟΝΩΝ!
Σε πελάγη ευτυχίας ο νάρκισσος μας, καταβροχθίζει τα φαγώσιμα και ψάχνει για την επόμενη επιβεβαίωση. Περπατάει μέχρι τη στάση του λεωφορείου του και εκεί βρίσκει μια μικροκαμωμένη γριούλα που περίμενε. Φυσικά η κλασική πια ερώτηση είναι αναπόφευκτη:
- Καλέ γιαγιούλα πες μου εσύ που έχεις πείρα, πόσο χρονών με κάνεις;
- Αγόρι μου έχω καταρράκτη και δε βλέπω καλά. Τι να σου πω; Είχα όμως από πάντα μια μέθοδο αλάνθαστη να βρίσκω την ηλικία ακριβώς.
- Τι μέθοδο γιαγιά;
- Να, άμα πιάσω τα παπάρια ενός άντρα και τα παίξω για 5 λεπτά μπορώ να πω με απόλυτη ακρίβεια την ηλικία του!
Τρελαμένος από περιέργεια ο τύπος και ελέγχοντας με μια γρήγορη ματιά ότι δεν τους βλέπει κανείς της λέει να βάλει το χέρι της μέσα στο βρακί του και να του παίξει τα παπάρια.
Η γριούλα, τον ξεκουμπώνει, χώνει το χέρι της και αρχίζει να του τα παίζει. Μετά από πέντε λεπτά του λέει:
- Εντάξει το βρήκα ! Είσαι ακριβώς 50 χρονών!
Του τύπου του κρεμάσαν τα σαγόνια και κοιτώντας την σα ροφός της λέει:
- Πως το βρήκες βρε γιαγιά ;!
- Ήμουνα στην ουρά πίσω από σένα στα Goodys.